Saltar al texto

Nehemías · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Nehemías 2 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Και εν τω μηνί Νισάν, εν τω εικοστώ έτει Αρταξέρξου του βασιλέως, ήτο οίνος έμπροσθεν αυτού· και λαβών τον οίνον, έδωκα εις τον βασιλέα. Ποτέ δε δεν είχον σκυθρωπάσει ενώπιον αυτού. 2 Όθεν ο βασιλεύς είπε προς εμέ, Διά τι το πρόσωπόν σου είναι σκυθρωπόν, ενώ συ άρρωστος δεν είσαι; τούτο δεν είναι ειμή λύπη καρδίας. Τότε εφοβήθην πολύ σφόδρα. 3 Και είπα προς τον βασιλέα, Ζήτω ο βασιλεύς εις τον αιώνα· διά τι το πρόσωπόν μου να μη ήναι σκυθρωπόν, ενώ η πόλις, ο τόπος των τάφων των πατέρων μου, κείται ηρημωμένος, και αι πύλαι αυτής κατηναλωμέναι υπό του πυρός; 4 Τότε ο βασιλεύς είπε προς εμέ, Περί τίνος κάμνεις συ αίτησιν; Και προσηυχήθην εις τον Θεόν του ουρανού. 5 Και είπα προς τον βασιλέα, Εάν ήναι αρεστόν εις τον βασιλέα, και εάν ο δούλός σου εύρηκε χάριν ενώπιόν σου, να με πέμψης εις τον Ιούδαν, εις την πόλιν των τάφων των πατέρων μου, και να ανοικοδομήσω αυτήν. 6 Και είπεν ο βασιλεύς προς εμέ, καθημένης πλησίον αυτού της βασιλίσσης, Πόσον μακρά θέλει είσθαι η πορεία σου; και πότε θέλεις επιστρέψει; Και ευηρεστήθη ο βασιλεύς και με έπεμψε· και έδωκα εις αυτόν προθεσμίαν. 7 Και είπα προς τον βασιλέα, Εάν ήναι αρεστόν εις τον βασιλέα, ας μοι δοθώσιν επιστολαί προς τους πέραν του ποταμού επάρχους, διά να με συμπαραπέμψωσιν, εωσού έλθω εις τον Ιούδαν· 8 και επιστολή προς τον Ασάφ τον φύλακα του βασιλικού δάσους, διά να μοι δώση ξύλα να κατασκευάσω τας πύλας του φρουρίου του ναού και το τείχος της πόλεως και τον οίκον, εις τον οποίον θέλω εισέλθει. Και εχάρισεν ο βασιλεύς εις εμέ πάντα, κατά την επ' εμέ αγαθήν χείρα του Θεού μου. 9 Ήλθον λοιπόν προς τους πέραν του ποταμού επάρχους και έδωκα εις αυτούς τας επιστολάς του βασιλέως. Είχε δε αποστείλει ο βασιλεύς αρχηγούς δυνάμεως και ιππείς μετ' εμού. 10 Ότε δε Σαναβαλλάτ ο Ορωνίτης και Τωβίας ο δούλος, ο Αμμωνίτης, ήκουσαν, ελυπήθησαν καθ' υπερβολήν ότι ήλθεν άνθρωπος να ζητήση το καλόν των υιών Ισραήλ. 11 Και ήλθον εις Ιερουσαλήμ και ήμην εκεί τρεις ημέρας. 12 Και εσηκώθην την νύκτα, εγώ και ολίγοι τινές μετ' εμού· και δεν εφανέρωσα εις ουδένα τι είχε βάλει ο Θεός μου εν τη καρδία μου να κάμω εις την Ιερουσαλήμ· και άλλο κτήνος δεν ήτο μετ' εμού, ειμή το κτήνος επί του οποίου εκαθήμην. 13 Και εξήλθον την νύκτα διά της πύλης της φάραγγος, και ήλθον απέναντι της πηγής του δράκοντος και προς την θύραν της κοπρίας, και παρετήρουν τα τείχη της Ιερουσαλήμ, τα οποία ήσαν κατακεκρημνισμένα, και τας πύλας αυτής κατηναλωμένας υπό του πυρός. 14 Έπειτα διέβην εις την πύλην της πηγής και εις την βασιλικήν κολυμβήθραν· και δεν ήτο τόπος διά να περάση το κτήνος το υποκάτω μου. 15 Και ανέβην την νύκτα διά του χειμάρρου· και αφού παρετήρησα το τείχος, εστράφην και εισήλθον διά της πύλης της φάραγγος και επέστρεψα. 16 Οι δε προεστώτες δεν ήξευρον που υπήγα και τι έκαμον· ουδέ είχον φανερώσει έτι τούτο ούτε εις τους Ιουδαίους, ούτε εις τους ιερείς, ούτε εις τους προκρίτους, ούτε εις τους προεστώτας, ούτε εις τους λοιπούς τους εργαζομένους το έργον. 17 Και είπα προς αυτούς, Σεις βλέπετε την δυστυχίαν εις την οποίαν είμεθα, πως η Ιερουσαλήμ κείται ηρημωμένη και αι πύλαι αυτής είναι κατηναλωμέναι υπό του πυρός· έλθετε και ας ανοικοδομήσωμεν το τείχος της Ιερουσαλήμ, διά να μη ήμεθα πλέον όνειδος. 18 Και απήγγειλα προς αυτούς περί της επ' εμέ αγαθής χειρός του Θεού μου, και έτι τους λόγους του βασιλέως, τους οποίους είπε προς εμέ. Οι δε είπον, Ας σηκωθώμεν και ας οικοδομήσωμεν. Ούτως ενίσχυσαν τας χείρας αυτών προς το αγαθόν. 19 Αλλ' ότε ήκουσαν ο Σαναβαλλάτ ο Ορωνίτης και Τωβίας ο δούλος, ο Αμμωνίτης, και ο Γησέμ ο Άραψ, περιεγέλασαν ημάς και περιεφρόνησαν ημάς, λέγοντες, Τι είναι το πράγμα τούτο το οποίον κάμνετε; θέλετε να επαναστατήσητε κατά του βασιλέως; 20 Και εγώ απεκρίθην προς αυτούς και είπα προς αυτούς, Ο Θεός του ουρανού, αυτός θέλει ευοδώσει ημάς· διά τούτο ημείς οι δούλοι αυτού θέλομεν σηκωθή και οικοδομήσει· σεις όμως δεν έχετε μερίδα ουδέ δικαίωμα ουδέ μνημόσυνον εν Ιερουσαλήμ.

Personas y lugares de este capítulo

Del árbol genealógico y los mapas bíblicos de este sitio (en inglés), solo donde esas guías citan este capítulo.

Personas

  • Asaph

    Keeper of the king’s forest

    Persian official to whom Artaxerxes’s letter ordered timber given to Nehemiah for the gates and wall.

    Citado en la guía: Nehemiah 2:8

  • Geshem

    Arab opponent of Nehemiah

    Geshem the Arab joined Sanballat and Tobiah in mocking the builders and sent messages to lure Nehemiah to Ono.

    Citado en la guía: Nehemiah 2:19; Nehemiah 6:1; Nehemiah 6:2

  • Sanballat

    Horonite opponent of Nehemiah

    Sanballat the Horonite, who mocked, plotted against, and tried to lure Nehemiah during the wall building; one of the high priest’s grandsons became his son-in-law.

    Citado en la guía: Nehemiah 2:10; Nehemiah 2:19; Nehemiah 4:1

  • Tobiah

    Ammonite official opposing Nehemiah

    Ammonite official who jeered at the wall, sent intimidating letters, had ties of marriage and oath among Judah’s nobles, and was given a temple storeroom by Eliashib until…

    Citado en la guía: Nehemiah 2:10; Nehemiah 4:3; Nehemiah 6:17

Referencias cruzadas (19)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 Esdras 7:1; Nehemías 1:11; Nehemías 1:1; Esdras 7:7; Ester 3:7
  2. 2 Proverbios 15:13; Génesis 40:7
  3. 3 Nehemías 1:3; 1 Reyes 1:31; Daniel 5:10; Salmo 137:6; Daniel 2:4
  4. 4 Filipenses 4:6; Proverbios 3:6; Nehemías 1:4; Nehemías 1:11; 1 Reyes 3:5
  5. 5 2 Samuel 14:22; Rut 2:13; Ester 8:5; Esdras 5:17; Ester 5:8
  6. 6 Nehemías 13:6; Nehemías 5:14; Isaías 65:24; Isaías 58:12; Nehemías 2:4
  7. 7 Esdras 7:21; Nehemías 2:9; Esdras 8:36; Esdras 6:6; Esdras 8:22
  8. 8 Esdras 7:6; Isaías 66:14; Nehemías 7:2; Daniel 1:9; Nehemías 2:17–18
  9. 9 Esdras 8:22
  10. 10 Nehemías 2:19; Nehemías 4:7; Nehemías 13:4; Hechos 19:26–27; Proverbios 27:4
  11. 11 Esdras 8:32
  12. 12 Apocalipsis 17:17; Esdras 7:27; Jeremías 31:33; 2 Corintios 8:16; Jeremías 32:40
  13. 13 Nehemías 1:3; 2 Crónicas 26:9; Nehemías 2:17; Nehemías 3:13–14; Nehemías 2:3
  14. 14 Nehemías 3:15; 2 Reyes 20:20; 2 Crónicas 32:30; 2 Reyes 18:17
  15. 15 2 Samuel 15:23; Jeremías 31:38–40; Juan 18:1
  16. 17 Ezequiel 5:14; Isaías 35:3–4; Salmo 79:4; Lamentaciones 3:51; Nehemías 1:3
  17. 18 Filipenses 2:13; 1 Crónicas 19:13; 2 Crónicas 32:5; Efesios 6:10; Hageo 1:13–14
  18. 19 Nehemías 6:6; Nehemías 6:1–2; Salmo 44:13–14; Marcos 5:40; Salmo 80:6
  19. 20 Esdras 4:3; Hechos 8:21; Nehemías 2:4; Isaías 56:5; Hechos 10:31

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias