Skip to the text

Exodus · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Exodus 18 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Ήκουσε δε ο Ιοθόρ, ο ιερεύς της Μαδιάμ, ο πενθερός του Μωϋσέως, πάντα όσα έκαμεν ο Θεός εις τον Μωϋσήν και εις τον Ισραήλ τον λαόν αυτού, ότι εξήγαγεν ο Κύριος τον Ισραήλ εξ Αιγύπτου. 2 Και έλαβεν ο Ιοθόρ, ο πενθερός του Μωϋσέως, Σεπφώραν την γυναίκα του Μωϋσέως, την οποίαν είχε πέμψει οπίσω, 3 και τους δύο αυτής υιούς, εκ των οποίων του ενός το όνομα ήτο Γηρσώμ, Διότι πάροικος, είπεν, εστάθην εν ξένη γή· 4 του δε άλλου το όνομα Ελιέζερ, Διότι ο Θεός, είπε, του πατρός μου εστάθη βοηθός μου και με έσωσεν εκ της μαχαίρας του Φαραώ· 5 και ήλθεν ο Ιοθόρ ο πενθερός του Μωϋσέως προς τον Μωϋσήν μετά των υιών αυτού και μετά της γυναικός αυτού εις την έρημον, όπου ήτο εστρατοπεδευμένος εις το όρος του Θεού· 6 και ανήγγειλε προς τον Μωϋσήν, Εγώ Ιοθόρ ο πενθερός σου έρχομαι προς σε και η γυνή σου και οι δύο υιοί αυτής μετ' αυτής. 7 Και εξήλθεν ο Μωϋσής εις συνάντησιν του πενθερού αυτού και προσεκύνησεν αυτόν και εφίλησεν αυτόν· και ηρώτησαν ο εις τον άλλον περί της υγείας αυτών, και εισήλθον εις την σκηνήν. 8 Και διηγήθη ο Μωϋσής προς τον πενθερόν αυτού πάντα όσα ο Κύριος έκαμεν εις τον Φαραώ και εις τους Αιγυπτίους υπέρ του Ισραήλ, πάντας τους μόχθους οίτινες συνέβησαν εις αυτούς καθ' οδόν, και ηλευθέρωσεν αυτούς ο Κύριος. 9 Υπερεχάρη δε ο Ιοθόρ διά πάντα τα αγαθά όσα ο Κύριος έκαμεν εις τον Ισραήλ, τον οποίον ηλευθέρωσεν εκ χειρός των Αιγυπτίων. 10 Και είπεν ο Ιοθόρ, Ευλογητός Κύριος, όστις σας ηλευθέρωσεν εκ χειρός των Αιγυπτίων και εκ χειρός του Φαραώ· όστις ηλευθέρωσε τον λαόν υποκάτωθεν της χειρός των Αιγυπτίων· 11 τώρα γνωρίζω ότι ο Κύριος είναι μέγας υπέρ πάντας τους θεούς· διότι εις το πράγμα, εις το οποίον υπερηφανεύθησαν, εστάθη ανώτερος αυτών. 12 Έλαβεν έπειτα ο Ιοθόρ, ο πενθερός του Μωϋσέως, ολοκαυτώματα και θυσίας διά να προσφέρη εις τον Θεόν· και ήλθεν ο Ααρών, και πάντες οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ, να φάγωσιν άρτον μετά του πενθερού του Μωϋσέως, έμπροσθεν του Θεού. 13 Και την επαύριον εκάθισεν ο Μωϋσής διά να κρίνη τον λαόν. και παρίστατο ο λαός έμπροσθεν του Μωϋσέως από πρωΐας έως εσπέρας. 14 Και ιδών ο πενθερός του Μωϋσέως πάντα όσα έκαμνεν εις τον λαόν, είπε, Τι είναι τούτο το πράγμα, το οποίον κάμνεις εις τον λαόν; διά τι συ κάθησαι μόνος, άπας δε ο λαός παρίσταται έμπροσθέν σου από πρωΐας έως εσπέρας; 15 Και είπεν ο Μωϋσής προς τον πενθερόν αυτού, διότι ο λαός έρχεται προς εμέ διά να ερωτήση τον Θεόν· 16 όταν έχωσιν υπόθεσίν τινά, έρχονται προς εμέ και εγώ κρίνω μεταξύ του ενός και του άλλου· και δεικνύω εις αυτούς τα προστάγματα του Θεού και τους νόμους αυτού. 17 Και είπεν ο πενθερός του Μωϋσέως προς αυτόν, Δεν είναι καλόν το πράγμα, το οποίον κάμνεις· 18 βεβαίως και συ θέλεις αποκάμει και ο λαός ούτος ο μετά σού· διότι το πράγμα είναι πολύ βαρύ διά σέ· δεν δύνασαι μόνος να κάμνης τούτο. 19 Άκουσον λοιπόν την φωνήν μου· θέλω σε συμβουλεύσει και ο Θεός θέλει είσθαι μετά σού· συ μεν έσο ενώπιον του Θεού υπέρ του λαού, διά να αναφέρης τας υποθέσεις προς τον Θεόν· 20 και δίδασκε αυτούς τα προστάγματα και τους νόμους και δείκνυε προς αυτούς την οδόν εις την οποίαν πρέπει να περιπατώσι, και τα έργα τα οποία πρέπει να πράττωσι· 21 πλην έκλεξον εκ παντός του λαού άνδρας αξίους, φοβουμένους τον Θεόν, άνδρας φιλαλήθεις, μισούντας την φιλαργυρίαν· και κατάστησον αυτούς επ' αυτών χιλιάρχους, εκατοντάρχους, πεντηκοντάρχους και δεκάρχους· 22 και ας κρίνωσι τον λαόν πάντοτε· και πάσαν μεν μεγάλην υπόθεσιν ας αναφέρωσι προς σέ· πάσαν δε μικράν υπόθεσιν ας κρίνωσιν αυτοί· ούτω θέλεις ανακουφισθή, και θέλουσι βαστάζει το βάρος μετά σου. 23 εάν κάμης τούτο το πράγμα και ο Θεός σε προστάζη ούτω, τότε θέλεις δυνηθή να ανθέξης, και προσέτι πας ο λαός ούτος θέλει φθάσει εις τον τόπον αυτού εν ειρήνη. 24 Και ήκουσεν ο Μωϋσής την φωνήν του πενθερού αυτού και έκαμε πάντα όσα είπε. 25 Και έκλεξεν ο Μωϋσής εκ παντός του Ισραήλ άνδρας αξίους και κατέστησεν αυτούς αρχηγούς επί του λαού, χιλιάρχους, εκατοντάρχους, πεντηκοντάρχους και δεκάρχους· 26 και έκρινον τον λαόν εν παντί καιρώ· τας μεν υποθέσεις τας δυσκόλους ανέφερον προς τον Μωϋσήν, πάσαν δε μικράν υπόθεσιν έκρινον αυτοί. 27 Έπειτα προέπεμψεν ο Μωϋσής τον πενθερόν αυτού και απήλθεν εις την γην αυτού.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Aaron

    First high priest

    Moses' brother and spokesman, Israel's first high priest.

    Cited in the guide: Exodus 4–40; Leviticus 8–10

  • Eliezer

    Moses' second son

    Moses' second son, named 'God is my help' in thanks for deliverance from Pharaoh.

    Cited in the guide: Exodus 18:4; 1 Chronicles 23:15

  • Gershom

    Moses' firstborn

    Moses' firstborn son, born during his years of exile in the land of Midian.

    Cited in the guide: Exodus 2:22; Exodus 18:3

  • Moses

    Deliverer and lawgiver

    Drawn from the Nile, he led Israel out of Egypt and received God's Law.

    Cited in the guide: Exodus 2–Deuteronomy 34

  • Jethro

    Priest of Midian; Moses' father-in-law

    The priest of Midian, also called Reuel, who gave his daughter Zipporah to Moses, brought her and her two sons to Moses at the mountain of God, and advised him to appoint capable…

    Cited in the guide: Exodus 2:18; Exodus 3:1; Exodus 18:1

  • Zipporah

    Wife of Moses

    The Midianite daughter of Jethro who became Moses' wife in the wilderness.

    Cited in the guide: Exodus 2:16-22; Exodus 4:24-26; Exodus 18

Cross references (24)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Psalm 77:14–15; Exodus 2:16; Exodus 3:1; Psalm 106:8–11; Psalm 78:50–53
  2. 2 Exodus 2:21; Exodus 4:25–26
  3. 3 Exodus 2:22; Acts 7:29; Exodus 4:20; Psalm 39:12; Hebrews 11:13
  4. 4 Acts 12:11; Hebrews 13:6; 2 Corinthians 1:8–10; 2 Timothy 4:17; Isaiah 50:7–9
  5. 5 Exodus 3:1; Exodus 3:12; Exodus 24:16–17; 1 Kings 19:8; Exodus 19:11
  6. 7 Genesis 29:13; 2 Samuel 11:7; Genesis 19:1; Genesis 14:17; 1 Kings 2:19
  7. 8 Psalm 107:2; Psalm 78:42–43; Nehemiah 9:9–15; Psalm 81:7; Numbers 20:14
  8. 9 Romans 12:15; 1 Corinthians 12:26; Romans 12:10; Isaiah 66:10; Isaiah 44:23
  9. 10 2 Samuel 18:28; Genesis 14:20; Luke 1:68; Revelation 19:1–6; Ephesians 1:3
  10. 11 Psalm 95:3; Exodus 15:11; 2 Chronicles 2:5; Psalm 135:5; Luke 1:51
  11. 12 Deuteronomy 12:7; Genesis 31:54; Exodus 24:11; Exodus 24:5; Job 1:5
  12. 13 Romans 12:8; Joel 3:12; Job 29:7; Isaiah 16:5; Romans 13:6
  13. 15 Numbers 15:34; Numbers 27:5; Leviticus 24:12–14; Numbers 9:6; Exodus 18:19–20
  14. 16 Exodus 24:14; Deuteronomy 5:1; Deuteronomy 4:5; 2 Samuel 15:3; 1 Corinthians 6:1
  15. 18 Numbers 11:14–17; Acts 6:1–4; 2 Corinthians 12:15; Philippians 2:30; 1 Thessalonians 2:8–9
  16. 19 Numbers 27:5; Exodus 3:12; Exodus 20:19; Genesis 39:2; Deuteronomy 5:5
  17. 20 Deuteronomy 5:1; Psalm 143:8; Deuteronomy 1:18; Deuteronomy 4:1; Deuteronomy 4:5
  18. 21 Acts 6:3; 2 Chronicles 19:5–10; Deuteronomy 1:13–17; Deuteronomy 16:18–19; 2 Samuel 23:3
  19. 22 Numbers 11:17; Leviticus 24:11; Numbers 27:2; Exodus 18:26; Deuteronomy 1:17–18
  20. 23 Exodus 18:18; 1 Samuel 8:6–7; 1 Samuel 8:22; Genesis 21:10–12; 2 Samuel 18:3
  21. 24 1 Corinthians 12:21; Proverbs 1:5; Ezra 10:2; Exodus 18:19; Exodus 18:2–5
  22. 25 Deuteronomy 1:15; Exodus 18:21; Acts 6:5
  23. 26 Exodus 18:22; Job 29:16; 1 Kings 3:16–28; Deuteronomy 17:8; Exodus 18:14–15
  24. 27 Numbers 10:29–30; Judges 19:9; Genesis 31:55; Genesis 24:59

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences