Saltar al texto

2 Samuel · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

2 Samuel 15 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Μετά δε ταύτα ητοίμασεν εις εαυτόν ο Αβεσσαλώμ αμάξας και ίππους και πεντήκοντα άνδρας, διά να τρέχωσιν έμπροσθεν αυτού. 2 Και εσηκόνετο ο Αβεσσαλώμ πρωΐ, και ίστατο εις τα πλάγια της οδού της πύλης· και οπότε τις έχων διαφοράν τινά ήρχετο προς τον βασιλέα διά κρίσιν, τότε ο Αβεσσαλώμ εκάλει αυτόν προς εαυτόν και έλεγεν, Εκ ποίας πόλεως είσαι; Ο δε απεκρίνετο, Ο δούλός σου είναι εκ της δείνος φυλής του Ισραήλ. 3 Και έλεγε προς αυτόν ο Αβεσσαλώμ, Ιδέ, η υπόθεσίς σου είναι καλή και ορθή· πλην δεν είναι ουδείς ο ακούων σε από μέρους του βασιλέως. 4 Έλεγε προσέτι ο Αβεσσαλώμ, Τις να με εδιώριζε κριτήν του τόπου, διά να έρχηται προς εμέ πας όστις έχει διαφοράν ή κρίσιν, και να δικαιόνω αυτόν. 5 Και οπότε τις επλησίαζε διά να προσκυνήση αυτόν, ήπλονε την χείρα αυτού και επίανεν αυτόν και εφίλει αυτόν. 6 Και έκαμνεν ο Αβεσσαλώμ κατά τούτον τον τρόπον εις πάντα Ισραηλίτην ερχόμενον προς τον βασιλέα διά κρίσιν· και υπέκλεπτεν ο Αβεσσαλώμ τας καρδίας των ανδρών Ισραήλ. 7 Και εις το τέλος τεσσαράκοντα ετών είπεν ο Αβεσσαλώμ προς τον βασιλέα, Ας υπάγω, παρακαλώ, διά να εκπληρώσω την ευχήν μου, την οποίαν ηυχήθην εις τον Κύριον, εν Χεβρών· 8 διότι ο δούλός σου ηυχήθη ευχήν, ότε κατώκει εν Γεσσούρ εν Συρία, λέγων· Εάν ο Κύριος με επιστρέψη τωόντι εις Ιερουσαλήμ, τότε θέλω προσφέρει θυσίαν εις τον Κύριον. 9 Και είπε προς αυτόν ο βασιλεύς, Ύπαγε εν ειρήνη. Και σηκωθείς, υπήγεν εις Χεβρών. 10 Απέστειλε δε ο Αβεσσαλώμ κατασκόπους εις πάσας τας φυλάς του Ισραήλ, λέγων, Καθώς ακούσητε την φωνήν της σάλπιγγος, θέλετε ειπεί Ο Αβεσσαλώμ εβασίλευσεν εν Χεβρών. 11 Και υπήγαν μετά του Αβεσσαλώμ διακόσιοι άνδρες εξ Ιερουσαλήμ, κεκλημένοι και υπήγαν εν τη απλότητι αυτών και δεν ήξευραν ουδέν. 12 Και προσεκάλεσεν ο Αβεσσαλώμ Αχιτόφελ τον Γιλωναίον, τον σύμβουλον του Δαβίδ, εκ της πόλεως αυτού, εκ Γιλώ, ενώ προσέφερε τας θυσίας. Και η συνωμοσία ήτο δυνατή και ο λαός επληθύνετο αδιακόπως πλησίον του Αβεσσαλώμ. 13 Ήλθε δε μηνυτής προς τον Δαβίδ λέγων, Αι καρδίαι των ανδρών Ισραήλ εστράφησαν κατόπιν του Αβεσσαλώμ. 14 Και είπεν ο Δαβίδ προς πάντας τους δούλους αυτού τους μεθ' αυτού εν Ιερουσαλήμ, Σηκώθητε, και ας φύγωμεν· διότι δεν θέλομεν δυνηθή να διασωθώμεν από προσώπου του Αβεσσαλώμ· σπεύσατε να αναχωρήσωμεν, διά να μη επιταχύνη και καταφθάση ημάς και σπρώξη το κακόν εφ' ημάς και πατάξη την πόλιν εν στόματι μαχαίρας. 15 Και οι δούλοι του βασιλέως είπαν προς τον βασιλέα, Εις παν, ό,τι εκλέξη ο κύριός μου ο βασιλεύς, ιδού, οι δούλοί σου. 16 Και εξήλθεν ο βασιλεύς και πας ο οίκος αυτού κατόπιν αυτού. Και αφήκεν ο βασιλεύς τας δέκα γυναίκας τας παλλακάς διά να φυλάττωσι τον οίκον. 17 Και εξήλθεν ο βασιλεύς και πας ο λαός κατόπιν αυτού, και εστάθησαν εις τόπον μακράν απέχοντα. 18 Και πάντες οι δούλοι αυτού επορεύοντο πλησίον αυτού· και πάντες οι Χερεθαίοι και πάντες οι Φελεθαίοι και πάντες οι Γετθαίοι, εξακόσιοι άνδρες, οι ελθόντες οπίσω αυτού από Γαθ, προεπορεύοντο έμπροσθεν του βασιλέως. 19 Τότε είπεν ο βασιλεύς προς Ιτταΐ τον Γετθαίον, Διά τι έρχεσαι και συ μεθ' ημών; επίστρεψον και κατοίκει μετά του βασιλέως, διότι είσαι ξένος, και μάλιστα είσαι μετωκισμένος εκ του τόπου σου· 20 χθές ήλθες, και σήμερον θέλω σε κάμει να περιπλανάσαι μεθ' ημών; εγώ δε υπάγω όπου δυνηθώ· επίστρεψον και λάβε και τους αδελφούς σου· έλεος και αλήθεια μετά σου. 21 Ο δε Ιτταΐ απεκρίθη προς τον βασιλέα και είπε, Ζη Κύριος, και ζη ο κύριός μου ο βασιλεύς, όπου και αν ήναι ο κύριός μου ο βασιλεύς, είτε εις θάνατον, είτε εις ζωήν, βεβαίως εκεί θέλει είσθαι και ο δούλός σου. 22 Και είπεν ο Δαβίδ προς τον Ιτταΐ, Ελθέ λοιπόν, και διάβαινε. Και διέβη ο Ιτταΐ ο Γετθαίος και πάντες οι άνδρες αυτού και πάντα τα παιδία τα μετ' αυτού. 23 Όλος δε ο τόπος έκλαιε μετά φωνής μεγάλης, και διέβαινε πας ο λαός· διέβη και ο βασιλεύς τον χείμαρρον Κέδρων· και πας ο λαός διέβη κατά την οδόν της ερήμου. 24 Και ιδού, προσέτι ο Σαδώκ και πάντες οι Λευΐται μετ' αυτού, φέροντες την κιβωτόν της διαθήκης του Θεού· και έστησαν την κιβωτόν του Θεού· ανέβη δε ο Αβιάθαρ, αφού ετελείωσε πας ο λαός διαβαίνων από της πόλεως. 25 Και είπεν ο βασιλεύς προς τον Σαδώκ, Απόστρεψον την κιβωτόν του Θεού εις την πόλιν· εάν εύρω χάριν εις τους οφθαλμούς του Κυρίου, θέλει με κάμει να επιστρέψω και να ίδω αυτήν και το κατοικητήριον αυτού· 26 αλλ' εάν είπη ούτω, Δεν έχω ευαρέσκειαν εις σε, ιδού, εγώ, ας κάμη εις εμέ ό,τι φανή αρεστόν εις τους οφθαλμούς αυτού. 27 Ο βασιλεύς είπεν έτι προς Σαδώκ τον ιερέα, Δεν είσαι συ ο βλέπων; επίστρεψον εις την πόλιν εν ειρήνη, και Αχιμάας ο υιός σου και Ιωνάθαν ο υιός του Αβιάθαρ, οι δύο υιοί σας μεθ' υμών· 28 ιδέτε, εγώ θέλω μένει εις τας πεδιάδας της ερήμου, εωσού έλθη λόγος παρ' υμών διά να μοι αναγγείλη. 29 Ο Σαδώκ λοιπόν και ο Αβιάθαρ επανέφεραν την κιβωτόν του Θεού εις Ιερουσαλήμ και έμειναν εκεί. 30 Ο δε Δαβίδ ανέβαινε διά της αναβάσεως των Ελαιών, αναβαίνων και κλαίων και έχων την κεφαλήν αυτού κεκαλυμμένην και περιπατών ανυπόδητος· και πας ο λαός ο μετ' αυτού είχεν έκαστος κεκαλυμμένην την κεφαλήν αυτού, και ανέβαινον πορευόμενοι και κλαίοντες. 31 Και απήγγειλαν προς τον Δαβίδ, λέγοντες, Ο Αχιτόφελ είναι μεταξύ των συνωμοτών μετά του Αβεσσαλώμ. Και είπεν ο Δαβίδ, Κύριε, δέομαί σου, διασκέδασον την βουλήν του Αχιτόφελ. 32 Και ότε ήλθεν ο Δαβίδ εις την κορυφήν του όρους, όπου προσεκύνησε τον Θεόν, ιδού, ήλθεν εις συνάντησιν αυτού Χουσαΐ ο Αρχίτης, έχων διεσχισμένον τον χιτώνα αυτού και χώμα επί της ο κεφαλής αυτού. 33 Και είπε προς αυτόν ο Δαβίδ, Εάν διαβής μετ' εμού, θέλεις βεβαίως είσθαι φορτίον επ' εμέ· 34 εάν όμως επιστρέψης εις την πόλιν και είπης προς τον Αβεσσαλώμ, Θέλω είσθαι δούλός σου, βασιλεύ· καθώς εστάθην δούλος του πατρός σου μέχρι τούδε, ούτω θέλω είσθαι τώρα δούλός σου· τότε δύνασαι υπέρ εμού να ανατρέψης την βουλήν του Αχιτόφελ· 35 και δεν είναι εκεί μετά σου ο Σαδώκ και ο Αβιάθαρ, οι ιερείς; παν ό,τι λοιπόν ήθελες ακούσει εκ του οίκου του βασιλέως, θέλεις αναγγείλει προς τον Σαδώκ και Αβιάθαρ, τους ιερείς· 36 ιδού, εκεί μετ' αυτών οι δύο υιοί αυτών, Αχιμάας ο του Σαδώκ και Ιωνάθαν ο του Αβιάθαρ· και δι' αυτών θέλετε αποστέλλει προς εμέ παν ό,τι ακούσητε. 37 Και καθώς εισήλθεν εις την πόλιν ο Χουσαΐ ο φίλος του Δαβίδ, ο Αβεσσαλώμ ήλθεν εις Ιερουσαλήμ.

Personas y lugares de este capítulo

Del árbol genealógico y los mapas bíblicos de este sitio (en inglés), solo donde esas guías citan este capítulo.

Personas

  • Absalom

    David's rebel son

    David's handsome son who avenged Tamar, rebelled against his father, and briefly seized the throne.

    Citado en la guía: 2 Samuel 3:3; 2 Samuel 15-18

  • Ahimaaz

    Zadok's son, swift runner

    Zadok's son, who with Jonathan son of Abiathar secretly carried word to David during Absalom's revolt and outran the Cushite to bring David news of the victory.

    Citado en la guía: 2 Samuel 15:27; 2 Samuel 15:36; 2 Samuel 17:17

  • Ahithophel

    David's counselor, joined Absalom

    David's counselor from Giloh, whose advice was regarded like the word of God; he joined Absalom's conspiracy, advised him to take David's concubines and to pursue David at once,…

    Citado en la guía: 2 Samuel 15:12; 2 Samuel 15:31; 2 Samuel 16:23

  • David

    King of Israel

    The shepherd who became Israel's greatest king and a man after God's own heart.

    Citado en la guía: 1 Sam. 16 - 1 Kings 2; 2 Sam. 7; 1 Chron. 2:15; Matt. 1:6

  • Hushai

    David's friend and counselor

    David's friend, who at David's request returned to Jerusalem as Absalom's servant and defeated Ahithophel's counsel with advice Absalom judged better.

    Citado en la guía: 2 Samuel 15:32; 2 Samuel 15:37; 2 Samuel 16:16

  • Ittai

    Loyal Gittite commander

    A foreigner from Gath who swore to follow David wherever he went, left Jerusalem with David and his men, and commanded a third of David's army against Absalom.

    Citado en la guía: 2 Samuel 15:19; 2 Samuel 15:21; 2 Samuel 15:22

  • Jonathan

    Abiathar's son, David's messenger

    Son of the priest Abiathar, who with Ahimaaz carried messages to David during Absalom's revolt and hid in a well at Bahurim.

    Citado en la guía: 2 Samuel 15:27; 2 Samuel 15:36; 2 Samuel 17:17

  • Zadok

    Priest under David

    Son of Ahitub and a priest alongside Abiathar in David's administration, who with the Levites carried the ark when David fled Jerusalem and returned it to the city at David's…

    Citado en la guía: 2 Samuel 8:17; 2 Samuel 15:24; 2 Samuel 15:25

Referencias cruzadas (34)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 1 Reyes 1:5; 2 Samuel 12:11; Salmo 20:7; 1 Samuel 8:11; Proverbios 11:2
  2. 2 Rut 4:1; Mateo 27:1; Éxodo 18:16; 2 Samuel 19:8; Éxodo 18:14
  3. 3 2 Pedro 2:10; Salmo 12:2; Proverbios 30:11; 1 Pedro 2:17; Proverbios 30:17
  4. 4 Jueces 9:29; Lucas 14:8–11; 2 Pedro 2:19; Proverbios 27:2; Proverbios 25:6
  5. 5 2 Samuel 14:33; Proverbios 26:25; Salmo 55:21; Salmo 10:9–10
  6. 6 Romanos 16:18; 2 Pedro 2:3; Proverbios 11:9
  7. 7 Isaías 58:4; 2 Samuel 13:24–27; 1 Samuel 16:1–2; 2 Samuel 13:38; Proverbios 21:27
  8. 8 2 Samuel 13:37–38; Génesis 28:20–21; Jeremías 9:3–5; 1 Samuel 1:11; 2 Samuel 14:23
  9. 10 2 Samuel 14:30; 2 Samuel 5:5; 2 Samuel 3:2–3; 1 Crónicas 12:38; 2 Samuel 19:10
  10. 11 1 Samuel 9:13; 1 Samuel 22:15; Romanos 16:18–19; Génesis 20:5; Mateo 10:16
  11. 12 2 Samuel 15:31; Salmo 41:9; Josué 15:51; Tito 1:16; Salmo 55:12–14
  12. 13 Jueces 9:3; 2 Samuel 15:6; Mateo 27:22; Salmo 62:9; 2 Samuel 3:36
  13. 14 2 Samuel 19:9; Salmo 3:1–8; Salmo 51:18; 2 Samuel 12:11; Mateo 11:12
  14. 15 Proverbios 18:24; Lucas 22:28–29; Juan 6:66–69; Juan 15:14
  15. 16 2 Samuel 16:21–22; 2 Samuel 20:3; Salmo 3:1; Romanos 12:2; 1 Samuel 25:27
  16. 17 Salmo 3:1–2; Salmo 66:12; Eclesiastés 10:7
  17. 18 2 Samuel 8:18; 2 Samuel 20:23; 1 Samuel 30:14; 2 Samuel 20:7; 1 Reyes 1:38
  18. 19 2 Samuel 18:2; Rut 1:11–13
  19. 20 1 Samuel 23:13; 2 Samuel 2:6; Hebreos 11:37–38; Juan 1:17; Salmo 57:3
  20. 21 Rut 1:16–17; Proverbios 17:17; 2 Reyes 4:30; Proverbios 18:24; Hechos 11:23
  21. 23 2 Samuel 16:2; 1 Reyes 2:37; Juan 18:1; Mateo 3:3; 2 Crónicas 29:16
  22. 24 2 Samuel 8:17; Números 4:15; 2 Samuel 20:25; 1 Samuel 22:20; Josué 3:3
  23. 25 Jeremías 25:30; Salmo 26:8; Salmo 84:10; Salmo 43:3–4; Éxodo 15:13
  24. 26 1 Samuel 3:18; 2 Samuel 22:20; 1 Reyes 10:9; Números 14:8; Isaías 62:4
  25. 27 2 Samuel 17:17; 1 Samuel 9:9; 2 Samuel 15:36; 2 Samuel 24:11; 2 Samuel 15:34
  26. 28 2 Samuel 17:16; 2 Samuel 15:23; 2 Samuel 16:2; 2 Samuel 17:1
  27. 30 Ester 6:12; 2 Samuel 19:4; Lucas 19:41; Ezequiel 24:23; Lucas 19:37
  28. 31 2 Samuel 17:14; 2 Samuel 17:23; Salmo 41:9; Santiago 3:15; Job 5:12
  29. 32 Josué 16:2; 2 Samuel 1:2; Salmo 3:3–5; 2 Samuel 16:16–19; Lucas 19:29
  30. 33 2 Samuel 19:35
  31. 34 2 Samuel 16:16–19; Josué 8:2; 2 Samuel 15:20; 2 Samuel 17:5–14; Mateo 10:16
  32. 35 2 Samuel 17:15–16
  33. 36 2 Samuel 17:17; 2 Samuel 15:27; 2 Samuel 18:19–33
  34. 37 1 Crónicas 27:33; 2 Samuel 16:15–16

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias

Lo que dijeron los Padres

Pasajes de los Padres de la Iglesia que comentan o citan este capítulo, tal como aparecen en la edición de Schaff (traducciones inglesas del siglo XIX, de dominio público). Los textos están en inglés.

Cómo se eligieron

«Comentario» es el comienzo de una homilía o exposición sobre este capítulo (homilías de san Juan Crisóstomo; tratados, sermones y comentarios a los Salmos de san Agustín). «Cita» es una frase en la que las notas de la propia edición identifican la cita de un versículo de este capítulo; solo se conserva si el texto coincide con el versículo. Solo se usan obras de autoría segura. Los Salmos siguen la numeración hebrea (Agustín usa la de los Setenta: su Salmo 50 es aquí el 51).

  1. Cita 15:34–37 Augustine of Hippo, Expositions on the Psalms (Psalm VII)

    Now the story which gave occasion to this prophecy may be easily recognised in the second book of Kings. For there Chusi, the friend of king David, went over to the side of Abessalon, his son, who was carrying on war against his father, for the purpose of discovering and reporting the designs which he was taking against his father, …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 8 (1888)