Skip to the text

Jeremiah · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Jeremiah 5 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Περιέλθετε εν ταις οδοίς της Ιερουσαλήμ και ιδέτε τώρα και μάθετε και ζητήσατε εν ταις πλατείαις αυτής, εάν δύνασθε να εύρητε άνθρωπον, εάν υπάρχη ο ποιών κρίσιν, ο ζητών αλήθειαν· και θέλω συγχωρήσει εις αυτήν. 2 Και αν λέγωσι, Ζη ο Κύριος, ψευδώς τωόντι ομνύουσι. 3 Κύριε, δεν επιβλέπουσιν οι οφθαλμοί σου επί την αλήθειαν; εμαστίγωσας αυτούς και δεν επόνεσαν· κατηνάλωσας αυτούς και δεν ηθέλησαν να δεχθώσι διόρθωσιν εσκλήρυναν τα πρόσωπα αυτών υπέρ τον βράχον· δεν ηθέλησαν να επιστρέψωσι. 4 Τότε εγώ είπα, Ούτοι βεβαίως είναι πτωχοί· είναι άφρονες· διότι δεν γνωρίζουσι την οδόν του Κυρίου, την κρίσιν του Θεού αυτών· 5 θέλω υπάγει προς τους μεγάλους και θέλω λαλήσει προς αυτούς· διότι αυτοί εγνώρισαν την οδόν του Κυρίου, την κρίσιν του Θεού αυτών· αλλά και ούτοι πάντες ομού συνέτριψαν τον ζυγόν, έκοψαν τους δεσμούς. 6 Διά τούτο λέων εκ του δάσους θέλει φονεύσει αυτούς, λύκος της ερήμου θέλει εξολοθρεύσει αυτούς, πάρδαλις θέλει κατασκοπεύσει επί τας πόλεις αυτών· πας όστις εξέλθη εκείθεν, θέλει κατασπαραχθή· διότι επληθύνθησαν αι παραβάσεις αυτών, ηυξήνθησαν αι αποστασίαι αυτών. 7 Πως θέλω συγχωρήσει εις σε διά τούτο; οι υιοί σου με εγκατέλιπον και ώμνυον εις τους μη θεούς· αφού εχόρτασα αυτούς, τότε εμοίχευον και συνεσωρεύοντο εις οίκον πόρνης. 8 Ήσαν ως οι κεχορτασμένοι ίπποι το πρωΐ· έκαστος εχρεμέτιζε κατόπιν της γυναικός του πλησίον αυτού. 9 Δεν θέλω κάμει διά ταύτα επίσκεψιν; λέγει Κύριος· και η ψυχή μου δεν θέλει εκδικηθή εναντίον έθνους τοιούτου; 10 Ανάβητε επί τα τείχη αυτής και κρημνίζετε, πλην μη κάμητε συντέλειαν· αφαιρέσατε τας επάλξεις αυτής, διότι δεν είναι του Κυρίου· 11 διότι ο οίκος Ισραήλ και ο οίκος Ιούδα εφέρθησαν πολλά απίστως προς εμέ, λέγει Κύριος. 12 Ηρνήθησαν τον Κύριον και είπον, Δεν είναι αυτός, και δεν θέλει ελθεί κακόν εφ' ημάς, ουδέ θέλομεν ιδεί μάχαιραν ή πείναν· 13 και οι προφήται είναι άνεμος και ο λόγος δεν υπάρχει εν αυτοίς· εις αυτούς θέλει γείνει ούτω. 14 Διά τούτο ούτω λέγει Κύριος ο Θεός των δυνάμεων· Επειδή λαλείτε τον λόγον τούτον, ιδού, εγώ θέλω κάμει τους λόγους μου εν τω στόματί σου πυρ και τον λαόν τούτον ξύλα και θέλει καταφάγει αυτούς. 15 Ιδού, εγώ θέλω φέρει εφ' υμάς έθνος μακρόθεν, οίκος Ισραήλ, λέγει Κύριος· είναι έθνος ισχυρόν, είναι έθνος αρχαίον, έθνος του οποίου δεν γνωρίζεις την γλώσσαν ουδέ καταλαμβάνεις τι λέγουσιν. 16 Η φαρέτρα αυτών είναι ως τάφος ανεωγμένος· είναι πάντες ισχυροί. 17 Και θέλουσι κατατρώγει τον θερισμόν σου και τον άρτον σου, τον οποίον οι υιοί σου και αι θυγατέρες σου ήθελον τρώγει· θέλουσι κατατρώγει τα ποίμνιά σου και τας αγέλας σου· θέλουσι κατατρώγει τους αμπελώνάς σου και τας συκέας σου· θέλουσιν εξολοθρεύσει διά της ρομφαίας τας οχυράς πόλεις σου, επί τας οποίας συ ήλπιζες. 18 Και όμως, εν ταις ημέραις εκείναις, λέγει Κύριος, δεν θέλω κάμει συντέλειαν εις εσάς. 19 Και όταν είπητε, Διά τι έκαμε Κύριος ο Θεός ημών πάντα ταύτα εις ημάς; τότε θέλεις ειπεί προς αυτούς, Καθώς με εγκατελίπετε και εδουλεύσατε θεούς ξένους εν τη γη υμών, ούτω θέλετε δουλεύσει ξένους εν γη ουχί υμών. 20 Αναγγείλατε τούτο προς τον οίκον Ιακώβ και κηρύξατε αυτό εν Ιούδα, λέγοντες; 21 Ακούσατε τώρα τούτο, λαέ μωρέ και ασύνετε· οίτινες οφθαλμούς έχετε και δεν βλέπετε· ώτα έχετε και δεν ακούετε· 22 εμέ δεν φοβείσθε; λέγει Κύριος· δεν θέλετε τρέμει ενώπιόν μου, όστις έθεσα την άμμον όριον της θαλάσσης κατά πρόσταγμα αιώνιον, και δεν θέλει υπερβή αυτό· και τα κύματα αυτής συνταράσσονται, όμως δεν θέλουσιν υπερισχύσει· και ηχούσιν, όμως δεν θέλουσιν υπερβή αυτό; 23 Αλλ' ούτος ο λαός έχει καρδίαν στασιαστικήν και απειθή· απεστάτησαν και απήλθον. 24 Και δεν είπον εν τη καρδία αυτών, Ας φοβηθώμεν τώρα Κύριον τον Θεόν ημών, όστις δίδει βροχήν πρώϊμον και όψιμον εν τω καιρώ αυτής· φυλάττει δι' ημάς τας διωρισμένας εβδομάδας του θερισμού. 25 Αι ανομίαι σας απέστρεψαν ταύτα και αι αμαρτίαι σας εμπόδισαν το αγαθόν από σας. 26 Διότι ευρέθησαν εν τω λαώ μου ασεβείς· έστησαν ενέδραν, καθώς ο στήνων βρόχια· θέτουσι παγίδα, συλλαμβάνουσιν ανθρώπους. 27 Καθώς το κλωβίον είναι πλήρες πτηνών, ούτως οι οίκοι αυτών είναι πλήρεις δόλου· διά τούτο εμεγαλύνθησαν και επλούτησαν. 28 Επαχύνθησαν, αποστίλβουσιν· υπερέβησαν μάλιστα τας πράξεις των ασεβών· δεν κρίνουσι την κρίσιν, την κρίσιν του ορφανού, και ευημερούσι· και το δίκαιον των πενήτων δεν κρίνουσι. 29 Δεν θέλω κάμει διά ταύτα επίσκεψιν; λέγει Κύριος· η ψυχή μου δεν θέλει εκδικηθή εναντίον έθνους, τοιούτου; 30 Έκπληξις και φρίκη έγειναν εν τη γη. 31 Οι προφήται προφητεύουσι ψευδώς και οι ιερείς δεσπόζουσι διά μέσου αυτών· και ο λαός μου αγαπά ούτω· και τι θέλετε κάμει εις το μετά ταύτα;

Cross references (30)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Genesis 18:23–32; 2 Chronicles 16:9; Ezekiel 22:30; Psalm 14:3; Psalm 53:2–4
  2. 2 Titus 1:16; Jeremiah 4:2; Leviticus 19:12; 2 Timothy 3:5; Hosea 4:1–2
  3. 3 Jeremiah 7:28; Jeremiah 2:30; 2 Chronicles 16:9; Zephaniah 3:7; Isaiah 9:13
  4. 4 Hosea 4:6; Jeremiah 8:7; Isaiah 28:9–13; Matthew 11:5; Jeremiah 4:22
  5. 5 Jeremiah 2:20; James 2:5–7; Luke 18:24; Luke 19:14; Acts 4:26–27
  6. 6 Jeremiah 4:7; Habakkuk 1:8; Ezekiel 22:27; Zephaniah 3:3; Revelation 13:2
  7. 7 Galatians 4:8; Joshua 23:7; Deuteronomy 32:21; Jeremiah 2:11; Zephaniah 1:5
  8. 8 Jeremiah 13:27; 2 Samuel 11:2–4; Ezekiel 22:11; Deuteronomy 5:18; Exodus 20:14
  9. 9 Jeremiah 9:9; Jeremiah 5:29; Isaiah 1:24; Lamentations 4:22; Nahum 1:2
  10. 10 Jeremiah 4:27; Hosea 1:9; Amos 9:8; Matthew 22:7; Psalm 78:61–62
  11. 11 Jeremiah 3:20; Isaiah 48:8; Jeremiah 3:6–11; Hosea 5:7; Hosea 6:7
  12. 12 2 Chronicles 36:16; Isaiah 28:14–15; Jeremiah 43:2–3; Ezekiel 12:22–28; Jeremiah 23:14–17
  13. 13 Jeremiah 14:15; Jeremiah 14:13; Job 8:2; Jeremiah 20:8–11; Jeremiah 18:18
  14. 14 Jeremiah 23:29; Jeremiah 1:9; Hosea 6:5; Revelation 11:5–6; Zechariah 1:6
  15. 15 Deuteronomy 28:49; Jeremiah 4:16; Isaiah 33:19; Isaiah 28:11; Isaiah 5:26
  16. 16 Isaiah 5:28; Psalm 5:9; Romans 3:13
  17. 17 Leviticus 26:16; Deuteronomy 28:33; Hosea 8:14; Jeremiah 50:7; Jeremiah 4:26
  18. 18 Jeremiah 5:10; Jeremiah 4:27; Romans 11:1–5; Ezekiel 9:8; Ezekiel 11:13
  19. 19 1 Kings 9:8–9; Deuteronomy 28:47–48; Jeremiah 22:8–9; Jeremiah 13:22; Jeremiah 16:13
  20. 21 Acts 28:26; Ezekiel 12:2; Isaiah 6:9–10; Romans 11:8; John 12:40
  21. 22 Job 38:10–11; Psalm 104:9; Job 26:10; Proverbs 8:29; Deuteronomy 28:58
  22. 23 Jeremiah 6:28; Deuteronomy 21:18; Hebrews 3:12; Psalm 95:10; Hosea 11:7
  23. 24 Psalm 147:8; Genesis 8:22; Joel 2:23; Jeremiah 14:22; Acts 14:17
  24. 25 Isaiah 59:2; Psalm 107:34; Psalm 107:17; Deuteronomy 28:23–24; Jeremiah 2:17–19
  25. 26 Proverbs 1:11; Psalm 64:5; Jeremiah 18:22; Ezekiel 22:2–12; Psalm 10:9–10
  26. 27 Jeremiah 9:6; Amos 8:4–6; Proverbs 1:11–13; Micah 1:12; Revelation 18:2
  27. 28 Isaiah 1:23; Deuteronomy 32:15; Psalm 73:12; Zechariah 7:10; Jeremiah 7:6
  28. 29 Jeremiah 5:9; Malachi 3:5; James 5:4; Jeremiah 9:9
  29. 30 Jeremiah 23:14; Hosea 6:10; Isaiah 1:2; Jeremiah 2:12
  30. 31 Ezekiel 13:6; Jeremiah 14:14; Micah 2:11; 2 Thessalonians 2:9–11; 2 Timothy 4:3–4

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 5:8 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book IV, Chapter XL)

    Wherefore the prophet David says, "Man, being placed in honour, is made like unto cattle." And again Jeremiah says, "They are become like horses, furious about females; each one neighed after his neighbour's wife." And Isaiah, when preaching in Judea, and reasoning with Israel, termed them "rulers of Sodom" and "people of Gomorrah;" intimating that they were like the Sodomites …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Quotes verse 5:30 Augustine of Hippo, On Christian Doctrine (Book IV, Chapters 11–14)

    … of the synagogue of the Jews: "A wonderful and horrible thing is committed in the land: the prophets prophesy falsely, and the priests applaud them with their hands; and my people love to have it so: and what will ye do in the end thereof?" O eloquence, which is the more terrible from its purity, and the more crushing from …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  3. Quotes verse 5:22 Basil of Caesarea, Hexaemeron (Homily IV)

    "Fear ye not me, saith the Lord....which have placed the sand for the bound of the sea." A grain of sand, the weakest thing possible, curbs the violence of the ocean.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 8 (1895)