Skip to the text

Jeremiah · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Jeremiah 52 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Ενός και είκοσι ετών ηλικίας ήτο ο Σεδεκίας ότε εβασίλευσε, και εβασίλευσεν ένδεκα έτη εν Ιερουσαλήμ· το δε όνομα της μητρός αυτού ήτο Αμουτάλ, θυγάτηρ του Ιερεμίου από Λιβνά. 2 Και έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου, κατά πάντα όσα έπραξεν ο Ιωαχείμ. 3 Διότι από του θυμού του Κυρίου του γενομένου κατά Ιερουσαλήμ και Ιούδα, εωσού απέρριψεν αυτούς από προσώπου αυτού, ο Σεδεκίας απεστάτησε κατά του βασιλέως της Βαβυλώνος. 4 Και εν τω ενάτω έτει της βασιλείας αυτού, τον δέκατον μήνα, την δεκάτην του μηνός, ήλθε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος, αυτός και άπαν το στράτευμα αυτού, επί την Ιερουσαλήμ, και εστρατοπέδευσαν εναντίον αυτής και ωκοδόμησαν περιτείχισμα κατ' αυτής κύκλω. 5 Και η πόλις επολιορκείτο μέχρι του ενδεκάτου έτους του βασιλέως Σεδεκίου. 6 Εν τω τετάρτω μηνί, την ενάτην του μηνός, η πείνα εκραταιώθη εν τη πόλει και δεν υπήρχεν άρτος διά τον λαόν του τόπου. 7 Και εξεπορθήθη η πόλις και πάντες οι άνδρες του πολέμου έφυγον και εξήλθον εκ της πόλεως την νύκτα, διά της οδού της πύλης της μεταξύ των δύο τειχών, της πλησίον του βασιλικού κήπου· οι δε Χαλδαίοι ήσαν πλησίον της πόλεως κύκλω, και υπήγον κατά την οδόν της πεδιάδος. 8 Το δε στράτευμα των Χαλδαίων κατεδίωξεν οπίσω του βασιλέως και έφθασαν τον Σεδεκίαν εις τας πεδιάδας της Ιεριχώ· και άπαν το στράτευμα αυτού διεσκορπίσθη από πλησίον αυτού. 9 Και αυνέλαβον τον βασιλέα και ανήγαγον αυτόν προς τον βασιλέα της Βαβυλώνος εις Ριβλά εν τη γη Αιμάθ και επρόφερε καταδίκην επ' αυτόν. 10 Και έσφαξεν ο βασιλεύς της Βαβυλώνος τους υιούς του Σεδεκίου έμπροσθεν των οφθαλμών αυτού· έσφαξεν ότι και πάντας τους άρχοντας Ιούδα εν Ριβλά. 11 Και τους οφθαλμούς του Σεδεκίου εξετύφλωσε, και έδεσεν αυτόν με δύο χαλκίνας αλύσεις· και έφερεν αυτόν ο βασιλεύς της Βαβυλώνος εις Βαβυλώνα και έβαλεν αυτόν εις οίκον φυλακής έως της ημέρας του θανάτου αυτού. 12 Εν δε τω πέμπτω μηνί, τη δεκάτη του μηνός, του δεκάτου εννάτου έτους του Ναβουχοδονόσορ βασιλέως της Βαβυλώνος ήλθεν επί Ιερουσαλήμ Νεβουζαραδάν ο αρχισωματοφύλαξ, ο παριστάμενος ενώπιον του βασιλέως της Βαβυλώνος, 13 και κατέκαυσε τον οίκον του Κυρίου και τον οίκον του βασιλέως, και πάντας τους οίκους της Ιερουσαλήμ και πάντα μέγαν οίκον κατέκαυσεν εν πυρί. 14 Και άπαν το στράτευμα των Χαλδαίων, το μετά του αρχισωματοφύλακος, κατεκρήμνισαν πάντα τα τείχη της Ιερουσαλήμ κύκλω. 15 Και εκ των πτωχών του λαού και το υπόλοιπον του λαού το εναπολειφθέν εν τη πόλει και τους φυγόντας, οίτινες προσέφυγον προς τον βασιλέα της Βαβυλώνος, και το εναπολειφθέν του πλήθους, μετώκισε Νεβουζαραδάν ο αρχισωματοφύλαξ. 16 Εκ των πτωχών όμως της γης αφήκε Νεβουζαραδάν ο αρχισωματοφύλαξ διά αμπελουργούς και διά γεωργούς. 17 Και τους στύλους τους χαλκίνους τους εν τω οίκω του Κυρίου και τας βάσεις και την χαλκίνην θάλασσαν την εν τω οίκω του Κυρίου κατέκοψαν οι Χαλδαίοι, και μετεκόμισαν όλον τον χαλκόν αυτών εις την Βαβυλώνα. 18 Έλαβον δε και τους λέβητας και τα πτυάρια και τα λυχνοψάλιδα και τας λεκάνας και τα θυμιατήρια και πάντα τα σκεύη τα χάλκινα, διά των οποίων έκαμνον την υπηρεσίαν. 19 Έλαβε προσέτι ο αρχισωματοφύλαξ και τους κρατήρας και τα πυροδοχεία, και τας λεκάνας και τους λέβητας και τας λυχνίας και τα θυμιατήρια και τας φιάλας, όσα ήσαν χρυσά και όσα αργυρά· 20 τους δύο στύλους, την μίαν θάλασσαν και τους δώδεκα χαλκίνους μόσχους τους αντί βάσεων, τα οποία έκαμεν ο βασιλεύς Σολομών διά τον οίκον του Κυρίου· ο χαλκός πάντων τούτων των σκευών ήτο αζύγιστος. 21 Περί δε των στύλων, το ύψος του ενός στύλου ήτο δεκαοκτώ πηχών, και ζώνη πηχών δώδεκα περιεκύκλονεν αυτόν, και το πάχος αυτού δακτύλων τεσσάρων· ήτο κενός. 22 Και το κιονόκρανον το επ' αυτού χάλκινον· το δε ύψος του ενός κιονοκράνου πέντε πηχών και το δικτυωτόν και τα ρόδια επί του κιονοκράνου κύκλω, τα πάντα χάλκινα· τα αυτά είχε και ο δεύτερος στύλος μετά των ροδίων. 23 Και ήσαν ενενήκοντα εξ ρόδια κρεμάμενα· πάντα τα ρόδια τα επί του δικτυωτού ήσαν εκατόν κύκλω. 24 Και έλαβεν ο αρχισωματοφύλαξ Σεραΐαν τον πρώτον ιερέα και Σοφονίαν τον δεύτερον ιερέα και τους τρεις θυρωρούς· 25 και εκ της πόλεως έλαβεν ένα ευνούχον, όστις ήτο επιστάτης επί των ανδρών των πολεμιστών, και επτά άνδρας εκ των παρισταμένων έμπροσθεν του βασιλέως, τους ευρεθέντας εν τη πόλει, και τον γραμματέα τον άρχοντα των στρατευμάτων, όστις έκαμνε την στρατολογίαν του λαού της γης, και εξήκοντα άνδρας εκ του λαού της γης, τους ευρεθέντας εν μέσω της πόλεως. 26 Και λαβών αυτούς Νεβουζαραδάν ο αρχισωματοφύλαξ έφερεν αυτούς προς τον βασιλέα της Βαβυλώνος εις Ριβλά. 27 Και επάταξεν αυτούς ο βασιλεύς της Βαβυλώνος και εθανάτωσεν αυτούς εν Ριβλά, εν τη γη Αιμάθ. Ούτω μετωκίσθη ο Ιούδας από της γης αυτού. 28 Ούτος είναι ο λαός, τον οποίον μετώκισεν ο Ναβουχοδονόσορ, εν τω εβδόμω έτει, τρεις χιλιάδας και εικοσιτρείς Ιουδαίους· 29 εν τω δεκάτω ογδόω έτει του Ναβουχοδονόσορ μετώκισεν αυτός από Ιερουσαλήμ οκτακοσίας τριάκοντα δύο ψυχάς· 30 εν τω εικοστώ τρίτω έτει του Ναβουχοδονόσορ μετώκισε Νεβουζαραδάν ο αρχισωματοφύλαξ εκ των Ιουδαίων επτακοσίας τεσσαράκοντα πέντε ψυχάς· πάσαι αι ψυχαί τέσσαρες χιλιάδες και εξακόσιαι. 31 Εν δε τω τριακοστώ εβδόμω έτει της μετοικεσίας του Ιωακείμ βασιλέως του Ιούδα, τον δωδέκατον μήνα, την εικοστήν πέμπτην του μηνός, Ευείλ-μερωδάχ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος, κατά το έτος καθ' ο εβασίλευσεν, ανύψωσε την κεφαλήν του Ιωακείμ βασιλέως του Ιούδα και εξήγαγεν αυτόν εκ του οίκου της φυλακής, 32 και ελάλησεν ευμενώς μετ' αυτού και έθεσε τον θρόνον αυτού επάνωθεν του θρόνου των βασιλέων των μετ' αυτού εν Βαβυλώνι. 33 Και ήλλαξε τα ιμάτια της φυλακής αυτού· και έτρωγεν άρτον πάντοτε μετ' αυτού πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού. 34 Και το σιτηρέσιον αυτού ήτο παντοτεινόν σιτηρέσιον διδόμενον εις αυτόν παρά του βασιλέως της Βαβυλώνος, ημερήσιος χορηγία μέχρι της ημέρας του θανάτου αυτού, πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Evil-merodach

    King of Babylon who freed Jehoiachin

    King of Babylon who, in the year he became king, released Jehoiachin from prison, spoke kindly to him, and set his throne above the other kings in Babylon.

    Cited in the guide: 2 Kings 25:27; Jeremiah 52:31

  • Hamutal

    Mother of Jehoahaz and Zedekiah

    Daughter of Jeremiah from Libnah, named as the mother of Jehoahaz and of Zedekiah, kings of Judah.

    Cited in the guide: 2 Kings 23:31; 2 Kings 24:18; Jeremiah 52:1

  • Jeremiah

    Father of Hamutal

    A man of Libnah named as the father of Hamutal, mother of King Zedekiah.

    Cited in the guide: 2 Kings 23:31; 2 Kings 24:18; Jeremiah 52:1

Cross references (32)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 2 Kings 24:18; Joshua 10:29; 2 Chronicles 36:11; Joshua 15:42; 2 Kings 8:22
  2. 2 1 Kings 14:22; Ezekiel 21:25; Ezekiel 17:16–20; Jeremiah 36:29–31; Jeremiah 26:21–23
  3. 3 2 Chronicles 36:13; Isaiah 3:4–5; Isaiah 3:1; Proverbs 28:2; Isaiah 19:4
  4. 4 Jeremiah 39:1; Zechariah 8:19; Ezekiel 24:1–2; Jeremiah 52:7; Jeremiah 32:24
  5. 6 Isaiah 3:1; Jeremiah 39:2; Jeremiah 38:9; 2 Kings 25:3; Ezekiel 4:9–17
  6. 7 Jeremiah 51:32; 2 Kings 25:4; Jeremiah 39:4–7; Deuteronomy 28:25; Leviticus 26:17
  7. 8 Jeremiah 34:21; Jeremiah 38:23; Jeremiah 21:7; Jeremiah 32:4; Lamentations 4:19–20
  8. 9 Numbers 13:21; Jeremiah 39:5; 2 Kings 25:6; Joshua 13:5; Numbers 34:11
  9. 10 Jeremiah 22:30; 2 Kings 25:7; Jeremiah 52:24–27; 2 Kings 25:18–21; Deuteronomy 28:34
  10. 11 Ezekiel 12:13; Jeremiah 34:3–5
  11. 12 2 Kings 25:8; Zechariah 8:19; Jeremiah 52:29; Jeremiah 39:9; 2 Kings 24:12
  12. 13 Psalm 79:1; Micah 3:12; 2 Chronicles 36:19; 2 Kings 25:9; Psalm 74:6–8
  13. 14 Nehemiah 1:3; 2 Kings 25:10
  14. 15 Jeremiah 15:1–2; Zechariah 14:2
  15. 16 Jeremiah 39:9–10; 2 Kings 25:12; Jeremiah 40:5–7; Ezekiel 33:24
  16. 17 Jeremiah 27:19–22; 2 Chronicles 4:12–15; Jeremiah 52:21–23; 1 Kings 7:15–37; Lamentations 1:10
  17. 18 Numbers 4:14; Exodus 27:3; 1 Kings 7:45; 1 Kings 7:40; 2 Chronicles 4:16
  18. 19 1 Kings 7:49–50; Leviticus 26:12; 2 Kings 25:15; Revelation 8:3–5; Numbers 16:46
  19. 20 1 Kings 7:47; 2 Kings 25:16; 2 Chronicles 4:18; 1 Chronicles 22:14
  20. 21 2 Kings 25:17; 2 Chronicles 3:15–17; 1 Kings 7:15–21
  21. 22 1 Kings 7:16–17; 2 Chronicles 4:12–13; 2 Chronicles 3:15; 2 Kings 25:17; Exodus 28:14–22
  22. 23 1 Kings 7:20
  23. 24 2 Kings 25:18; 1 Chronicles 6:14; Jeremiah 21:1; Jeremiah 29:25; Jeremiah 37:3
  24. 25 2 Kings 25:19; Esther 1:14; Matthew 18:10
  25. 27 Ezekiel 33:28; Isaiah 6:11–12; Micah 4:10; Isaiah 32:13–14; Jeremiah 25:9–11
  26. 28 2 Kings 24:12–16; Daniel 1:1–3; 2 Kings 24:2–3; 2 Chronicles 36:20
  27. 29 Jeremiah 52:12; Genesis 12:5; Exodus 1:5; 2 Chronicles 36:20; 2 Kings 25:11
  28. 30 Jeremiah 6:9; Jeremiah 52:15
  29. 31 2 Kings 25:27–30; Psalm 3:3; Genesis 40:13; Proverbs 21:1; Psalm 27:6
  30. 32 Proverbs 12:25; Daniel 2:37; Daniel 5:18–19; Jeremiah 27:6–11
  31. 33 2 Samuel 9:7; 2 Samuel 9:13; Genesis 41:14; 1 Kings 2:7; Genesis 41:42
  32. 34 2 Samuel 9:10; Matthew 6:11; Luke 11:3

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences