Skip to the text

Jeremiah · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Jeremiah 8 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Εν τω καιρώ εκείνω, λέγει Κύριος, θέλουσιν εκρίψει τα οστά των βασιλέων του Ιούδα και τα οστά των αρχόντων αυτού και τα οστά των ιερέων, και τα οστά των προφητών και τα οστά των κατοίκων της Ιερουσαλήμ, από των τάφων αυτών· 2 και θέλουσιν απλώσει αυτά κατέναντι του ηλίου και της σελήνης και κατέναντι πάσης της στρατιάς του ουρανού, τα οποία ηγάπησαν και τα οποία ελάτρευσαν και οπίσω των οποίων περιεπάτησαν και τα οποία εξεζήτησαν και τα οποία προσεκύνησαν· δεν θέλουσι συναχθή ουδέ ταφή· θέλουσιν είσθαι διά κοπρίαν επί του προσώπου της γης. 3 Και ο θάνατος θέλει είσθαι προτιμότερος παρά την ζωήν εις άπαν το υπόλοιπον των εναπολειφθέντων από εκείνης της πονηράς γενεάς, όσοι ήθελον μείνει εν πάσι τοις τόποις, όπου ήθελον εξώσει αυτούς, λέγει ο Κύριος των δυνάμεων. 4 Και θέλεις ειπεί προς αυτούς, Ούτω λέγει Κύριος· Εάν τις πέση, δεν σηκόνεται; εάν τις εκκλίνη, δεν θέλει επιστρέψει; 5 Διά τι ο λαός ούτος της Ιερουσαλήμ εστράφη παντοτεινήν στροφήν; προσηλόνονται εις την απάτην, αρνούνται να επιστρέψωσιν. 6 Ηκροάσθην και ήκουσα, αλλά δεν ελάλησαν εν ευθύτητι· δεν υπάρχει ουδείς μετανοών από της κακίας αυτού, λέγων, Τι έπραξα; πας τις εστράφη εις την οδόν αυτού, ως ίππος εφορμών εις την μάχην. 7 Και αυτός ο πελαργός εν τω ουρανώ γνωρίζει τους διωρισμένους καιρούς αυτού· και η τρυγών και ο γερανός και η χελιδών φυλάττουσι τον καιρόν της ελεύσεως αυτών· ο δε λαός μου δεν γνωρίζει την κρίσιν του Κυρίου. 8 Πως λέγετε, Είμεθα σοφοί, και ο νόμος του Κυρίου είναι μεθ' ημών; ιδού, βεβαίως εις μάτην έγεινε τούτο· ο κάλαμος των γραμματέων είναι ψευδής. 9 Οι σοφοί κατησχύνθησαν, επτοήθησαν και συνελήφθησαν, διότι απέρριψαν τον λόγον του Κυρίου· και ποία σοφία είναι εν αυτοίς; 10 Διά τούτο θέλω δώσει τας γυναίκας αυτών εις άλλους, τους αγρούς αυτών εις εκείνους οίτινες θέλουσι κληρονομήσει αυτούς· διότι πας τις από μικρού έως μεγάλου εδόθη εις πλεονεξίαν· από προφήτου έως ιερέως, πας τις πράττει ψεύδος. 11 Διότι ιάτρευσαν το σύντριμμα της θυγατρός του λαού μου επιπολαίως, λέγοντες, Ειρήνη, ειρήνη· και δεν υπάρχει ειρήνη. 12 Μήπως ησχύνθησαν ότι έπραξαν βδέλυγμα; μάλιστα ουδόλως δεν ησχύνθησαν ουδέ ηρυθρίασαν· διά τούτο θέλουσι πέσει μεταξύ των πιπτόντων· εν τω καιρώ της επισκέψεως αυτών θέλουσιν απολεσθή, είπε Κύριος. 13 Εξάπαντος θέλω αναλώσει αυτούς, λέγει Κύριος· δεν θέλουσιν είσθαι σταφυλαί εν τη αμπέλω ουδέ σύκα εν τη συκέα και το φύλλον θέλει μαρανθή· και τα αγαθά, τα οποία έδωκα εις αυτούς, θέλουσι φύγει απ' αυτών. 14 Διά τι καθήμεθα; συνάχθητε και ας εισέλθωμεν εις τας οχυράς πόλεις και ας κατασιωπήσωμεν εκεί, διότι Κύριος ο Θεός ημών κατεσιώπησεν ημάς και επότισεν ημάς ύδωρ χολής, επειδή ημαρτήσαμεν εις τον Κύριον. 15 Επροσμείναμεν ειρήνην, αλλ' ουδέν αγαθόν· καιρόν θεραπείας, αλλ' ιδού, ταραχή. 16 Το φρύαγμα των ίππων αυτού ηκούσθη από Δάν· πάσα η γη εσείσθη από του ήχου του χρεμετισμού των ρωμαλέων ίππων αυτού· διότι ήλθον και κατέφαγον την γην και το πλήρωμα αυτής· την πόλιν και τους κατοικούντας εν αυτή· 17 διότι, ιδού, εγώ εξαποστέλλω προς εσάς όφεις, βασιλίσκους, οίτινες δεν θέλουσι γοητεύεσθαι αλλά θέλουσι σας δαγκάνει, λέγει Κύριος. 18 Ηθέλησα να παρηγορηθώ από της λύπης, αλλ' η καρδία μου είναι εκλελυμένη εντός μου. 19 Ιδού, φωνή κραυγής της θυγατρός του λαού μου από γης μακράς. Δεν είναι ο Κύριος εν Σιών; ο βασιλεύς αυτής δεν είναι εν αυτή; Διά τι με παρώργισαν με τα γλυπτά αυτών, με ματαιότητας ξένας; 20 Παρήλθεν ο θερισμός, ετελείωσε το θέρος, και ημείς δεν εσώθημεν. 21 Διά το σύντριμμα της θυγατρός του λαού μου επληγώθην, είμαι εις πένθος, έκπληξις με κατέλαβε. 22 Δεν είναι βάλσαμον εν Γαλαάδ; δεν είναι εκεί ιατρός; διά τι λοιπόν η θυγάτηρ του λαού μου δεν ανέλαβε την υγείαν αυτής;

Cross references (22)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Ezekiel 6:5; 2 Chronicles 34:4–5; 2 Kings 23:20; 2 Kings 23:16; 1 Kings 13:2
  2. 2 2 Kings 23:5; Deuteronomy 4:19; Zephaniah 1:5; Jeremiah 9:22; Acts 7:42
  3. 3 Revelation 9:6; Jeremiah 29:14; Jeremiah 23:8; Jeremiah 23:3; Deuteronomy 30:4
  4. 4 Proverbs 24:16; Micah 7:8; Isaiah 55:7; Jeremiah 3:1; Hosea 6:1
  5. 5 Jeremiah 9:6; Zechariah 7:11; Jeremiah 5:3; Hebrews 12:25; John 5:40
  6. 6 Psalm 14:2; Ezekiel 18:28; Luke 15:17–19; 2 Peter 3:9; Isaiah 30:18
  7. 7 Isaiah 1:3; Jeremiah 5:4–5; Isaiah 5:12; Proverbs 6:6–8; Song of Songs 2:12
  8. 8 John 9:41; Isaiah 10:1–2; Job 5:12–13; Matthew 15:6; 1 Corinthians 3:18–20
  9. 9 Psalm 119:98–100; Job 5:12; Jeremiah 6:15; Psalm 19:7; Isaiah 19:11
  10. 10 Jeremiah 6:12–13; Ezekiel 33:31; Amos 5:11; Zephaniah 1:13; Ezekiel 22:27–28
  11. 11 Jeremiah 6:14; Ezekiel 13:10–16; Jeremiah 28:3–9; Jeremiah 27:9–10; Lamentations 2:14
  12. 12 Jeremiah 3:3; Isaiah 3:9; Deuteronomy 32:35; Jeremiah 6:15; Psalm 52:7
  13. 13 Matthew 21:19; Joel 1:7; Psalm 1:3–4; Jeremiah 17:8; Haggai 2:17
  14. 14 Jeremiah 23:15; Jeremiah 9:15; Psalm 69:21; Jeremiah 35:11; Lamentations 3:19
  15. 15 Jeremiah 14:19; Micah 1:12; 1 Thessalonians 5:3; Jeremiah 4:10; Jeremiah 8:11
  16. 16 Judges 5:22; 1 Corinthians 10:28; Judges 18:29; Jeremiah 4:15–16; Judges 20:1
  17. 17 Psalm 58:4–5; Ecclesiastes 10:11; Deuteronomy 32:24; Isaiah 14:29; Numbers 21:6
  18. 18 Jeremiah 6:24; Lamentations 1:16–17; Isaiah 22:4; Lamentations 5:17; Jeremiah 10:19–22
  19. 19 Isaiah 39:3; Isaiah 13:5; Revelation 2:1; Jeremiah 14:19; Isaiah 33:22
  20. 20 Luke 13:25; Proverbs 10:5; Matthew 25:1–12; Luke 19:44; Hebrews 3:7–15
  21. 21 Jeremiah 14:17; Nahum 2:10; Joel 2:6; Song of Songs 1:5–6; Psalm 137:3–6
  22. 22 Jeremiah 46:11; Genesis 37:25; Jeremiah 51:8; Jeremiah 30:12–17; Luke 8:43

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 8:16 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book V, Chapters XXVII–XXVIII)

    … hear the voice of his swift horses from Dan; the whole earth shall be moved by the voice of the neighing of his galloping horses: he shall also come and devour the earth, and the fulness thereof, the city also, and they that dwell therein." This, too, is the reason that this tribe is not reckoned in the Apocalypse along …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Quotes verse 8:4 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily LXXXVI)

    But about not despairing, it is said, "Doth he fall, and not arise? Doth he turn away, and not return?" and, "I do not will the death of the sinner, so much as that he should turn and live:" and, "To-day if ye will hear His voice:" and many other such things, both sayings and examples are set in the …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  3. Quotes verse 8:1 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture II)

    Hast thou not heard that he brought out the bones of the kings from their graves into the light?

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)