1 Και εάν υπακούης επιμελώς εις την φωνήν Κυρίου του Θεού σου, διά να προσέχης να κάμνης πάσας τας εντολάς αυτού, τας οποίας εγώ προστάζω εις σε σήμερον, θέλει σε υψώσει Κύριος ο Θεός σου υπεράνω πάντων των εθνών της γής· 2 και θέλουσιν ελθεί επί σε πάσαι αι ευλογίαι αύται και θέλουσι σε ευρεί, εάν υπακούσης εις την φωνήν Κυρίου του Θεού σου. 3 Ευλογημένος θέλεις είσθαι εν τη πόλει και ευλογημένος θέλεις είσθαι εν τω αγρώ. 4 Ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου και ο καρπός της γης σου και ο καρπός των κτηνών σου, αι αγέλαι των βοών σου και τα ποίμνια των προβάτων σου. 5 Ευλογημένον το καλάθιόν σου και η σκάφη σου. 6 Ευλογημένος θέλεις είσθαι όταν εισέρχησαι, και ευλογημένος θέλεις είσθαι όταν εξέρχησαι. 7 Τους εχθρούς σου, τους επανισταμένους επί σε, ο Κύριος θέλει κάμει αυτούς να συντριφθώσιν έμπροσθέν σου· από μιας οδού θέλουσιν εξέλθει επί σε, και από επτά οδών θέλουσι φύγει από προσώπου σου. 8 Ο Κύριος θέλει εξαποστέλλει επί σε την ευλογίαν εις τας αποθήκας σου και εις πάντα όσα επιβάλης την χείρα σου· και θέλει σε ευλογήσει επί της γης την οποίαν Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σε. 9 Ο Κύριος θέλει σε καταστήσει εις εαυτόν λαόν άγιον, καθώς ώμοσε προς σε, εάν φυλάττης τας εντολάς Κυρίου του Θεού σου, και περιπατής εις τας οδούς αυτού. 10 Και πάντες οι λαοί της γης θέλουσιν ιδεί, ότι το όνομα του Κυρίου επικέκληται επί σε, και θέλουσι τρομάζει από σου. 11 Και ο Κύριος θέλει σε πληθύνει εις αγαθά, εις τον καρπόν της κοιλίας σου και εις τον καρπόν των κτηνών σου και εις τα γεννήματα της γης σου, επί της γης την οποίαν ώμοσε Κύριος προς τους πατέρας σου να δώση εις σε. 12 Ο Κύριος θέλει ανοίξει εις σε τον αγαθόν θησαυρόν αυτού, τον ουρανόν, διά να δίδη βροχήν εις την γην σου κατά τον καιρόν αυτής, και διά να ευλογή πάντα τα έργα των χειρών σου· και θέλεις δανείζει εις πολλά έθνη, συ δε δεν θέλεις δανείζεσθαι. 13 Και θέλει σε καταστήσει ο Κύριος κεφαλήν και ουχί ουράν· και θέλεις είσθαι μόνον υπεράνω και δεν θέλεις είσθαι υποκάτω· εάν υπακούσης εις τας εντολάς Κυρίου του Θεού σου, τας οποίας εγώ προστάζω εις σε σήμερον, να φυλάττης και να εκτελής· 14 και δεν θέλεις εκκλίνει από πάντων των λόγων, τους οποίους εγώ προστάζω εις εσάς σήμερον, δεξιά ή αριστερά, διά να υπάγης κατόπιν άλλων θεών διά να λατρεύσης αυτούς. 15 Αλλ' εάν δεν υπακούσης εις την φωνήν Κυρίου του Θεού σου, διά να προσέχης να εκτελής πάσας τας εντολάς αυτού και τα διατάγματα αυτού, τα οποία εγώ προστάζω εις σε σήμερον, πάσαι αι κατάραι αύται θέλουσιν ελθεί επί σε και θέλουσι σε ευρεί. 16 Κατηραμένος θέλεις είσθαι εν τη πόλει, και κατηραμένος θέλεις είσθαι εν τω αγρώ. 17 Κατηραμένον το καλάθιόν σου και η σκάφη σου. 18 Κατηραμένος ο καρπός της κοιλίας σου και τα γεννήματα της γης σου, αι αγέλαι των βοών σου και τα ποίμνια των προβάτων σου. 19 Κατηραμένος θέλεις είσθαι όταν εισέρχησαι, και κατηραμένος θέλεις είσθαι όταν εξέρχησαι. 20 Ο Κύριος θέλει εξαποστείλει επί σε την κατάραν, την θλίψιν και την φθοράν, εις πάντα όσα επιβάλης την χείρα σου διά να πράξης, εωσού εξολοθρευθής και εωσού αφανισθής ταχέως, διά την πονηρίαν των έργων σου, διότι εγκατέλιπες εμέ. 21 Ο Κύριος θέλει προσκολλήσει εις σε το θανατικόν, εωσού σε εξολοθρεύση από της γης, όπου υπάγεις να κληρονομήσης αυτήν. 22 Ο Κύριος θέλει σε πατάξει με μαρασμόν και με πυρετόν και με ρίγος και με φλόγωσιν και με μάχαιραν και με ανεμοφθορίαν και με ερυσίβην· και θέλουσι σε καταδιώκει εωσού αφανισθής. 23 Και ο ουρανός σου ο υπεράνω της κεφαλής σου θέλει είσθαι χαλκός, και η γη η υποκάτω σου σίδηρος. 24 Ο Κύριος θέλει δώσει την βροχήν της γης σου κονιορτόν και χώμα· εκ του ουρανού θέλει καταβαίνει επί σε, εωσού εξολοθρευθής. 25 Ο Κύριος θέλει σε κάμει να συντριφθής έμπροσθεν των εχθρών σου· από μιας οδού θέλεις εξέλθει επ' αυτούς, και από επτά οδών θέλεις φύγει από προσώπου αυτών· και θέλεις διασκορπισθή εις πάντα τα βασίλεια της γης. 26 Και το πτώμά σου θέλει είσθαι τροφή εις πάντα τα όρνεα του ουρανού και εις τα θηρία της γης, και δεν θέλει είσθαι ο αποδιώκων. 27 Ο Κύριος θέλει σε πατάξει με την Αιγυπτιακήν πληγήν και με αιμορροΐδας και με ψώραν και με ξυσμόν, ώστε να μη δύνασαι να ιατρευθής. 28 Ο Κύριος θέλει σε πατάξει με αφροσύνην και με τύφλωσιν και με έκστασιν καρδίας· 29 και θέλεις ψηλαφά εν τω μέσω της ημέρας, ως ο τυφλός ψηλαφά εν τω σκότει, και δεν θέλεις ευοδούσθαι εις τας οδούς σου· και θέλεις είσθαι μόνον καταδυναστευόμενος και διαρπαζόμενος πάσας τας ημέρας, και δεν θέλει είσθαι ο σώζων. 30 Θέλεις αρραβωνισθή γυναίκα, και άλλος ανήρ θέλει κοιμηθή μετ' αυτής· οικίαν θέλεις οικοδομήσει, και δεν θέλεις κατοικήσει εν αυτή· αμπελώνα θέλεις φυτεύσει, και δεν θέλεις τρυγήσει αυτόν. 31 Ο βους σου θέλει είσθαι εσφαγμένος ενώπιόν σου, και δεν θέλεις φάγει εξ αυτού· ο όνος σου θέλει αρπαχθή απ' έμπροσθέν σου και δεν θέλει αποδοθή εις σέ· τα πρόβατά σου θέλουσι παραδοθή εις τους εχθρούς σου, και δεν θέλει είσθαι εις σε ο σώζων. 32 Οι υιοί σου και αι θυγατέρες σου θέλουσι παραδοθή εις άλλον λαόν, και οι οφθαλμοί σου θέλουσι βλέπει και μαραίνεσθαι δι' αυτούς όλην την ημέραν· και δεν θέλει είσθαι δύναμις εν τη χειρί σου. 33 Τον καρπόν της γης σου και πάντας τους κόπους σου θέλει φάγει έθνος το οποίον δεν γνωρίζεις· και θέλεις είσθαι μόνον καταδυναστευόμενος και καταπατούμενος πάσας τας ημέρας. 34 Και θέλεις γείνει παράφρων διά τα θεάματα των οφθαλμών σου, τα οποία θέλεις ιδεί. 35 Ο Κύριος θέλει σε πατάξει εις τα γόνατα και εις τα σκέλη με πληγήν κακήν, ώστε να μη δύνασαι να ιατρευθής από του ίχνους των ποδών σου έως της κορυφής σου. 36 Ο Κύριος θέλει φέρει σε και τον βασιλέα σου όντινα καταστήσης επί σε, εις έθνος το οποίον δεν εγνώρισας, συ, ουδέ οι πατέρες σου· και εκεί θέλεις λατρεύσει άλλους θεούς, ξύλα και λίθους. 37 Και θέλεις είσθαι εις έκπληξιν, εις παροιμίαν και εις διήγημα μεταξύ πάντων των εθνών, όπου εν σε φέρη ο Κύριος. 38 Σπόρον πολύν θέλεις φέρει εις τον αγρόν, και ολίγον θέλεις συνάξει διότι θέλει καταφάγει αυτόν η ακρίς. 39 Αμπελώνας θέλεις φυτεύσει και καλλιεργήσει, και οίνον δεν θέλεις πίει ουδέ θέλεις τρυγήσει διότι ο σκώληξ θέλει καταφάγει αυτούς. 40 Ελαίας θέλεις έχει εις πάντα τα όριά σου, και με έλαιον δεν θέλεις χρισθή· διότι αι ελαίαί σου θέλουσιν αποβάλει τον καρπόν. 41 Υιούς και θυγατέρας θέλεις γεννήσει, και δεν θέλουσιν είσθαι σού· διότι θέλουσιν υπάγει εις αιχμαλωσίαν. 42 Πάντα τα δένδρα σου και τον καρπόν της γης σου θέλει καταφθείρει ο βρούχος. 43 Ο ξένος, ο εν τω μέσω σου, θέλει αναβαίνει υπεράνω σου, άνω άνω, συ δε θέλεις καταβαίνει κάτω κάτω. 44 Εκείνος θέλει δανείζει εις σε, συ δε δεν θέλεις δανείζει εις αυτόν· αυτός θέλει είσθαι κεφαλή, και συ θέλεις είσθαι ουρά. 45 Και θέλουσιν ελθεί επί σε πάσαι αι κατάραι αύται, και θέλουσι σε καταδιώξει και σε ευρεί, εωσού εξολοθρευθής· διότι δεν υπήκουσας εις την φωνήν Κυρίου του Θεού σου, διά να φυλάττης τας εντολάς αυτού και τα διατάγματα αυτού, τα οποία προσέταξεν εις σε. 46 Και ταύτα θέλουσιν είσθαι επί σε και επί το σπέρμα σου, εις σημείον και τέρας διαπαντός. 47 Επειδή δεν ελάτρευσας Κύριον τον Θεόν σου εν ευφροσύνη και εν αγαθότητι καρδίας, διά την αφθονίαν πάντων· 48 διά τούτο θέλεις δουλεύσει τους εχθρούς σου, τους οποίους ο Κύριος θέλει εξαποστείλει επί σε, με πείναν και με δίψαν και με γυμνότητα και με έλλειψιν πάντων· και θέλει βάλει επί τον τράχηλόν σου ζυγόν σιδηρούν, εωσού σε εξολοθρεύση. 49 Ο Κύριος θέλει φέρει έθνος επί σε μακρόθεν, από άκρου της γης, ως με ορμήν αετού· έθνος, του οποίου την γλώσσαν δεν θέλεις εννοεί· 50 έθνος αγριοπρόσωπον, το οποίον δεν θέλει σεβασθή το πρόσωπον του γέροντος ουδέ θέλει ελεήσει τον νέον· 51 και θέλει τρώγει τον καρπόν των κτηνών σου και τα γεννήματα της γης σου, εωσού εξολοθρευθής· το οποίον δεν θέλει αφήσει εις σε σίτον, οίνον ή έλαιον, τας αγέλας των βοών σου ή τα ποίμνια των προβάτων σου, εωσού σε εξολοθρεύση. 52 Και θέλει σε πολιορκήσει εις πάσας τας πόλεις σου, εωσού πέσωσι τα υψηλά και οχυρά τείχη σου, εις τα οποία συ ήλπιζες, καθ' όλην την γην σου· και θέλει σε πολιορκήσει εις πάσας τας πόλεις σου, καθ' όλην την γην σου την οποίαν έδωκεν εις σε Κύριος ο Θεός σου. 53 Και θέλεις φάγει τον καρπόν της κοιλίας σου, τας σάρκας των υιών σου και των θυγατέρων σου, τους οποίους έδωκεν εις σε Κύριος ο Θεός σου, εν τη πολιορκία και εν τη καταθλίψει, με την οποίαν θέλει σε καταθλίψει ο εχθρός σου· 54 ο ανήρ ο απαλός μεταξύ σου και ο σφόδρα τρυφερός θέλει εμβλέψει με βλέμμα πονηρόν εις τον αδελφόν αυτού και εις την γυναίκα του κόλπου αυτού και εις τα εναπολειφθέντα τέκνα αυτού όσα εναπολειφθώσιν· 55 ώστε να μη δώση εις ουδένα εξ αυτών από των σαρκών των τέκνων αυτού, τα οποία ήθελε τρώγει διότι δεν έμεινεν εις αυτόν ουδέν εν τη πολιορκία και εν τη καταθλίψει, με την οποίαν ο εχθρός σου θέλει σε καταθλίψει εις πάσας τας πόλεις σου. 56 Η απαλή και τρυφερά γυνή μεταξύ σου, της οποίας ο πους δεν εδοκίμασε να πατήση επί της γης διά την τρυφερότητα και απαλότητα, θέλει εμβλέψει με βλέμμα πονηρόν εις τον άνδρα του κόλπου αυτής και εις τον υιόν αυτής και εις την θυγατέρα αυτής, 57 και εις το βρέφος αυτής το εξελθόν εκ μέσου των ποδών αυτής και εις τα τέκνα, τα οποία εγέννησε· διότι θέλει φάγει αυτά κρυφίως, διά την έλλειψιν πάντων, εν τη πολιορκία και εν τη καταθλίψει, με την οποίαν ο εχθρός σου θέλει σε καταθλίψει εις τας πόλεις σου. 58 Εάν δεν προσέχης να κάμνης πάντας τους λόγους του νόμου τούτου, τους γεγραμμένους εν τω βιβλίω τούτω, ώστε να φοβήσαι το ένδοξον και φοβερόν τούτο όνομα, ΚΥΡΙΟΝ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΣΟΥ, 59 τότε ο Κύριος θέλει κάμει τρομεράς τας πληγάς σου και τας πληγάς του σπέρματός σου, πληγάς μεγάλας και απαύστους και νόσους κακάς και απαύστους. 60 Και θέλει επιφέρει επί σε πάσας τας οδύνας της Αιγύπτου, διά τας οποίας ετρόμαξας· και θέλουσι προσκολληθή εις σέ· 61 και πάσαν ασθένειαν και πάσαν πληγήν, ήτις δεν είναι γεγραμμένη εν τω βιβλίω του νόμου τούτου, ταύτας ο Κύριος θέλει φέρει επί σε, εωσού εξολοθρευθής. 62 Και θέλετε εναπολειφθή ολιγοστοί τον αριθμόν, ενώ ήσθε ως τα άστρα του ουρανού κατά το πλήθος· διότι δεν υπήκουσας εις την φωνήν Κυρίου του Θεού σου. 63 Και καθώς ο Κύριος ευφράνθη εις εσάς εις το να σας αγαθοποιή και να σας πληθύνη, ούτω θέλει ευφρανθή ο Κύριος εις εσάς εις το να σας εξαλείψη και να σας μηδενώση· και θέλετε αρπαχθή από της γης, όπου υπάγετε να κληρονομήσητε αυτήν. 64 Και θέλει σε διασπείρει ο Κύριος εις πάντα τα έθνη, απ' άκρου της γης έως άκρου της γής· και θέλετε λατρεύσει εκεί άλλους θεούς, τους οποίους δεν εγνώρισας, συ ουδέ οι πατέρες σου, ξύλα και λίθους. 65 Αλλά και εν τω μέσω των εθνών τούτων δεν θέλεις ευρεί ανάπαυσιν, ουδέ θέλει έχει στάσιν το ίχνος του ποδός σου· αλλά θέλει σοι δώσει ο Κύριος εκεί καρδίαν τρέμουσαν και μαραινομένους οφθαλμούς και τηκομένην ψυχήν. 66 Και η ζωή σου θέλει είσθαι κρεμαμένη ενώπιόν σου· και θέλεις φοβείσθαι νύκτα και ημέραν, και δεν θέλεις πιστεύει εις την ζωήν σου. 67 Το πρωΐ θέλεις ειπεί, Είθε να ήτο εσπέρα και την εσπέραν θέλεις ειπεί, Είθε να ήτο πρωΐ διά τον φόβον της καρδίας σου, τον οποίον θέλεις φοβείσθαι, και διά τα θεάματα των οφθαλμών σου, τα οποία θέλεις βλέπει. 68 Και θέλει σε επαναφέρει ο Κύριος εις την Αίγυπτον με πλοία, από της οδού περί της οποίας σοι είπα, Δεν θέλεις πλέον ιδεί αυτήν άλλην φοράν· και θέλετε πωλείσθαι εκεί εις τους εχθρούς σας ως δούλοι και δούλαι και δεν θέλει είσθαι ο αγοράζων.
Deuteronomy · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)
Deuteronomy 28 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)
Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings
Notes on this text (2)
- The Old Testament is translated from the Hebrew, not from the Septuagint read in the Orthodox Church; there are no deuterocanonical books.
- Katharevousa (learned 19th-century Greek), as in the CrossWire module (text from theword.gr).
People & places in this chapter
From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.
People
Moses
Drawn from the Nile, he led Israel out of Egypt and received God's Law.
Cited in the guide: Exodus 2–Deuteronomy 34
Cross references (67)
Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.
- 1 Isaiah 1:19; Exodus 23:22; Leviticus 26:3–13; Luke 11:28; John 15:14
- 2 Zechariah 1:6; Deuteronomy 28:15; 1 Timothy 4:8; Deuteronomy 28:45
- 3 Genesis 39:5; Psalm 144:12–15; Haggai 2:19; Genesis 26:12; Psalm 107:36–37
- 4 Proverbs 10:22; Deuteronomy 7:13; Genesis 49:25; Psalm 128:3; Leviticus 26:9
- 6 Psalm 121:8; Numbers 27:17; 2 Chronicles 1:10; 2 Samuel 3:25; Deuteronomy 31:2
- 7 2 Samuel 22:38–41; Leviticus 26:7–8; Psalm 89:23; 2 Chronicles 32:21–22; 2 Chronicles 19:4
- 8 Deuteronomy 15:10; Leviticus 26:10; Proverbs 3:9–10; Psalm 133:3; Luke 12:18
- 9 Deuteronomy 7:6; Exodus 19:5–6; Deuteronomy 26:18–19; Deuteronomy 13:17; Titus 2:14
- 10 2 Chronicles 7:14; Deuteronomy 11:25; Daniel 9:18–19; Jeremiah 33:9; Numbers 6:27
- 11 Deuteronomy 30:9; Proverbs 10:22; Leviticus 26:9; Deuteronomy 28:4; Psalm 132:11
- 12 Deuteronomy 15:6; Joel 2:23–24; Deuteronomy 11:14; Leviticus 26:4; Deuteronomy 15:10
- 13 Deuteronomy 28:1; Deuteronomy 4:6–9; Philippians 1:27; Numbers 24:18–19; Isaiah 9:14–15
- 14 Isaiah 30:21; Deuteronomy 5:32; Proverbs 4:26–27; Deuteronomy 11:16; Deuteronomy 11:26–28
- 15 Malachi 2:2; Deuteronomy 28:2; Lamentations 2:17; Romans 2:8–9; Leviticus 26:14–46
- 16 Malachi 3:9–12; Haggai 1:9–11; Jeremiah 44:22; Jeremiah 14:2–5; Lamentations 2:11–22
- 17 Haggai 1:6; Deuteronomy 28:5; Luke 16:25; Psalm 69:22; Zechariah 5:3–4
- 18 Leviticus 26:26; Leviticus 26:19–20; Deuteronomy 28:16; Deuteronomy 5:9; Job 18:16–19
- 19 Deuteronomy 28:6; 2 Chronicles 15:5; Judges 5:6–7
- 20 Isaiah 51:20; Isaiah 66:15; Malachi 2:2; Deuteronomy 4:26; John 3:36
- 21 Leviticus 26:25; Jeremiah 24:10; Jeremiah 16:4; Jeremiah 15:2; Numbers 14:12
- 22 Amos 4:9; Leviticus 26:16; Haggai 2:17; 1 Kings 8:37; 2 Chronicles 6:28
- 23 Leviticus 26:19; Jeremiah 14:1–6; 1 Kings 18:2; 1 Kings 17:1; Amos 4:7
- 24 Deuteronomy 28:12; Isaiah 5:24; Amos 4:11; Job 18:15–21; Genesis 19:24
- 25 Ezekiel 23:46; Isaiah 30:17; Jeremiah 24:9; Deuteronomy 32:30; Deuteronomy 28:7
- 26 Jeremiah 16:4; Jeremiah 34:20; Jeremiah 7:33; Jeremiah 19:7; Jeremiah 8:1
- 27 1 Samuel 5:6; Exodus 15:26; Exodus 9:9; Leviticus 21:20; Deuteronomy 28:35
- 28 2 Thessalonians 2:9–11; Isaiah 19:11–17; Isaiah 6:9–10; Jeremiah 4:9; 1 Samuel 16:14
- 29 Isaiah 59:10; Job 5:14; Judges 6:1–6; Judges 10:8; Psalm 106:40–42
- 30 Amos 5:11; Jeremiah 8:10; Jeremiah 12:13; Isaiah 5:9–10; Lamentations 5:2
- 31 Job 1:14–15; Judges 6:1
- 32 Deuteronomy 28:41; Joel 3:6; Job 17:5; 2 Chronicles 29:9; Lamentations 5:17
- 33 Jeremiah 5:17; Leviticus 26:16; Deuteronomy 28:29–30; Jeremiah 4:17; Jeremiah 5:15
- 34 Isaiah 33:14; Deuteronomy 28:28; Deuteronomy 28:68; Revelation 16:10–11; Jeremiah 25:15–16
- 35 Deuteronomy 28:27; Isaiah 3:17; Isaiah 1:6; Isaiah 3:24; Job 2:6–7
- 36 Deuteronomy 4:28; Jeremiah 16:13; 2 Kings 25:11; 2 Chronicles 36:20; 2 Chronicles 36:6
- 37 Jeremiah 24:9; Jeremiah 25:9; 1 Kings 9:7–8; Psalm 44:13–14; 2 Chronicles 7:20
- 38 Haggai 1:6; Micah 6:15; Joel 1:4; Amos 4:9; Joel 2:25
- 39 Isaiah 17:10–11; Isaiah 5:10; Joel 1:4–7; Jonah 4:7; Joel 2:2–4
- 40 Micah 6:15; Psalm 23:5; Psalm 104:15
- 41 Deuteronomy 28:32; Lamentations 1:5; 2 Kings 24:14
- 42 Amos 7:1–2; Deuteronomy 28:38–39
- 43 Deuteronomy 28:13; 1 Samuel 13:19–23; Judges 4:2–3; 2 Kings 24:14–16; Judges 15:11–12
- 44 Deuteronomy 28:12–13; Lamentations 1:5
- 45 Deuteronomy 28:15; Isaiah 1:20; Jeremiah 7:22–25; Lamentations 2:15–17; Isaiah 65:14–15
- 46 Isaiah 8:18; Ezekiel 14:8; Deuteronomy 28:37; Jeremiah 25:18; Deuteronomy 29:28
- 47 Deuteronomy 16:11; Nehemiah 9:35–37; Deuteronomy 12:7–12; 1 Timothy 6:17–19; Deuteronomy 32:13–15
- 48 Jeremiah 28:13–14; Ezekiel 17:12; Lamentations 5:2–6; Jeremiah 44:22; Ezekiel 4:16–17
- 49 Lamentations 4:19; Jeremiah 48:40; Jeremiah 49:22; Hosea 8:1; Jeremiah 5:15–17
- 50 Isaiah 47:6; 2 Chronicles 36:17; Ecclesiastes 8:1; Proverbs 7:13; Hosea 13:16
- 51 Deuteronomy 28:33; Isaiah 62:8; Jeremiah 15:13; Habakkuk 3:16–17; Jeremiah 17:3
- 52 Ezekiel 4:1–8; Zechariah 12:2; Jeremiah 10:18; 2 Kings 25:1–4; Zephaniah 1:15–16
- 53 Lamentations 4:10; Jeremiah 19:9; Leviticus 26:29; Deuteronomy 28:57; 2 Kings 6:28–29
- 54 Deuteronomy 15:9; Deuteronomy 13:6; Matthew 20:15; Proverbs 28:22; Proverbs 23:6
- 55 Jeremiah 5:10; Jeremiah 34:2; Jeremiah 52:6
- 56 Deuteronomy 28:54; Lamentations 4:3–6; Isaiah 3:16
- 57 Genesis 49:10; Isaiah 49:15
- 58 Isaiah 42:8; Jeremiah 7:26–28; Exodus 3:14–15; Exodus 34:5–7; Hebrews 12:28–29
- 59 Mark 13:19; Daniel 9:12; Deuteronomy 29:20–28; 1 Kings 16:3–4; Deuteronomy 31:17–18
- 60 Deuteronomy 7:15; Exodus 15:26; Deuteronomy 28:27
- 61 Deuteronomy 4:25–26
- 62 Deuteronomy 4:27; Deuteronomy 10:22; Nehemiah 9:23; Isaiah 24:6; 2 Kings 24:14
- 63 Proverbs 1:26; Isaiah 1:24; Ezekiel 5:13; Ezekiel 33:11; Jeremiah 18:7
- 64 Deuteronomy 4:27–28; Leviticus 26:33; Jeremiah 16:13; Deuteronomy 28:36; Nehemiah 1:8
- 65 Leviticus 26:36; Leviticus 26:16; Amos 9:4; Genesis 8:9; Romans 11:10
- 66 Revelation 6:15–17; Lamentations 1:13; Hebrews 10:27; Deuteronomy 28:67
- 67 Deuteronomy 28:34; Job 7:3–4; Revelation 9:6
- 68 Jeremiah 44:12; Jeremiah 43:7; Hosea 8:13; Hosea 9:3; Deuteronomy 17:16
Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences
What the Fathers said
Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).
How these were chosen
“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).
And that it was Life, which hung on the Cross, Moses says, weeping, And thy life shall be hanging before thine eyes; and thou shalt be afraid day and night, and thou shalt not trust thy life.
Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)
In the curses on Israel it is said, "And thy heaven that is over thy head shall be brass." What does this mean?
Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 8 (1895)
… ready to fall down, if a person leaving the whole, has patched up the foundation, straightway we say, he has made it new, when he has taken some parts away, and brought others into their place. For even the heaven also is thus called new,' when it is no longer of brass,' but gives rain; and the earth likewise is …
Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 14 (1889)