Skip to the text

Acts · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Acts 7 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Είπε δε ο αρχιερεύς· Τωόντι ούτως έχουσι ταύτα; 2 Ο δε είπεν· Άνδρες αδελφοί και πατέρες, ακούσατε. Ο Θεός της δόξης εφάνη εις τον πατέρα ημών Αβραάμ ότε ήτο εν τη Μεσοποταμία, πριν κατοικήση εν Χαρράν, 3 και είπε προς αυτόν· Έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου, και ελθέ εις γην, την οποίαν θέλω σοι δείξει. 4 Τότε εξελθών εκ της γης των Χαλδαίων κατώκησεν εν Χαρράν· και εκείθεν μετά τον θάνατον του πατρός αυτού μετώκισεν αυτόν εις την γην ταύτην, εις την οποίαν σεις κατοικείτε τώρα· 5 και δεν έδωκεν εις αυτόν κληρονομίαν εν αυτή ουδέ βήμα ποδός, υπεσχέθη δε ότι θέλει δώσει αυτήν κτήμα εις αυτήν και εις το σπέρμα αυτού μετ' αυτόν, ενώ δεν είχε τέκνον. 6 Ελάλησε δε προς αυτόν ο Θεός ούτως, ότι το σπέρμα αυτού θέλει είσθαι πάροικον εν γη ξένη, και θέλουσι δουλώσει αυτό και καταθλίψει τετρακόσια έτη· 7 και το έθνος, εις το οποίον θέλουσι δουλωθή, εγώ θέλω κρίνει, είπεν ο Θεός· και μετά ταύτα θέλουσιν εξέλθει και θέλουσι με λατρεύσει εν τω τόπω τούτω. 8 Και έδωκεν εις αυτόν διαθήκην περιτομής· και ούτως εγέννησε τον Ισαάκ και περιέτεμεν αυτόν τη ογδόη ημέρα, και ο Ισαάκ εγέννησε τον Ιακώβ, και ο Ιακώβ τους δώδεκα πατριάρχας. 9 Και οι πατριάρχαι, φθονήσαντες τον Ιωσήφ, επώλησαν εις την Αίγυπτον. Ο Θεός όμως ήτο μετ' αυτού, 10 και ηλευθέρωσεν αυτόν εκ πασών των θλίψεων αυτού και έδωκεν εις αυτόν χάριν και σοφίαν ενώπιον Φαραώ του βασιλέως της Αιγύπτου, όστις κατέστησεν αυτόν κυβερνήτην επί της Αιγύπτου και όλου του οίκου αυτού. 11 Ήλθε δε πείνα εφ' όλην την γην της Αιγύπτου και Χαναάν και θλίψις μεγάλη, και δεν εύρισκον τροφάς οι πατέρες ημών. 12 Ακούσας δε ο Ιακώβ ότι υπήρχε σίτος εν Αιγύπτω, εξαπέστειλε πρώτην φοράν τους πατέρας ημών· 13 και εν τη δευτέρα ανεγνωρίσθη ο Ιωσήφ εις τους αδελφούς αυτού, και εφανερώθη εις τον Φαραώ το γένος του Ιωσήφ. 14 Αποστείλας δε ο Ιωσήφ, εκάλεσε προς εαυτόν τον πατέρα αυτού Ιακώβ και πάσαν την συγγένειαν αυτού εβδομήκοντα πέντε ψυχάς. 15 Και κατέβη ο Ιακώβ εις Αίγυπτον και ετελεύτησεν εκεί αυτός και οι πατέρες ημών, 16 και μετεκομίσθησαν εις Συχέμ και ετέθησαν εν τω μνήματι, το οποίον ηγόρασεν ο Αβραάμ με τιμήν αργυρίου παρά των υιών του Εμμώρ πατρός του Συχέμ. 17 Καθώς δε επλησίαζεν ο καιρός της επαγγελίας, την οποίαν ώμοσεν ο Θεός προς τον Αβραάμ, ηύξησεν ο λαός και επληθύνθη εν Αιγύπτω, 18 εωσού εσηκώθη βασιλεύς άλλος, όστις δεν ήξευρε τον Ιωσήφ. 19 Ούτος δολιευθείς το γένος ημών, κατέθλιψε τους πατέρας ημών, ώστε να κάμη να ρίπτωνται τα βρέφη αυτών, διά να μη ζωογονώνται· 20 εν τούτω τω καιρώ εγεννήθη ο Μωϋσής, και είχε θείον κάλλος· όστις ανετράφη τρεις μήνας εν τω οίκω του πατρός αυτού. 21 Αφού δε ερρίφθη, ανέλαβεν αυτόν η θυγάτηρ του Φαραώ και ανέθρεψεν αυτόν διά να ήναι υιός αυτής. 22 Και εδιδάχθη ο Μωϋσής πάσαν την σοφίαν των Αιγυπτίων και ήτο δυνατός εν λόγοις και εν έργοις. 23 Ενώ δε ετελείονε το τεσσαρακοστόν έτος της ηλικίας αυτού, ήλθεν εις την καρδίαν αυτού να επισκεφθή τους αδελφούς αυτού, τους υιούς Ισραήλ. 24 Και ιδών τινά αδικούμενον, υπερησπίσθη αυτόν και έκαμεν εκδίκησιν υπέρ του καταθλιβομένου, πατάξας τον Αιγύπτιον. 25 Ενόμιζε δε ότι οι αδελφοί αυτού ήθελον νοήσει ότι ο Θεός διά της χειρός αυτού δίδει εις αυτούς σωτηρίαν· εκείνοι όμως δεν ενόησαν. 26 Την δε ακόλουθον ημέραν εφάνη εις αυτούς, ενώ εμάχοντο, και παρεκίνησεν αυτούς εις ειρήνην, ειπών· Άνθρωποι, αδελφοί είσθε σείς· διά τι αδικείτε αλλήλους; 27 Ο δε αδικών τον πλησίον απέσπρωξεν αυτόν, ειπών· Τις σε κατέστησεν άρχοντα και δικαστήν εφ' ημάς; 28 Μήπως θέλεις συ να με φονεύσης, καθ' ον τρόπον εφόνευσας χθές τον Αιγύπτιον; 29 Τότε ο Μωϋσής έφυγε διά τον λόγον τούτον και έγεινε πάροικος εν γη Μαδιάμ, όπου εγέννησε δύο υιούς. 30 Και αφού συνεπληρώθησαν τεσσαράκοντα έτη, εφάνη εις αυτόν άγγελος Κυρίου εν τη ερήμω του όρους Σινά εν μέσω φλογός καιομένης βάτου. 31 Ο δε Μωϋσής ιδών εθαύμασε διά το όραμα· και ενώ επλησίαζε διά να παρατηρήση, ήλθε φωνή Κυρίου προς αυτόν· 32 Εγώ είμαι ο Θεός των πατέρων σου, ο Θεός του Αβραάμ και ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ. Έντρομος δε γενόμενος ο Μωϋσής, δεν ετόλμα να παρατηρήση. 33 Και είπε προς αυτόν ο Κύριος· Λύσον το υπόδημα των ποδών σου· διότι ο τόπος, επί του οποίου ίστασαι, είναι γη αγία. 34 Είδον, είδον την ταλαιπωρίαν του λαού μου του εν Αιγύπτω και ήκουσα τον στεναγμόν αυτών και κατέβην διά να ελευθερώσω αυτούς· και τώρα ελθέ, θέλω σε αποστείλει εις Αίγυπτον. 35 Τούτον τον Μωϋσήν τον οποίον ηρνήθησαν ειπόντες· Τις σε κατέστησεν άρχοντα και δικαστήν; τούτον ο Θεός απέστειλεν αρχηγόν και λυτρωτήν διά χειρός του αγγέλου του φανέντος εις αυτόν εν τη βάτω. 36 Ούτος εξήγαγεν αυτούς, αφού έκαμε τέρατα και σημεία εν γη Αιγύπτου και εν τη Ερυθρά θαλάσση και εν τη ερήμω τεσσαράκοντα έτη. 37 Ούτος είναι ο Μωϋσής, όστις είπε προς τους υιούς του Ισραήλ· προφήτην εκ των αδελφών σας θέλει σας αναστήσει Κύριος ο Θεός σας, ως εμέ· αυτού θέλετε ακούσει. 38 Ούτος είναι όστις εν τη εκκλησία εν τη ερήμω εστάθη μετά του αγγέλου του λαλούντος προς αυτόν εν τω όρει Σινά και μετά των πατέρων ημών, και παρέλαβε λόγια ζωοποιά διά να δώση εις ημάς. 39 Εις τον οποίον οι πατέρες ημών δεν ηθέλησαν να υπακούσωσιν, αλλ' απέβαλον και εστράφησαν εν ταις καρδίαις αυτών εις Αίγυπτον 40 ειπόντες προς τον Ααρών· Κάμε εις ημάς θεούς, οίτινες θέλουσι προπορεύεσθαι ημών· διότι ούτος ο Μωϋσής, όστις εξήγαγεν ημάς εξ Αιγύπτου, δεν εξεύρομεν τι συνέβη εις αυτόν. 41 Και κατεσκεύασαν μόσχον εν ταις ημέραις εκείναις και προσέφεραν θυσίαν εις το είδωλον και ευφραίνοντο εις τα έργα των χειρών αυτών. 42 Όθεν εστράφη ο Θεός και παρέδωκεν αυτούς εις το να λατρεύσωσι την στρατιάν του ουρανού, καθώς είναι γεγραμμένον εν τω βιβλίω των προφητών. Μήπως προσεφέρατε εις εμέ σφάγια και θυσίας τεσσαράκοντα έτη εν τη ερήμω, οίκος Ισραήλ; 43 Μάλιστα ανελάβετε την σκηνήν του Μολόχ και το άστρον του Θεού σας Ρεμφάν, τους τύπους, τους οποίους εκάμετε διά να προσκυνήτε αυτούς· διά τούτο θέλω σας μετοικίσει επέκεινα της Βαβυλώνος. 44 Η σκηνή του μαρτυρίου ήτο μετά των πατέρων ημών εν τη ερήμω, καθώς διέταξεν εκείνος, όστις ελάλει προς τον Μωϋσήν, να κατασκευάση αυτήν κατά τον τύπον τον οποίον είχεν ιδεί· 45 την οποίαν και παραλαβόντες οι πατέρες ημών, έφεραν μετά του Ιησού εις την κατακτηθείσαν γην των εθνών, τα οποία ο Θεός έξωσεν απ' έμπροσθεν των πατέρων ημών, έως των ημερών του Δαβίδ· 46 όστις εύρε χάριν ενώπιον του Θεού και ηυχήθη να εύρη κατοικίαν διά τον Θεόν του Ιακώβ. 47 Ο Σολομών δε ωκοδόμησεν εις αυτόν οίκον. 48 Αλλ' ο Ύψιστος δεν κατοικεί εν χειροποιήτοις ναοίς, καθώς ο προφήτης λέγει· 49 Ο ουρανός είναι θρόνος μου, η δε γη υποπόδιον των ποδών μου· ποίον οίκον θέλετε οικοδομήσει δι' εμέ, λέγει Κύριος, ή ποίος ο τόπος της αναπαύσεώς μου; 50 Η χειρ μου δεν έκαμε ταύτα πάντα; 51 Σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι την καρδίαν και τα ώτα, σεις πάντοτε αντιφέρεσθε κατά του Πνεύματος του Αγίου· καθώς οι πατέρες σας, ούτω και σεις. 52 Τίνα των προφητών δεν εδίωξαν οι πατέρες σας; μάλιστα εφόνευσαν εκείνους, οίτινες προκατήγγειλαν περί της ελεύσεως του δικαίου, του οποίου σεις εγείνατε τώρα προδόται και φονείς· 53 οίτινες ελάβετε τον νόμον εκ διαταγών αγγέλων και δεν εφυλάξατε. 54 Ακούοντες δε ταύτα, κατεκόπτοντο τας καρδίας αυτών και έτριζον τους οδόντας κατ' αυτού. 55 Ο δε Στέφανος, πλήρης ων Πνεύματος Αγίου, ατενίσας εις τον ουρανόν, είδε την δόξαν του Θεού και τον Ιησούν ιστάμενον εκ δεξιών του Θεού 56 και είπεν· Ιδού, θεωρώ τους ουρανούς ανεωγμένους και τον Υιόν του ανθρώπου ιστάμενον εκ δεξιών του Θεού. 57 Τότε φωνάξαντες μετά φωνής μεγάλης, έφραξαν τα ώτα αυτών και ώρμησαν ομοθυμαδόν επ' αυτόν, 58 και εκβαλόντες έξω της πόλεως ελιθοβόλουν. Και οι μάρτυρες απέθεσαν τα ιμάτια αυτών εις τους πόδας νεανίου τινός ονομαζομένου Σαύλου. 59 Και ελιθοβόλουν τον Στέφανον, επικαλούμενον και λέγοντα· Κύριε Ιησού, δέξαι το πνεύμά μου. 60 Και γονατίσας εφώναξε μετά φωνής μεγάλης· Κύριε, μη λογαριάσης εις αυτούς την αμαρτίαν ταύτην. Και τούτο ειπών εκοιμήθη.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Paul

    Apostle to the Gentiles

    Formerly Saul of Tarsus, a Pharisee who persecuted the church until the risen Jesus met him on the road to Damascus; he became the apostle to the Gentiles and wrote many of the…

    Cited in the guide: Acts 7:58; Acts 9:1; Acts 13:9

  • Stephen

    Deacon and first martyr

    One of the seven chosen to serve tables, full of faith and the Holy Spirit; he was stoned after his speech to the Sanhedrin and became the first martyr.

    Cited in the guide: Acts 6:5; Acts 7:59; Acts 8:2

Cross references (59)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 John 18:19–21; Matthew 26:61–62; Mark 14:58–60; John 18:33–35; Acts 6:13–14
  2. 2 Acts 22:1; Genesis 11:31; Psalm 29:3; Nehemiah 9:7; Hebrews 1:3
  3. 3 Genesis 12:1; Hebrews 11:8; Genesis 15:7; Joshua 24:3; Luke 14:33
  4. 4 Genesis 12:4–5; Genesis 11:31–32; Isaiah 41:9; Isaiah 41:2
  5. 5 Genesis 17:8; Genesis 12:7; Genesis 13:15; Genesis 15:18; Genesis 26:3
  6. 6 Genesis 15:13; Exodus 12:40–41; Galatians 3:17; Genesis 15:16
  7. 7 Exodus 3:12; Psalm 105:27–36; Exodus 7:1–14; Psalm 135:8–9; Genesis 15:14–16
  8. 8 Genesis 17:9–14; Genesis 35:23–26; Acts 2:29; Galatians 3:15; Galatians 3:17
  9. 9 Genesis 39:2; Psalm 105:17; Isaiah 43:2; Genesis 45:4; Isaiah 41:10
  10. 10 2 Timothy 4:18; Proverbs 3:4; Proverbs 2:6; Genesis 48:16; Psalm 22:24
  11. 11 Genesis 41:54–57; Genesis 42:5; Genesis 47:13–15; Psalm 105:16; Genesis 45:11
  12. 12 Genesis 42:1–24; Genesis 43:2
  13. 13 Genesis 45:1–18; Genesis 46:31–47:10
  14. 14 Genesis 46:26–27; Deuteronomy 10:22; Exodus 1:5; Genesis 45:9–11; 1 Chronicles 2:5–6
  15. 15 Genesis 49:33; Exodus 1:6; Genesis 46:3–7; Deuteronomy 10:22; Joshua 24:4
  16. 16 Joshua 24:32; Genesis 23:16; Exodus 13:19; Genesis 34:2–31; Genesis 50:13
  17. 17 Exodus 1:7–12; Psalm 105:24–25; Acts 7:6; Genesis 15:13–16; Acts 13:17
  18. 18 Exodus 1:8
  19. 19 Psalm 105:25; Exodus 1:9–22; Revelation 12:4–5; Psalm 83:4–5; Psalm 129:1–3
  20. 20 Hebrews 11:23; Exodus 2:2–10; 1 Samuel 16:12
  21. 21 Hebrews 11:24; Exodus 2:2–10; Deuteronomy 32:26
  22. 22 Isaiah 19:11; Luke 24:19; 2 Chronicles 9:22; Daniel 1:17–20; Daniel 1:4
  23. 23 Exodus 2:11–12; Philippians 2:12–13; Proverbs 21:1; Hebrews 11:24–26; Revelation 17:17
  24. 24 John 18:10–11; Acts 7:28; John 18:25–27
  25. 25 Luke 9:45; 2 Corinthians 6:1; 1 Corinthians 15:10; Luke 18:34; Acts 14:27
  26. 26 Exodus 2:13–15; 1 John 3:11–15; Psalm 133:1; John 15:17–18; Genesis 13:8
  27. 27 Luke 12:14; Acts 7:35; Proverbs 9:7–8; Acts 4:11–12; 1 Samuel 25:14–15
  28. 29 Exodus 18:2–4; Exodus 2:14–22; Exodus 4:19–20
  29. 30 Exodus 3:1–2; Acts 7:35; Isaiah 43:2; Isaiah 63:9; Exodus 3:6
  30. 31 Exodus 3:3–4
  31. 32 Exodus 3:6; Matthew 22:32; Job 37:1–2; Hebrews 11:16; Matthew 17:6
  32. 33 Exodus 3:5; Joshua 5:15; Ecclesiastes 5:1; 2 Peter 1:18
  33. 34 Exodus 3:7–10; Psalm 106:44; Exodus 4:31; Nehemiah 9:9; Exodus 3:14
  34. 35 Psalm 118:22–23; Luke 19:14; Psalm 75:7; Psalm 113:7–8; Numbers 20:16
  35. 36 Exodus 12:41; Exodus 14:21; Exodus 33:1; Psalm 78:12–33; Exodus 16:35
  36. 37 Deuteronomy 18:15–19; Acts 3:22–23; John 18:37; Matthew 17:3–5; Acts 7:38
  37. 38 Romans 3:2; Hebrews 5:12; John 1:17; 1 Peter 4:11; Deuteronomy 33:4
  38. 39 Numbers 14:3–4; Numbers 11:5; Nehemiah 9:16–17; Acts 7:51–52; Ezekiel 20:6–14
  39. 40 Exodus 32:1; Exodus 32:23
  40. 41 Psalm 106:19–21; Nehemiah 9:18; Revelation 9:20; Hosea 9:10; Habakkuk 2:18–20
  41. 42 Amos 5:25–26; Ezekiel 20:39; Jeremiah 19:13; Psalm 81:11–12; Job 31:26–28
  42. 43 Amos 5:26–27; Exodus 20:4–5; Deuteronomy 5:8–9; Leviticus 20:2–5; 2 Kings 17:16–18
  43. 44 Exodus 25:40; Exodus 38:21; Hebrews 8:5; Hebrews 8:2; Exodus 26:30
  44. 45 Psalm 44:2; Joshua 24:18; Joshua 18:1; Joshua 23:9; Judges 18:31
  45. 46 Psalm 132:1–5; Acts 13:22; 2 Samuel 7:1–5; 1 Samuel 16:11–13; 1 Samuel 16:1
  46. 47 1 Kings 8:20; 2 Samuel 7:13; 1 Kings 6:37–38; 1 Kings 7:13–51; 2 Chronicles 3:1
  47. 48 Acts 17:24–25; Isaiah 66:1–2; 1 Kings 8:27; 2 Chronicles 2:5–6; 2 Chronicles 6:18
  48. 49 Isaiah 66:1; Psalm 11:4; John 4:21; Matthew 5:34–35; Revelation 3:21
  49. 50 Jeremiah 32:17; Isaiah 66:2; Psalm 33:6–9; Isaiah 45:12; Exodus 20:11
  50. 51 Deuteronomy 10:16; Isaiah 63:10; Jeremiah 4:4; Ephesians 4:30; Leviticus 26:41
  51. 52 Matthew 5:12; 1 Kings 19:10; 2 Chronicles 36:16; 1 Thessalonians 2:15; Jeremiah 2:30
  52. 53 Hebrews 2:2; Galatians 3:19; Acts 7:38; John 7:19; Deuteronomy 33:2
  53. 54 Acts 5:33; Psalm 35:16; Matthew 25:30; Job 16:9; Luke 13:28
  54. 55 Mark 16:19; Hebrews 1:3; 2 Corinthians 4:6; Psalms 109:31–110:1; Acts 6:8
  55. 56 Matthew 26:64–65; Acts 10:11; Revelation 11:19; Matthew 3:16; Revelation 19:11
  56. 57 Zechariah 7:11; Psalm 58:4; Acts 23:27; Acts 7:54; Proverbs 21:13
  57. 58 Acts 22:20; Acts 8:1; Leviticus 24:14–16; Acts 6:13; Acts 22:4
  58. 59 Luke 23:46; Psalm 31:5; Acts 22:16; Joel 2:32; Acts 9:14
  59. 60 Matthew 5:44; Luke 23:34; 1 Corinthians 15:20; Romans 12:14–21; 1 Thessalonians 4:13–14

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Commentary 7:6 John Chrysostom, Homilies on the Acts of the Apostles (Homily XVI)

    See, what a number of years the Promise has been given, and the manner of the Promise, and nowhere sacrifice, nowhere circumcision! He here shows, how God Himself suffered them to be afflicted, not that He had anything to lay to their charge. "And they shall bring them into bondage," etc. But nevertheless, they did not these things with impunity.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 11 (1889)

  2. Quotes verse 7:2–8 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book III, Chapter XII)

    And He gave him the covenant of circumcision: and so [Abraham] begat Isaac." And the rest of his words announce the same God, who was with Joseph and with the patriarchs, and who spake with Moses.

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  3. Quotes verse 7:53 Augustine of Hippo, The City of God (Book X, Chapters 12–15)

    And so it has pleased Divine Providence, as I have said, and as we read in the Acts of the Apostles, that the law enjoining the worship of one God should be given by the disposition of angels.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  4. Quotes verse 7:59 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XXVIII)

    And from many other things too one might perceive, that it is not possible for a disembodied soul to remain here. For both Stephen saith, "Receive my spirit;" and Paul, "To depart and to be with Christ is far better;" and of the patriarch too the Scripture saith, that "he was gathered unto his fathers, being cherished in a good …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  5. Quotes verse 7:37 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture XII)

    Moses then, the prophet, saith, A Prophet shall the Lord your God raise up unto you of your brethren, like unto me: but let that "like unto me" be reserved awhile to be examined in its proper place.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)