Skip to the text

Exodus · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Exodus 19 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Εις τον τρίτον μήνα της εξόδου των υιών Ισραήλ εκ της Αιγύπτου, την ημέραν ταύτην ήλθον εις την έρημον Σινά. 2 Εσηκώθησαν δε από Ραφιδείν και ήλθον εις την έρημον Σινά και εστρατοπέδευσαν εν τη ερήμω· και εκεί κατεσκήνωσεν ο Ισραήλ απέναντι του όρους. 3 Ο δε Μωϋσής ανέβη προς τον Θεόν· και εκάλεσεν αυτόν ο Κύριος εκ του όρους, λέγων, Ούτω θέλεις ειπεί προς τον οίκον Ιακώβ, και αναγγείλει προς τους υιούς Ισραήλ. 4 Σεις είδετε όσα έκαμα εις τους Αιγυπτίους, και σας εσήκωσα ως επί πτερύγων αετού και σας έφερα προς εμαυτόν· 5 τώρα λοιπόν εάν τωόντι υπακούσητε εις την φωνήν μου, και φυλάξητε την διαθήκην μου, θέλετε είσθαι εις εμέ ο εκλεκτός από πάντων των λαών· διότι ιδική μου είναι πάσα η γή· 6 και σεις θέλετε είσθαι εις εμέ βασίλειον ιεράτευμα και έθνος άγιον. Ούτοι είναι οι λόγοι, τους οποίους θέλεις ειπεί προς τους υιούς Ισραήλ. 7 Και ήλθεν ο Μωϋσής και εκάλεσε τους πρεσβυτέρους του λαού και έθεσεν έμπροσθεν αυτών πάντας εκείνους τους λόγους, τους οποίους προσέταξεν εις αυτόν ο Κύριος. 8 Και απεκρίθη ομοφώνως πας ο λαός, λέγων, Πάντα όσα είπεν ο Κύριος θέλομεν πράξει. Και ανέφερεν ο Μωϋσής προς τον Κύριον τους λόγους του λαού. 9 Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Ιδού, εγώ έρχομαι προς σε εν νεφέλη πυκνή, διά να ακούση ο λαός όταν λαλήσω προς σε, και έτι να πιστεύη εις σε πάντοτε. Ανήγγειλε δε ο Μωϋσής προς τον Κύριον τους λόγους του λαού. 10 Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Ύπαγε προς τον λαόν και αγίασον αυτούς σήμερον και αύριον, και ας πλύνωσι τα ιμάτια αυτών· 11 και ας ήναι έτοιμοι εις την ημέραν την τρίτην· διότι εν τη ημέρα τη τρίτη θέλει καταβή ο Κύριος επί το όρος Σινά ενώπιον παντός του λαού· 12 και θέλεις βάλει εις τον λαόν όρια κυκλόθεν, λέγων, Προσέχετε εις εαυτούς μη αναβήτε εις το όρος ή εγγίσητε εις τα άκρα αυτού· όστις εγγίση το όρος, θέλει εξάπαντος θανατωθή· 13 δεν θέλει εγγίσει εις αυτόν χειρ, διότι με λίθους θέλει λιθοβοληθή ή με βέλη θέλει κατατοξευθή· είτε ζώον είναι είτε άνθρωπος, δεν θέλει ζήσει. Όταν η σάλπιγξ ηχήση, τότε θέλουσιν αναβή επί το όρος. 14 Και κατέβη ο Μωϋσής από του όρους προς τον λαόν και ηγίασε τον λαόν· και έπλυναν τα ιμάτια αυτών. 15 Και είπε προς τον λαόν, Γίνεσθε έτοιμοι διά την ημέραν την τρίτην· μη πλησιάσητε εις γυναίκα. 16 Και εν τη ημέρα τη τρίτη το πρωΐ έγειναν βρονταί και αστραπαί, και νεφέλη πυκνή ήτο επί του όρους, και φωνή σάλπιγγος δυνατή σφόδρα· και έτρεμε πας ο λαός ο εν τω στρατοπέδω. 17 Τότε εξήγαγεν ο Μωϋσής τον λαόν εκ του στρατοπέδου εις την συνάντησιν του Θεού· και εστάθησαν υπό το όρος. 18 Το δε όρος Σινά ήτο όλον καπνός, διότι κατέβη ο Κύριος εν πυρί επ' αυτό· ανέβαινε δε ο καπνός αυτού ως καπνός καμίνου και όλον το όρος εσείετο σφόδρα. 19 Και ότε η φωνή της σάλπιγγος προέβαινεν αυξανομένη σφόδρα, ο Μωϋσής ελάλει και ο Θεός απεκρίνετο προς αυτόν μετά φωνής. 20 Και κατέβη ο Κύριος επί το όρος Σινά, επί την κορυφήν του όρους· και εκάλεσε Κύριος τον Μωϋσήν επί την κορυφήν του όρους, και ανέβη ο Μωϋσής. 21 Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Καταβάς, διαμαρτυρήθητι προς τον λαόν, μήποτε υπερβώσι τα όρια και αναβώσι προς τον Κύριον διά να περιεργασθώσι και πέσωσι πολλοί εξ αυτών· 22 και οι ιερείς δε οι πλησιάζοντες προς τον Κύριον ας αγιασθώσι, διά να μη εξορμήση ο Κύριος επ' αυτούς. 23 Και είπεν ο Μωϋσής προς τον Κύριον, Ο λαός δεν δύναται να αναβή εις το όρος Σινά· διότι συ προσέταξας εις ημάς, λέγων, Βάλε όρια κυκλόθεν του όρους και αγίασον αυτό. 24 Και είπε Κύριος προς αυτόν, Ύπαγε, κατάβα· έπειτα θέλεις αναβή, συ και ο Ααρών μετά σού· οι ιερείς όμως και ο λαός ας μη υπερβώσι τα όρια διά να αναβώσι προς τον Κύριον, διά να μη εξορμήση επ' αυτούς. 25 Και κατέβη ο Μωϋσής προς τον λαόν και ώμίλησε προς αυτούς.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Aaron

    First high priest

    Moses' brother and spokesman, Israel's first high priest.

    Cited in the guide: Exodus 4–40; Leviticus 8–10

  • Moses

    Deliverer and lawgiver

    Drawn from the Nile, he led Israel out of Egypt and received God's Law.

    Cited in the guide: Exodus 2–Deuteronomy 34

Places

  • Mount Sinai

    Today: Sinai Peninsula (traditional site)

    The location is strongly debated — traditional Jebel Musa in the southern Sinai Peninsula is only one of several proposals (approximate location). It is where the Law was given.

    Cited in the guide: Exodus 19:20; Exodus 3:1; Exodus 24:12

Cross references (24)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Exodus 16:1; Exodus 12:6; Exodus 12:2; Numbers 33:15; Leviticus 23:16–18
  2. 2 Exodus 3:1; Exodus 17:1; Exodus 3:12; Exodus 17:8; Exodus 18:5
  3. 3 Exodus 3:4; Deuteronomy 5:5–31; Acts 7:38; Exodus 24:15–18; Exodus 20:21
  4. 4 Deuteronomy 32:11–12; Isaiah 63:9; Isaiah 40:31; Deuteronomy 29:2; Revelation 12:14
  5. 5 Deuteronomy 14:2; Deuteronomy 7:6; Deuteronomy 26:18; Exodus 15:26; Malachi 3:17
  6. 6 Revelation 5:10; 1 Peter 2:9; 1 Peter 2:5; Deuteronomy 7:6; Revelation 1:6
  7. 7 Exodus 4:29–30; Exodus 3:16; 1 Corinthians 15:1
  8. 8 Exodus 24:7; Exodus 24:3; Joshua 24:24; Nehemiah 10:29; Deuteronomy 5:27–29
  9. 9 Deuteronomy 4:36; Exodus 19:16; Exodus 24:15–16; Psalm 97:2; Matthew 17:5
  10. 10 Hebrews 10:22; Leviticus 11:44–45; Genesis 35:2; Leviticus 11:25; Numbers 8:21
  11. 11 Exodus 19:16; John 3:13; Exodus 34:5; Deuteronomy 33:2; Exodus 19:18
  12. 12 Hebrews 12:20–21; Joshua 3:4; Exodus 19:21; Deuteronomy 4:9; Exodus 10:28
  13. 13 Exodus 19:16; 1 Thessalonians 4:16; Hebrews 12:20; Leviticus 20:15–16; Exodus 19:19
  14. 14 Exodus 19:10
  15. 15 1 Corinthians 7:5; Exodus 19:11; 1 Samuel 21:4–5; Joel 2:16; Zechariah 6:3
  16. 16 Hebrews 12:18–19; Psalm 18:11–14; Revelation 4:1; Hebrews 12:21; Revelation 4:5
  17. 17 Deuteronomy 4:10; Deuteronomy 5:5
  18. 18 Judges 5:5; Psalm 144:5; Revelation 15:8; Exodus 3:2; Genesis 19:28
  19. 19 Psalm 81:7; Exodus 19:16; Nehemiah 9:13; Hebrews 12:21; Exodus 19:13
  20. 20 Nehemiah 9:13; Exodus 24:18; Exodus 34:4; Exodus 24:12–13; Exodus 19:11
  21. 21 1 Samuel 6:19; Exodus 3:5; Hebrews 12:28–29; Exodus 19:12–13; Exodus 3:3
  22. 22 Exodus 24:5; 2 Samuel 6:6–8; Exodus 19:14–15; Acts 5:5; 1 Chronicles 13:9–11
  23. 23 Exodus 19:12; Joshua 3:4–5
  24. 24 Hebrews 4:16; Hebrews 12:18–25; Hebrews 12:29; John 1:17; Galatians 3:10–11

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 19:8 Augustine of Hippo, Expositions on the Psalms (Psalm LXXVIII)

    When they were bending and shooting bows, they did also utter the words of most forward promise, saying, "Whatsoever things the Lord our God hath spoken we will do, and we will hear." "They have been turned back in the day of war:" because the promise of obedience not hearing but temptation doth prove.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 8 (1888)

  2. Quotes verse 19:13 Gregory of Nazianzus, Theological Orations (The Fifth Theological Oration)

    For the Word is not stoned, but casts stones when He pleases; and uses a sling against wild beasts--that is, words--approaching the Mount in an unholy way.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)