Skip to the text

Leviticus · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leviticus 19 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν, λέγων, 2 Λάλησον προς πάσαν την συναγωγήν των υιών Ισραήλ και ειπέ προς αυτούς, Άγιοι θέλετε είσθαι· διότι άγιος είμαι εγώ Κύριος ο Θεός σας. 3 Θέλετε φοβείσθαι έκαστος την μητέρα αυτού και τον πατέρα αυτού· και τα σάββατά μου θέλετε φυλάττει. Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σας. 4 Μη στραφήτε εις είδωλα μηδέ κάμητε εις εαυτούς θεούς χωνευτούς. Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σας. 5 Και όταν προσφέρητε θυσίαν ειρηνικής προσφοράς προς τον Κύριον, αυτοπροαιρέτως θέλετε προσφέρει αυτήν. 6 Θέλει τρώγεσθαι την ημέραν καθ' ην προσφέρετε αυτήν, και την επαύριον· εάν δε μείνη τι έως της τρίτης ημέρας, με πυρ θέλει κατακαυθή. 7 Εάν δε ποτέ φαγωθή την ημέραν την τρίτην, είναι βδελυκτόν· δεν θέλει είσθαι ευπρόσδεκτος. 8 Διά τούτο όστις φάγη αυτήν, θέλει βαστάσει την ανομίαν αυτού, διότι εβεβήλωσε τα άγια του Κυρίου· και η ψυχή αύτη θέλει εξολοθρευθή εκ του λαού αυτής. 9 Και όταν θερίζητε τον θερισμόν της γης σας, δεν θέλεις θερίσει ολοκλήρως τας άκρας του αγρού σου και τα αποπίπτοντα του θερισμού σου δεν θέλεις συλλέξει. 10 Και τον αμπελώνά σου δεν θέλεις επανατρυγήσει ούτε τας ρώγας του αμπελώνός σου θέλεις συλλέξει· εις τον πτωχόν και εις τον ξένον θέλεις αφήσει αυτάς. Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σας. 11 Δεν θέλετε κλέπτει ουδέ θέλετε ψεύδεσθαι ουδέ θέλετε απατήσει έκαστος τον πλησίον αυτού. 12 Και δεν θέλετε ομνύει εις το όνομά μου ψευδώς και δεν θέλεις βεβηλόνει το όνομα του Θεού σου. Εγώ είμαι ο Κύριος. 13 Δεν θέλεις αδικήσει τον πλησίον σου ουδέ θέλεις αρπάσει· δεν θέλει διανυκτερεύσει ο μισθός του μισθωτού μετά σου έως πρωΐ. 14 Δεν θέλεις κακολογήσει τον κωφόν, και έμπροσθεν του τυφλού δεν θέλεις βάλει πρόσκομμα, αλλά θέλεις φοβηθή τον Θεόν σου. Εγώ είμαι ο Κύριος. 15 Δεν θέλετε κάμει αδικίαν εις κρίσιν· δεν θέλεις αποβλέψει εις πρόσωπον πτωχού ουδέ θέλεις σεβασθή πρόσωπον δυνάστου· εν δικαιοσύνη θέλεις κρίνει τον πλησίον σου. 16 Δεν θέλεις περιφέρεσθαι συκοφαντών μεταξύ του λαού σου· ουδέ θέλεις σηκωθή κατά του αίματος του πλησίον σου. Εγώ είμαι ο Κύριος. 17 Δεν θέλεις μισήσει τον αδελφόν σου εν τη καρδία σου· θέλεις ελέγξει παρρησία τον πλησίον σου και δεν θέλεις υποφέρει αμαρτίαν επ' αυτόν. 18 Δεν θέλεις εκδικείσθαι ουδέ θέλεις μνησικακεί κατά των υιών του λαού σου· αλλά θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Εγώ είμαι ο Κύριος. 19 Τα νόμιμά μου θέλετε φυλάττει· δεν θέλεις κάμει τα κτήνη σου να βατεύωνται με ετεροειδή· εις τον αγρόν σου δεν θέλεις σπείρει ετεροειδή σπέρματα· ουδέ θέλεις βάλει επάνω σου ένδυμα σύμμικτον εξ ετεροειδούς κλωστής. 20 Και εάν τις συνουσιασθή μετά γυναικός, ήτις είναι δούλη ηρραβωνισμένη μετά ανδρός και δεν είναι εξηγορασμένη, ουδέ εδόθη εις αυτήν η ελευθερία, θέλουσι μαστιγωθή· δεν θέλουσι φονευθή, διότι αυτή δεν ήτο ελευθέρα. 21 Και αυτός θέλει φέρει την περί ανομίας προσφοράν αυτού προς τον Κύριον εις την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου, κριόν διά προσφοράν περί ανομίας. 22 Και θέλει κάμει ο ιερεύς εξιλέωσιν περί αυτού διά του κριού της περί ανομίας προσφοράς ενώπιον του Κυρίου, διά την αμαρτίαν αυτού την οποίαν ημάρτησε· και θέλει συγχωρηθή εις αυτόν η αμαρτία αυτού την οποίαν ημάρτησε. 23 Και όταν εισέλθητε εις την γην και φυτεύσητε παν δένδρον τρόφιμον, τότε θέλετε περικαθαρίζει τον καρπόν αυτού ως ακάθαρτον· τρία έτη θέλει είσθαι εις εσάς ακάθαρτος· δεν θέλει τρώγεσθαι. 24 Και εις το τέταρτον έτος θέλει είσθαι όλος ο καρπός αυτού άγιος εις δόξαν του Κυρίου. 25 Εις δε το πέμπτον έτος θέλετε τρώγει τον καρπόν αυτού, διά να πληθυνθή εις εσάς το εισόδημα αυτού. Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σας. 26 Δεν θέλετε τρώγει ουδέν μετά του αίματος αυτού· ουδέ θέλετε μεταχειρίζεσθαι μαντείας ουδέ θέλετε προμαντεύει καιρούς. 27 Δεν θέλετε κουρεύσει κυκλοειδώς την κόμην της κεφαλής σας ουδέ θέλετε φθείρει τα άκρα των πωγώνων σας. 28 Δεν θέλετε κάμει εντομίδας εις το σώμα σας διά νεκρόν, ουδέ γράμματα στικτά θέλετε εγχαράξει επάνω σας. Εγώ είμαι ο Κύριος. 29 Δεν θέλεις βεβηλώσει την θυγατέρα σου, καθιστών αυτήν πόρνην· μήπως ο τόπος πέση εις πορνείαν και γεμίση ο τόπος από ασεβείας. 30 Τα σάββατά μου θέλετε φυλάττει, και το αγιαστήριόν μου θέλετε σέβεσθαι. Εγώ είμαι ο Κύριος. 31 Δεν θέλετε ακολουθεί τους έχοντας πνεύμα μαντείας ουδέ θέλετε προσκολληθή εις επαοιδούς, ώστε να μιαίνησθε δι' αυτών. Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σας. 32 Ενώπιον της πολιάς θέλεις προσηκόνεσθαι και θέλεις τιμήσει το πρόσωπον του γέροντος και θέλεις φοβηθή τον Θεόν σου. Εγώ είμαι ο Κύριος. 33 Και εάν τις ξένος παροική μετά σου εν τη γη υμών, δεν θέλετε θλίψει αυτόν· 34 ο ξένος, ο παροικών με σας, θέλει είσθαι εις εσάς ως ο αυτόχθων, και θέλεις αγαπά αυτόν ως σεαυτόν· διότι ξένοι εστάθητε εν γη Αιγύπτου. Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σας. 35 Δεν θέλετε πράξει αδικίαν εις κρίσιν, εις μέτρα, εις σταθμά και εις ζύγια· 36 ζύγια δίκαια σταθμά δίκαια, εφά δίκαιον, και ιν δίκαιον, θέλετε έχει. Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σας, όστις σας εξήγαγον εκ γης Αιγύπτου. 37 Θέλετε φυλάττει λοιπόν πάντα τα διατάγματά μου και πάσας τας κρίσεις μου και θέλετε κάμνει αυτά. Εγώ είμαι ο Κύριος.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Moses

    Deliverer and lawgiver

    Drawn from the Nile, he led Israel out of Egypt and received God's Law.

    Cited in the guide: Exodus 2–Deuteronomy 34

Cross references (36)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 2 Leviticus 11:44–45; Leviticus 20:7; 1 Peter 1:15–16; 2 Corinthians 6:14–16; Matthew 5:48
  2. 3 Exodus 20:12; Exodus 20:8; Ephesians 6:1–3; Hebrews 12:9; Proverbs 30:17
  3. 4 Leviticus 26:1; Exodus 34:17; Psalm 115:4–7; Exodus 20:23; Deuteronomy 27:15
  4. 5 Leviticus 22:19; Leviticus 22:29; Leviticus 7:16; Leviticus 1:3; Ephesians 2:13–14
  5. 6 Leviticus 7:11–17
  6. 7 Leviticus 7:18–21; Leviticus 22:25; Jeremiah 16:18; Leviticus 22:23; Isaiah 66:3
  7. 8 Leviticus 22:15; Leviticus 5:1
  8. 9 Leviticus 23:22; Deuteronomy 24:19–22; Ruth 2:15; Ruth 2:2; Leviticus 23:10
  9. 10 Isaiah 17:6; Leviticus 25:6; Isaiah 24:13; Judges 8:2; Micah 7:1
  10. 11 Colossians 3:9; Psalm 101:7; Exodus 20:15; Ephesians 4:25; Zechariah 5:3–4
  11. 12 Exodus 20:7; Deuteronomy 5:11; Leviticus 18:21; Leviticus 6:3; James 5:12
  12. 13 James 5:4; Malachi 3:5; Deuteronomy 24:14–15; Jeremiah 22:13; Proverbs 20:10
  13. 14 Deuteronomy 27:18; Leviticus 19:32; 1 Peter 2:17; Leviticus 25:17; Romans 14:13
  14. 15 Deuteronomy 1:17; Deuteronomy 27:19; Proverbs 24:23; Exodus 23:6–8; Exodus 23:2–3
  15. 16 Exodus 23:1; Exodus 23:7; Proverbs 20:19; Proverbs 11:13; Ezekiel 22:9
  16. 17 1 John 2:9; Luke 17:3; 1 John 2:11; Proverbs 27:5–6; 1 John 3:12–15
  17. 18 Matthew 22:39–40; Romans 13:9; Mark 12:31–34; Luke 10:27–37; Galatians 5:14
  18. 19 2 Corinthians 6:14–17; Deuteronomy 22:9–11; Matthew 9:16–17; Galatians 3:9–11; 2 Samuel 13:29
  19. 20 Deuteronomy 22:23–24; Exodus 21:20–21
  20. 21 Leviticus 6:6–7; Leviticus 5:1–6; Leviticus 5:15
  21. 22 Leviticus 4:26; Leviticus 4:20
  22. 23 Leviticus 22:27; Acts 7:51; Jeremiah 9:25–26; Jeremiah 6:10; Leviticus 14:34
  23. 24 Deuteronomy 18:4; Proverbs 3:9; Numbers 18:12–13; Deuteronomy 14:28–29; Deuteronomy 12:17–18
  24. 25 Haggai 1:9–11; Leviticus 26:3–4; Haggai 1:4–6; Ecclesiastes 11:1–2; Haggai 2:18–19
  25. 26 Deuteronomy 18:10–14; 2 Kings 17:17; 2 Chronicles 33:6; Deuteronomy 12:23; 2 Kings 21:6
  26. 27 Leviticus 21:5; Deuteronomy 14:1; Ezekiel 44:20; Jeremiah 48:37; Isaiah 15:2
  27. 28 Deuteronomy 14:1; 1 Kings 18:28; Leviticus 21:5; Leviticus 21:1; Jeremiah 16:6
  28. 29 Deuteronomy 23:17–18; 1 Corinthians 6:15; Leviticus 21:7; Hosea 4:12–14
  29. 30 Leviticus 26:2; Leviticus 19:3; Ecclesiastes 5:1; Exodus 20:8; Psalm 89:7
  30. 31 Isaiah 8:19; Leviticus 20:6–7; Leviticus 20:27; 2 Chronicles 33:6; Deuteronomy 18:10–14
  31. 32 1 Timothy 5:1; Proverbs 16:31; Lamentations 5:12; Proverbs 20:29; Leviticus 19:14
  32. 33 Exodus 22:21; Exodus 23:9; Jeremiah 7:6; Deuteronomy 24:14; Malachi 3:5
  33. 34 Deuteronomy 10:19; Leviticus 19:18; Exodus 12:48–49; Matthew 5:43
  34. 35 Deuteronomy 25:15; Deuteronomy 25:13; Proverbs 16:11; Micah 6:1; Leviticus 19:15
  35. 36 Proverbs 11:1; Exodus 20:2; Proverbs 20:10; Deuteronomy 25:13–15
  36. 37 Deuteronomy 8:1; Leviticus 18:4–5; Deuteronomy 5:1; 1 John 3:22–23; Psalm 119:34

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 19:18 Augustine of Hippo, Tractates on the Gospel of John (Chapters XIII–XIII)

    "A new commandment," He says, "I give unto you, that ye love one another." But was not this already commanded in the ancient law of God, where it is written, "Thou shalt love thy neighbor as thyself"? Why, then, is it called a new one by the Lord, when it is proved to be so old?

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 7 (1888)