Skip to the text

Leviticus · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leviticus 20 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν, λέγων, 2 Και προς τους υιούς Ισραήλ θέλεις ειπεί, Όστις εκ των υιών Ισραήλ ή εκ των ξένων των παροικούντων εν τω Ισραήλ δώση από του σπέρματος αυτού εις τον Μολόχ, θέλει εξάπαντος θανατωθή· ο λαός του τόπου θέλει λιθοβολήσει αυτόν με λίθους. 3 Και εγώ θέλω επιστήσει το πρόσωπόν μου κατά του ανθρώπου εκείνου και θέλω εξολοθρεύσει αυτόν εκ μέσου του λαού αυτού· διότι από του σπέρματος αυτού έδωκεν εις τον Μολόχ, διά να μιάνη το αγιαστήριόν μου και να βεβηλώση το όνομά μου το άγιον. 4 Εάν δε ο λαός του τόπου παραβλέψη με τους οφθαλμούς αυτού τον άνθρωπον εκείνον, όταν δίδη από του σπέρματος αυτού εις τον Μολόχ, και δεν φονεύση αυτόν, 5 τότε θέλω επιστήσει εγώ το πρόσωπόν μου κατά του ανθρώπου εκείνου και κατά της συγγενείας αυτού· και θέλω εξολοθρεύσει εκ μέσου του λαού αυτού αυτόν, και πάντας τους ακολουθούντας αυτόν εις την πορνείαν, διά να πορνεύωσι κατόπιν του Μολόχ. 6 Και ψυχή, ήτις ακολουθήση τους έχοντας πνεύμα μαντείας και τους επαοιδούς, διά να πορνεύη κατόπιν αυτών, θέλω επιστήσει το πρόσωπόν μου κατά της ψυχής εκείνης, και θέλω εξολοθρεύσει αυτήν εκ μέσου του λαού αυτής. 7 Αγιάσθητε λοιπόν και γίνεσθε άγιοι διότι εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σας· 8 Και θέλετε φυλάττει τα διατάγματά μου και θέλετε εκτελεί αυτά. Εγώ είμαι ο Κύριος, ο αγιάζων υμάς. 9 Πας άνθρωπος, όστις κακολογήση τον πατέρα αυτού ή την μητέρα αυτού, εξάπαντος θέλει θανατωθή· τον πατέρα αυτού ή την μητέρα αυτού, εκακολόγησε· το αίμα αυτού θέλει είσθαι επ' αυτόν. 10 Και άνθρωπος, όστις μοιχεύση την γυναίκα τινός, όστις μοιχεύση την γυναίκα του πλησίον αυτού, εξάπαντος θέλει θανατωθή, ο μοιχεύων και η μοιχευομένη. 11 Και άνθρωπος, όστις κοιμηθή μετά της γυναικός του πατρός αυτού, την ασχημοσύνην του πατρός αυτού απεκάλυψεν· εξάπαντος θέλουσι θανατωθή αμφότεροι· το αίμα αυτών θέλει είσθαι επ' αυτούς. 12 Και εάν τις κοιμηθή μετά της νύμφης αυτού, εξάπαντος θέλουσι θανατωθή αμφότεροι· σύγχυσιν έπραξαν· το αίμα αυτών θέλει είσθαι επ' αυτούς. 13 Εάν δε τις κοιμηθή μετά άρρενος, καθώς κοιμάται μετά γυναικός, βδέλυγμα έπραξαν αμφότεροι· εξάπαντος θέλουσι θανατωθή· το αίμα αυτών θέλει είσθαι επ' αυτούς. 14 Και εάν τις λάβη γυναίκα και την μητέρα αυτής, είναι ανομία· εν πυρί θέλουσι καυθή, αυτός και αυταί, και δεν θέλει είσθαι ανομία μεταξύ σας. 15 Και εάν τις συνουσιασθή μετά κτήνους, εξάπαντος θέλει θανατωθή· και το κτήνος θέλετε φονεύσει. 16 Και η γυνή, ήτις πλησιάση εις οιονδήποτε κτήνος διά να βατευθή, θέλεις φονεύσει την γυναίκα και το κτήνος· εξάπαντος θέλουσι θανατωθή· το αίμα αυτών θέλει είσθαι επ' αυτούς. 17 Και εάν τις λάβη την αδελφήν αυτού, την θυγατέρα του πατρός αυτού ή την θυγατέρα της μητρός αυτού, και ίδη την ασχημοσύνην αυτής και αυτή ίδη την ασχημοσύνην εκείνου, είναι αισχρόν· και θέλουσιν εξολοθρευθή έμπροσθεν του λαού αυτών· την ασχημοσύνην της αδελφής αυτού απεκάλυψε· την ανομίαν αυτού θέλει βαστάσει. 18 Και άνθρωπος, όστις κοιμηθή μετά γυναικός εχούσης τα γυναικεία αυτής και αποκαλύψη την ασχημοσύνην αυτής, ούτος την πηγήν αυτής εξεσκέπασε και αύτη την πηγήν του αίματος αυτής απεκάλυψεν· όθεν αμφότεροι θέλουσιν εξολοθρευθή εκ μέσου του λαού αυτών. 19 Και την ασχημοσύνην της αδελφής της μητρός σου ή της αδελφής του πατρός σου δεν θέλεις αποκαλύψει· διότι την στενήν συγγενή αυτού αποκαλύπτει· την ανομίαν αυτών θέλουσι βαστάσει. 20 Εάν δε τις κοιμηθή μετά της θείας αυτού, την ασχημοσύνην του θείου αυτού απεκάλυψε· την αμαρτίαν αυτών θέλουσι βαστάσει· άτεκνοι θέλουσιν αποθάνει. 21 Και εάν τις λάβη την γυναίκα του αδελφού αυτού, είναι ακαθαρσία· την ασχημοσύνην του αδελφού αυτού απεκάλυψεν· άτεκνοι θέλουσι μείνει. 22 Θέλετε λοιπόν φυλάττει πάντα τα διατάγματά μου και πάσας τας κρίσεις μου, και θέλετε κάμνει αυτά· διά να μη σας εξεμέση η γη, όπου εγώ σας φέρω διά να κατοικήσητε εν αυτή. 23 Και δεν θέλετε περιπατεί κατά τα νόμιμα των εθνών, τα οποία εγώ εκδιώκω απ' έμπροσθέν σας· διότι πάντα ταύτα έπραξαν, όθεν εβδελύχθην αυτούς. 24 Και είπα προς εσάς, Σεις θέλετε κληρονομήσει την γην αυτών, και εγώ θέλω δώσει αυτήν εις εσάς προς ιδιοκτησίαν, γην ρέουσαν γάλα και μέλι. Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σας, όστις σας απεχώρισα από των λαών. 25 Διά τούτο θέλετε αποχωρίσει τα κτήνη τα καθαρά από των ακαθάρτων και τα πτηνά τα ακάθαρτα από των καθαρών· και δεν θέλετε μιάνει τας ψυχάς σας με τα κτήνη ή με τα πτηνά ή με παν ό,τι έρπει επί της γης, τα οποία εγώ απεχώρισα εις σας ως ακάθαρτα. 26 Και θέλετε είσθαι άγιοι εις εμέ· διότι άγιος είμαι εγώ ο Κύριος και σας απεχώρισα από των λαών, διά να ήσθε εμού. 27 Και ανήρ η γυνή, ήτις έχει πνεύμα μαντείας, ή είναι επαοιδός, εξάπαντος θέλει θανατωθή· με λίθους θέλουσι λιθοβολήσει αυτούς· το αίμα αυτών θέλει είσθαι επ' αυτούς.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Moses

    Deliverer and lawgiver

    Drawn from the Nile, he led Israel out of Egypt and received God's Law.

    Cited in the guide: Exodus 2–Deuteronomy 34

Cross references (26)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 2 Deuteronomy 21:21; Leviticus 18:21; Leviticus 24:23; Leviticus 24:14; Leviticus 20:27
  2. 3 Leviticus 18:21; Leviticus 17:10; Ezekiel 23:38–39; Ezekiel 5:11; 2 Corinthians 6:16
  3. 4 Deuteronomy 17:2–5; Acts 17:30; 1 Samuel 3:13–14; 1 Kings 20:42; Deuteronomy 13:8
  4. 5 Psalm 106:39; Hosea 2:13; Hosea 2:5; Leviticus 17:7; Jeremiah 32:39
  5. 6 Leviticus 19:31; Isaiah 8:19; Deuteronomy 18:10–14; 1 Chronicles 10:13–14; Leviticus 20:27
  6. 7 Leviticus 11:44; Leviticus 19:2; 1 Peter 1:15–16; Ephesians 1:4; Colossians 3:12
  7. 8 Exodus 31:13; James 1:22; 1 Thessalonians 5:23; Revelation 22:14; Leviticus 21:8
  8. 9 Exodus 21:17; Mark 7:10; Deuteronomy 27:16; Matthew 15:4; Proverbs 20:20
  9. 10 John 8:4–5; Deuteronomy 22:22–24; Deuteronomy 5:18; Leviticus 18:20; Exodus 20:14
  10. 11 Deuteronomy 27:23; Deuteronomy 27:20; Leviticus 18:7–8; 1 Corinthians 5:1; Amos 2:7
  11. 12 Leviticus 18:15; Genesis 38:18; Leviticus 18:23; Deuteronomy 27:23; Genesis 38:16
  12. 13 1 Corinthians 6:9; Leviticus 18:22; Jude 7; 1 Timothy 1:10; Deuteronomy 23:17
  13. 14 Leviticus 18:17; Deuteronomy 27:23; Amos 2:7; Joshua 7:15; Joshua 7:25
  14. 15 Leviticus 18:23; Deuteronomy 27:21; Exodus 22:19
  15. 16 Exodus 19:13; Hebrews 12:20; Exodus 21:32; Exodus 21:28
  16. 17 Leviticus 18:9; Deuteronomy 27:22; Genesis 20:12; Ezekiel 22:11; 2 Samuel 13:12
  17. 18 Leviticus 18:19; Leviticus 15:24; Ezekiel 22:10; Ezekiel 18:6
  18. 19 Leviticus 18:6; Exodus 6:20; Leviticus 18:12–30
  19. 20 Leviticus 18:14; Job 18:19; Psalm 109:13; Jeremiah 22:30; Luke 1:25
  20. 21 Leviticus 18:16; Matthew 14:3–4
  21. 22 Leviticus 18:25–28; Ezekiel 36:27; Leviticus 18:4–5; Psalm 119:20; Psalm 105:45
  22. 23 Leviticus 18:24; Deuteronomy 9:5; Leviticus 18:30; Leviticus 18:3; Leviticus 18:27
  23. 24 Deuteronomy 14:2; Exodus 3:8; Exodus 6:8; Exodus 3:17; Deuteronomy 7:6
  24. 25 Deuteronomy 14:3–21; Leviticus 11:1–47; Ephesians 5:7–11; Acts 10:11–15; Acts 10:28
  25. 26 1 Peter 1:15–16; Leviticus 20:7; Leviticus 20:24; Leviticus 19:2; Deuteronomy 7:6
  26. 27 Leviticus 19:31; Leviticus 20:6; 1 Samuel 28:7–9; Deuteronomy 18:10–12; Exodus 22:18

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 20:9 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture VII)

    … put no obstacle to godliness in our way, if we are ever carried away by ingratitude, and, forgetting their benefits to us, hold them in contempt, then the oracle will have place which says, He that curseth father or mother, let him die the death.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)