Saltar al texto

Nehemías · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Nehemías 9 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Και εν τη εικοστή τετάρτη ημέρα τούτου του μηνός συνήχθησαν οι υιοί Ισραήλ με νηστείαν και με σάκκους και με χώμα εφ' εαυτούς. 2 Και εχωρίσθη το σπέρμα του Ισραήλ από πάντων των ξένων· και σταθέντες εξωμολογήθησαν τας αμαρτίας αυτών και τας ανομίας των πατέρων αυτών. 3 Και σταθέντες εν τω τόπω αυτών, ανέγνωσαν εν τω βιβλίω του νόμου Κυρίου του Θεού αυτών, εν τέταρτον της ημέρας· και εν τέταρτον, εξωμολογούντο και προσεκύνουν Κύριον τον Θεόν αυτών. 4 Τότε εσηκώθη επί το βήμα των Λευϊτών Ιησούς και Βανί, Καδμιήλ, Σεβανίας, Βουννί, Σερεβίας, Βανί και Χανανί, και ανεβόησαν μετά φωνής μεγάλης προς Κύριον τον Θεόν αυτών. 5 Και οι Λευΐται, Ιησούς και Καδμιήλ, Βανί, Ασαβνίας, Σερεβίας, Ωδίας, Σεβανίας και Πεθαΐα, είπον, Σηκώθητε, ευλογήσατε Κύριον τον Θεόν υμών από του αιώνος έως του αιώνος· και ας ήναι, Θεέ, ευλογημένον το ένδοξόν σου όνομα, το υπέρτερον πάσης ευλογίας και αινέσεως. 6 Συ αυτός είσαι Κύριος μόνος· συ εποίησας τον ουρανόν, τους ουρανούς των ουρανών, και πάσαν την στρατιάν αυτών, την γην και πάντα τα επ' αυτής, τας θαλάσσας και πάντα τα εν αυταίς, και συ ζωοποιείς πάντα ταύτα· και σε προσκυνούσιν αι στρατιαί των ουρανών. 7 Συ είσαι Κύριος ο Θεός, όστις εξέλεξας τον Άβραμ και εξήγαγες αυτόν από της Ουρ των Χαλδαίων, και έδωκας εις αυτόν το όνομα Αβραάμ· 8 και εύρηκας την καρδίαν αυτού πιστήν ενώπιόν σου, και έκαμες προς αυτόν διαθήκην, ότι θέλεις δώσει την γην των Χαναναίων, των Χετταίων, των Αμορραίων και των Φερεζαίων και των Ιεβουσαίων και των Γεργεσαίων, ότι θέλεις δώσει αυτήν εις το σπέρμα αυτού· και εξετέλεσας τους λόγους σου· διότι δίκαιος είσαι συ. 9 Και είδες την θλίψιν των πατέρων ημών εν Αιγύπτω, και ήκουσας την κραυγήν αυτών επί την Ερυθράν θάλασσαν· 10 και έδειξας σημεία και τέρατα επί τον Φαραώ και επί πάντας τους δούλους αυτού και επί πάντα τον λαόν της γης αυτού· επειδή εγνώρισας ότι υπερηφανεύθησαν εναντίον αυτών. Και έκαμες εις σεαυτόν όνομα, ως την ημέραν ταύτην. 11 Και διέσχισας την θάλασσαν ενώπιον αυτών, και διέβησαν διά ξηράς εν μέσω της θαλάσσης· τους δε καταδιώκοντας αυτούς έρριψας εις τα βάθη, ως λίθον εις ύδατα ισχυρά· 12 και ώδήγησας αυτούς την ημέραν διά στύλου νεφέλης, την δε νύκτα διά στύλου πυρός, διά να φωτίζης εις αυτούς την οδόν δι' ης έμελλον να διέλθωσι. 13 Και κατέβης επί το όρος Σινά, και ελάλησας μετ' αυτών εξ ουρανού, και έδωκας εις αυτούς ευθείας κρίσεις και αληθινούς νόμους, διατάγματα και εντολάς αγαθάς· 14 και το άγιόν σου σάββατον έκαμες γνωστόν εις αυτούς, και προσέταξας εις αυτούς εντολάς και διατάγματα και νόμους, διά χειρός Μωϋσέως του δούλου σου. 15 Και άρτον εξ ουρανού έδωκας εις αυτούς εις την πείναν αυτών, και ύδωρ εκ πέτρας εξήγαγες εις αυτούς εις την δίψαν αυτών· και είπας προς αυτούς να εισέλθωσι διά να κληρονομήσωσι την γην, περί ης ύψωσας την χείρα σου ότι θέλεις δώσει αυτήν εις αυτούς. 16 Εκείνοι δε και οι πατέρες ημών υπερηφανεύθησαν και εσκλήρυναν τον τράχηλον αυτών και δεν υπήκουσαν εις τας εντολάς σου· 17 και ηρνήθησαν να υπακούσωσι και δεν ενεθυμήθησαν τα θαυμάσιά σου τα οποία έκαμες εις αυτούς· αλλ' εσκλήρυναν τον τράχηλον αυτών, και εν τη αποστασία αυτών διώρισαν αρχηγόν διά να επιστρέψωσιν εις την δουλείαν αυτών. Αλλά συ είσαι Θεός συγχωρητικός, ελεήμων και οικτίρμων, μακρόθυμος και πολυέλεος, και δεν εγκατέλιπες αυτούς. 18 Μάλιστα, ότε έκαμον εις εαυτούς χωνευτόν μόσχον και είπον, Ούτος είναι ο Θεός σου όστις σε ανήγαγεν εξ Αιγύπτου, και έπραξαν μεγάλους παροργισμούς· 19 συ όμως, εν τοις οικτιρμοίς σου τοις μεγάλοις, δεν εγκατέλιπες αυτούς εν τη ερήμω· ο στύλος της νεφέλης δεν εξέκλινεν απ' αυτών την ημέραν, διά να οδηγή αυτούς εν τη οδώ, ουδέ ο στύλος του πυρός την νύκτα, διά να φωτίζη εις αυτούς και την οδόν δι' ης έμελλον να διέλθωσι. 20 Και έδωκας εις αυτούς το αγαθόν σου πνεύμα, διά να συνετίζη αυτούς· και δεν εστέρησας το μάννα σου από του στόματος αυτών, και ύδωρ έδωκας εις αυτούς εις την δίψαν αυτών. 21 Και τεσσαράκοντα έτη έθρεψας αυτούς εν τη ερήμω· δεν έλειψεν εις αυτούς ουδέν· τα ιμάτια αυτών δεν επαλαιώθησαν και οι πόδες αυτών δεν επρήσθησαν. 22 Και έδωκας εις αυτούς βασίλεια και λαούς, και διεμέρισας εις αυτούς διά μερίδας· και εκληρονόμησαν την γην του Σηών και την γην του βασιλέως της Εσεβών και την γην του Ωγ βασιλέως της Βασάν. 23 Και τους υιούς αυτών επλήθυνας ως τα άστρα του ουρανού· και έφερες αυτούς εις την γην, εις την οποίαν είπας προς τους πατέρας αυτών να εισέλθωσι, διά να κληρονομήσωσιν αυτήν. 24 Και εισήλθον οι υιοί αυτών και εκληρονόμησαν την γήν· και υπέταξας έμπροσθεν αυτών τους κατοίκους της γης, τους Χαναναίους, και παρέδωκας αυτούς εις τας χείρας αυτών, και τους βασιλείς αυτών και τους λαούς της γης, διά να κάμωσιν εις αυτούς κατά την θέλησιν αυτών. 25 Και εκυρίευσαν πόλεις ισχυράς και γην παχείαν, και εκληρονόμησαν οίκους πλήρεις πάντων των αγαθών, φρέατα ωρυγμένα, αμπελώνας και ελαιώνας και δένδρα κάρπιμα εν αφθονία· και έφαγον και εχορτάσθησαν και επαχύνθησαν και ενετρύφησαν, εν τη μεγάλη σου αγαθότητι. 26 Και ηπείθησαν και επανεστάτησαν εναντίον σου, και έρριψαν τον νόμον σου οπίσω των νώτων αυτών, και τους προφήτας σου εφόνευσαν, οίτινες διεμαρτύροντο εναντίον αυτών διά να επιστρέψωσιν αυτούς προς σε, και έπραξαν μεγάλους παροργισμούς. 27 Διά τούτο παρέδωκας αυτούς εις την χείρα των θλιβόντων αυτούς, και κατέθλιψαν αυτούς· και εν τω καιρώ της θλίψεως αυτών ανεβόησαν προς σε, και συ εισήκουσας εξ ουρανού· και κατά τους πολλούς οικτιρμούς σου έδωκας σωτήρας εις αυτούς, και έσωσαν αυτούς εκ της χειρός των θλιβόντων αυτούς. 28 Αλλ' αφού ανεπαύθησαν, εστράφησαν εις το να πράττωσι πονηρά ενώπιόν σου· όθεν εγκατέλιπες αυτούς εις την χείρα των εχθρών αυτών, και εξουσίασαν αυτούς· ότε όμως επέστρεψαν και ανεβόησαν προς σε, συ εισήκουσας εξ ουρανού· και πολλάκις ηλευθέρωσας αυτούς κατά τους οικτιρμούς σου. 29 Και διεμαρτυρήθης εναντίον αυτών, διά να επιστρέψης αυτούς εις τον νόμον σου· πλην αυτοί υπερηφανεύθησαν και δεν υπήκουσαν εις τας εντολάς σου, αλλ' ημάρτησαν εις τας κρίσεις σου, τας οποίας εάν τις εκτελή, θέλει ζήσει δι' αυτών· και έδωκαν νώτον απειθή και εσκλήρυναν τον τράχηλον αυτών και δεν ήκουσαν. 30 Και όμως έτη πολλά παρέκτεινας επ' αυτούς, και διεμαρτυρήθης εναντίον αυτών διά του πνεύματός σου διά των προφητών σου· αλλά δεν έδωκαν ακρόασιν· διά τούτο παρέδωκας αυτούς εις την χείρα των λαών των τόπων. 31 Πλην διά τους πολλούς οικτιρμούς σου δεν συνετέλεσας αυτούς, ουδέ εγκατέλιπες αυτούς· διότι Θεός οικτίρμων και ελεήμων είσαι. 32 Τώρα λοιπόν, Θεέ ημών, ο μέγας, ο ισχυρός και φοβερός Θεός, ο φυλάττων την διαθήκην και το έλεος, ας μη λογισθή μικρά ενώπιόν σου πάσα η θλίψις ήτις εύρηκεν ημάς, τους βασιλείς ημών, τους άρχοντας ημών και τους ιερείς ημών και τους προφήτας ημών και τους πατέρας ημών και πάντα τον λαόν σου, από των ημερών των βασιλέων της Ασσυρίας μέχρι της ημέρας ταύτης. 33 Δίκαιος βεβαίως είσαι εις πάντα τα επελθόντα εφ' ημάς· διότι συ μεν αλήθειαν έκαμες, ημείς δε ησεβήσαμεν. 34 Και οι βασιλείς ημών, οι άρχοντες ημών, οι ιερείς ημών και οι πατέρες ημών, δεν εφύλαξαν τον νόμον σου και δεν έδωκαν προσοχήν εις τας εντολάς σου και εις τα μαρτύριά σου, με τα οποία διεμαρτυρήθης εναντίον αυτών. 35 Διότι αυτοί, εν τη βασιλεία αυτών και εν τη μεγάλη σου αγαθωσύνη την οποίαν έδωκας εις αυτούς, και εν τη γη τη πλατεία και παχεία, την οποίαν έδωκας ενώπιον αυτών, δεν σε εδούλευσαν ουδέ εστράφησαν από των πονηρών έργων αυτών. 36 Ιδού, δούλοι είμεθα την ημέραν ταύτην· και εν τη γη, την οποίαν έδωκας εις τους πατέρας ημών, διά να τρώγωσι τον καρπόν αυτής και τα αγαθά αυτής, ιδού, δούλοι είμεθα επ' αυτής· 37 και αυτή δίδει πολλήν αφθονίαν εις τους βασιλείς, τους οποίους επέβαλες εφ' ημάς διά τας αμαρτίας ημών· και κατεξουσιάζουσιν επί των σωμάτων ημών και επί των κτηνών ημών κατά την αρέσκειαν αυτών· και είμεθα εν θλίψει μεγάλη. 38 Όθεν διά πάντα ταύτα ημείς κάμνομεν διαθήκην πιστήν και γράφομεν αυτήν· και επισφραγίζουσιν αυτήν οι άρχοντες ημών, οι Λευΐται ημών και οι ιερείς ημών.

Personas y lugares de este capítulo

Del árbol genealógico y los mapas bíblicos de este sitio (en inglés), solo donde esas guías citan este capítulo.

Personas

  • Bani

    Levite

    Levite named Bani in the Levites who taught the Law, led confession and sealed the covenant (Nehemiah 8:7, 9:4-5, 10:13). The lists do not say whether same-named Levites in…

    Citado en la guía: Nehemiah 8:7; Nehemiah 9:4; Nehemiah 9:5

  • Bunni

    Levite

    Levite named Bunni in the Levites who stood on the raised platform and cried out to the LORD (Nehemiah 9:4). The lists do not say whether same-named Levites in different lists are…

    Citado en la guía: Nehemiah 9:4

  • Chenani

    Levite

    Levite named Chenani in the Levites who stood on the raised platform and cried out to the LORD (Nehemiah 9:4). The lists do not say whether same-named Levites in different lists…

    Citado en la guía: Nehemiah 9:4

  • Hashabneiah

    Levite

    Levite named Hashabneiah in the Levites who called the people to bless the LORD (Nehemiah 9:5). The lists do not say whether same-named Levites in different lists are one man.

    Citado en la guía: Nehemiah 9:5

  • Hodiah

    Levite

    Levite named Hodiah in the Levites who taught the Law, led prayer and sealed the covenant. The lists do not say whether same-named Levites in different lists are one man.

    Citado en la guía: Nehemiah 8:7; Nehemiah 9:5; Nehemiah 10:10

  • Kadmiel

    Levite who led the temple work

    Levite whose family returned and who, with Jeshua and the sons of Henadad, oversaw the temple builders; he later joined in the Levites’ prayer and the covenant.

    Citado en la guía: Ezra 2:40; Ezra 3:9; Nehemiah 9:4

  • Pethahiah

    Levite

    Levite named Pethahiah in the Levites who called the people to bless the LORD (Nehemiah 9:5). The lists do not say whether same-named Levites in different lists are one man.

    Citado en la guía: Nehemiah 9:5

  • Shebaniah

    Levite

    Levite named Shebaniah in the Levites who led the prayer and sealed the covenant (the name appears twice in Neh 10:10-12). The lists do not say whether same-named Levites in…

    Citado en la guía: Nehemiah 9:4; Nehemiah 9:5; Nehemiah 10:10

Lugares

  • Ur

    Hoy: Southern Iraq (near the Euphrates)

    Traditionally the southern Sumerian city (Tell el-Muqayyar) with its famous ziggurat, though some scholars argue for a northern Ur (location debated). Abraham set out from here.

    Citado en la guía: Genesis 11:31; Genesis 15:7; Nehemiah 9:7

Referencias cruzadas (38)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 Esdras 8:23; Nehemías 8:2; Josué 7:6; Hechos 13:2–3; 1 Samuel 4:12
  2. 2 Nehemías 13:3; Daniel 9:3–10; Esdras 10:11; Nehemías 13:30; Daniel 9:20
  3. 3 Nehemías 8:3–4; Nehemías 8:7–8
  4. 4 Nehemías 8:7; Nehemías 12:8; 2 Crónicas 20:19; Nehemías 9:5; Nehemías 10:9–13
  5. 5 Salmo 103:1–2; 2 Corintios 4:6; 1 Pedro 1:3; Salmo 106:2; Mateo 11:25
  6. 6 Isaías 37:16; Génesis 1:1; Apocalipsis 4:11; Deuteronomio 10:14; Deuteronomio 6:4
  7. 7 Génesis 11:31; Génesis 17:5; Isaías 51:2; Hechos 7:2–4; Deuteronomio 10:15
  8. 8 Hebreos 6:18; Génesis 15:18–21; Génesis 15:6; Josué 23:14; Génesis 12:7
  9. 9 Éxodo 3:7–9; Éxodo 2:25; Éxodo 14:10–14; Éxodo 3:16; Hechos 7:34
  10. 10 Daniel 9:15; Jeremías 32:20; Éxodo 5:2; Éxodo 14:1–31; Isaías 63:12
  11. 11 Salmo 78:13; Éxodo 14:21–22; Éxodo 14:27–28; Isaías 63:11–13; Salmo 66:6
  12. 12 Éxodo 13:21–22; Nehemías 9:19; Salmo 107:7; Salmo 78:14; Salmo 105:39
  13. 13 Salmo 119:160; Éxodo 20:1; Éxodo 19:11; Salmo 119:127–128; Ezequiel 20:11–13
  14. 14 Éxodo 20:8–11; Génesis 2:3; Ezequiel 20:12; Ezequiel 20:20; Éxodo 16:29
  15. 15 1 Corintios 10:3–4; Deuteronomio 1:8; Éxodo 17:6; Éxodo 16:14–15; Éxodo 16:4
  16. 16 Nehemías 9:29; Salmo 81:11–14; Hebreos 3:15; Deuteronomio 31:27; Nehemías 9:10
  17. 17 Joel 2:13; Salmo 86:5; Salmo 145:8–9; Salmo 86:15; Éxodo 34:6–7
  18. 18 Salmo 106:19–23; Éxodo 32:4–8; Éxodo 32:31–32; Ezequiel 20:7–44; Deuteronomio 9:12–16
  19. 19 Salmo 106:45; Nehemías 9:27; Malaquías 3:6; Nehemías 9:12; Números 14:14
  20. 20 Salmo 143:10; Números 11:17; Isaías 63:11–14; Juan 4:10; 2 Pedro 1:21
  21. 21 Deuteronomio 2:7; Deuteronomio 8:4; Deuteronomio 29:5; Salmo 34:10; Números 14:33–34
  22. 22 Números 21:21–35; Salmo 105:44; Josué 11:23; Salmo 78:65; Deuteronomio 3:1–17
  23. 23 Génesis 22:17; Génesis 15:5; Génesis 15:18; Génesis 17:8; Génesis 12:7
  24. 24 Josué 18:1; Josué 21:43; 1 Crónicas 22:18; Salmo 44:2–3; Josué 11:23
  25. 25 Deuteronomio 32:15; Deuteronomio 3:5; Nehemías 9:35; 1 Reyes 8:66; Deuteronomio 32:13
  26. 26 1 Reyes 14:9; Jueces 2:11–12; Nehemías 9:18; Hechos 7:52; 1 Reyes 19:10
  27. 27 Salmo 106:41–45; 2 Reyes 14:27; Daniel 9:10–14; 2 Reyes 13:5; Jueces 2:18
  28. 28 Jueces 5:31–6:1; 1 Reyes 8:33–34; 1 Reyes 8:39; Jueces 4:1; Jueces 3:11–12
  29. 29 Nehemías 9:16; Levítico 18:5; Nehemías 9:26; Nehemías 9:10; Santiago 4:6–10
  30. 30 Romanos 2:4; 2 Crónicas 36:15–16; Isaías 63:10; Isaías 42:24; Hechos 7:51
  31. 31 Lamentaciones 3:22; Salmo 103:8–9; Nehemías 9:17; Jeremías 4:27; Éxodo 34:6–7
  32. 32 Deuteronomio 7:9; Nehemías 1:5; Daniel 9:4; Daniel 9:8; Miqueas 7:18–20
  33. 33 Salmo 106:6; Daniel 9:5–14; Génesis 18:25; Job 34:23; Salmo 119:137
  34. 34 Jeremías 29:19; 2 Reyes 17:13; Deuteronomio 31:21; 2 Reyes 17:15; Nehemías 9:30
  35. 35 Deuteronomio 28:47; Deuteronomio 32:12–15; Jeremías 5:19; Deuteronomio 8:7–10; Deuteronomio 31:21
  36. 36 Esdras 9:9; Deuteronomio 28:48; 2 Crónicas 12:8
  37. 37 Deuteronomio 28:33; Deuteronomio 28:48; Esdras 7:24; Deuteronomio 28:39; Nehemías 5:8
  38. 38 Nehemías 10:1; Nehemías 10:29; 2 Crónicas 34:31; Esdras 10:3; 2 Reyes 23:3

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias

Lo que dijeron los Padres

Pasajes de los Padres de la Iglesia que comentan o citan este capítulo, tal como aparecen en la edición de Schaff (traducciones inglesas del siglo XIX, de dominio público). Los textos están en inglés.

Cómo se eligieron

«Comentario» es el comienzo de una homilía o exposición sobre este capítulo (homilías de san Juan Crisóstomo; tratados, sermones y comentarios a los Salmos de san Agustín). «Cita» es una frase en la que las notas de la propia edición identifican la cita de un versículo de este capítulo; solo se conserva si el texto coincide con el versículo. Solo se usan obras de autoría segura. Los Salmos siguen la numeración hebrea (Agustín usa la de los Setenta: su Salmo 50 es aquí el 51).

  1. Cita 9:20 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture XVI)

    And Ezra says, Thou gavest also Thy good Spirit to instruct them.

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)