Skip to the text

Ezekiel · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Ezekiel 18 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και έγεινε λόγος Κυρίου προς εμέ, λέγων, 2 Τι εννοείτε σεις, οι παροιμιαζόμενοι την παροιμίαν ταύτην περί της γης του Ισραήλ, λέγοντες, Οι πατέρες έφαγον όμφακα και οι οδόντες των τέκνων ημωδίασαν; 3 Ζω εγώ, λέγει Κύριος ο Θεός, δεν θέλετε πλέον παροιμιασθή την παροιμίαν ταύτην εν τω Ισραήλ. 4 Ιδού, πάσαι αι ψυχαί είναι εμού· ως η ψυχή του πατρός, ούτω και η ψυχή του υιού εμού είναι· ψυχή η αμαρτήσασα, αυτή θέλει αποθάνει. 5 Αλλ' όστις είναι δίκαιος και πράττει κρίσιν και δικαιοσύνην, 6 δεν τρώγει επί των ορέων και δεν σηκόνει τους οφθαλμούς αυτού προς τα είδωλα του οίκου Ισραήλ, και δεν μιαίνει την γυναίκα του πλησίον αυτού και δεν πλησιάζει εις γυναίκα ούσαν εν τη ακαθαρσία αυτής, 7 και δεν καταδυναστεύει άνθρωπον, επιστρέφει εις τον χρεωφειλέτην το ενέχυρον αυτού, δεν αρπάζει βιαίως, δίδει τον άρτον αυτού εις τον πεινώντα και καλύπτει με ιμάτιον τον γυμνόν, 8 δεν δίδει επί τόκω και δεν λαμβάνει προσθήκην, αποστρέφει την χείρα αυτού από αδικίας, κάμνει δικαίαν κρίσιν αναμέσον ανθρώπου και ανθρώπου, 9 περιπατεί εν τοις διατάγμασί μου και φυλάττει τας κρίσεις μου, διά να κάμνη αλήθειαν, ούτος είναι δίκαιος, θέλει βεβαίως ζήσει, λέγει Κύριος ο Θεός. 10 Εάν όμως γεννήση υιόν κλέπτην, χύνοντα αίμα και πράττοντά τι εκ των τοιούτων, 11 και όστις δεν κάμνει πάντα ταύτα, αλλά και επί των ορέων τρώγει και την γυναίκα του πλησίον αυτού μιαίνει, 12 τον πτωχόν και ενδεή καταδυναστεύει, αρπάζει βιαίως, δεν επιστρέφει το ενέχυρον και σηκόνει τους οφθαλμούς αυτού προς τα είδωλα και πράττει βδελύγματα, 13 δίδει επί τόκω και λαμβάνει προσθήκην, ούτος θέλει ζήσει; δεν θέλει ζήσει· πάντα ταύτα τα βδελύγματα έπραξεν· εξάπαντος θέλει θανατωθή· το αίμα αυτού θέλει είσθαι επ' αυτόν. 14 Εάν δε γεννήση υιόν, όστις βλέπων πάντα τα αμαρτήματα του πατρός αυτού, τα οποία έπραξε, προσέχει και δεν πράττει τοιαύτα, 15 δεν τρώγει επί των ορέων και δεν σηκόνει τους οφθαλμούς αυτού προς τα είδωλα του οίκου Ισραήλ και δεν μιαίνει την γυναίκα του πλησίον αυτού, 16 και δεν καταδυναστεύει άνθρωπον, δεν κατακρατεί το ενέχυρον και δεν αρπάζει βιαίως, δίδει τον άρτον αυτού εις τον πεινώντα και καλύπτει με ιμάτιον τον γυμνόν, 17 αποστρέφει την χείρα αυτού από του πτωχού, τόκον και προσθήκην δεν λαμβάνει, εκτελεί τας κρίσεις μου, περιπατεί εν τοις διατάγμασί μου, ούτος δεν θέλει θανατωθή διά την ανομίαν του πατρός αυτού, εξάπαντος θέλει ζήσει. 18 Ο πατήρ αυτού, επειδή σκληρώς κατεδυνάστευσεν, ήρπασε βιαίως τον αδελφόν αυτού και έπραξε μεταξύ του λαού αυτού ό,τι δεν είναι καλόν, ιδού, ούτος θέλει αποθάνει εν τη ανομία αυτού. 19 Σεις όμως λέγετε, Διά τι; ο υιός δεν βαστάζει την ανομίαν του πατρός; Αφού ο υιός έκαμε κρίσιν και δικαιοσύνην, και εφύλαξε πάντα τα διατάγματά μου και εξετέλεσεν αυτά, εξάπαντος θέλει ζήσει. 20 Η ψυχή η αμαρτάνουσα, αυτή θέλει αποθάνει· ο υιός δεν θέλει βαστάσει την ανομίαν του πατρός και ο πατήρ δεν θέλει βαστάσει την ανομίαν του υιού· η δικαιοσύνη του δικαίου θέλει είσθαι επ' αυτόν και η ανομία του ανόμου θέλει είσθαι επ' αυτόν. 21 Αλλ' εάν ο άνομος επιστραφή από πασών των αμαρτιών αυτού, τας οποίας έπραξε, και φυλάξη πάντα τα διατάγματά μου και πράξη κρίσιν και δικαιοσύνην, εξάπαντος θέλει ζήσει, δεν θέλει αποθάνει· 22 πάσαι αι ανομίαι αυτού, τας οποίας έπραξε, δεν θέλουσι μνημονευθή εις αυτόν· εν τη δικαιοσύνη αυτού, την οποίαν έπραξε, θέλει ζήσει. 23 Μήπως εγώ θέλω τωόντι τον θάνατον του ανόμου, λέγει Κύριος ο Θεός, και ουχί το να επιστρέψη από των οδών αυτού και να ζήση; 24 Όταν όμως ο δίκαιος επιστραφή από της δικαιοσύνης αυτού και πράξη αδικίαν και πράξη κατά πάντα τα βδελύγματα τα οποία ο άνομος πράττει, τότε θέλει ζήσει; Πάσα η δικαιοσύνη αυτού, την οποίαν έκαμε, δεν θέλει μνημονευθή· εν τη ανομία αυτού την οποίαν ηνόμησε και εν τη αμαρτία αυτού, την οποίαν ημάρτησεν, εν αυταίς θέλει αποθάνει. 25 Σεις όμως λέγετε, Η οδός του Κυρίου δεν είναι ευθεία. Ακούσατε τώρα, οίκος Ισραήλ· Η οδός μου δεν είναι ευθεία; ουχί αι οδοί υμών διεστραμμέναι; 26 Όταν ο δίκαιος επιστραφή από της δικαιοσύνης αυτού και πράξη αδικίαν και αποθάνη εν αυτή, διά την αδικίαν αυτού την οποίαν έπραξε θέλει αποθάνει. 27 Και όταν ο άνομος επιστραφή από της ανομίας αυτού, την οποίαν έπραξε, και πράξη κρίσιν και δικαιοσύνην, ούτος θέλει φυλάξει ζώσαν την ψυχήν αυτού. 28 Επειδή εσυλλογίσθη και επέστρεψεν από πασών των ανομιών αυτού, τας οποίας έπραξε, θέλει εξάπαντος ζήσει, δεν θέλει αποθάνει. 29 Αλλ' ο οίκος Ισραήλ λέγει, Η οδός του Κυρίου δεν είναι ευθεία· οίκος Ισραήλ, αι οδοί μου δεν είναι ευθείαι; ουχί αι οδοί υμών διεστραμμέναι; 30 Διά τούτο, οίκος Ισραήλ, θέλω σας κρίνει, έκαστον κατά τας οδούς αυτού, λέγει Κύριος ο Θεός. Μετανοήσατε και επιστρέψατε από πασών των ανομιών υμών, και δεν θέλει είσθαι εις εσάς η ανομία εις απώλειαν. 31 Απορρίψατε αφ' υμών πάσας τας ανομίας υμών, τας οποίας ηνομήσατε εις εμέ, και κάμετε εις εαυτούς νέαν καρδίαν και νέον πνεύμα· και διά τι να αποθάνητε, οίκος Ισραήλ; 32 Διότι εγώ δεν θέλω τον θάνατον του αποθνήσκοντος, λέγει Κύριος ο Θεός· διά τούτο επιστρέψατε και ζήσατε.

Cross references (30)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 2 Jeremiah 31:29–30; Lamentations 5:7; Ezekiel 37:11; Ezekiel 37:19; Ezekiel 37:25
  2. 3 Ezekiel 18:19–20; Ezekiel 33:11–20; Ezekiel 18:30; Ezekiel 36:31–32; Romans 3:19
  3. 4 Ezekiel 18:20; Romans 6:23; Numbers 16:22; Hebrews 12:9; Galatians 3:10–13
  4. 5 Ezekiel 33:14; Proverbs 21:3; 1 John 3:7; 1 John 5:2–5; 1 John 2:29
  5. 6 Ezekiel 18:15; Deuteronomy 4:19; Ezekiel 20:24; Ezekiel 6:13; Ezekiel 22:9–11
  6. 7 Ezekiel 18:16; Exodus 22:26; Ezekiel 18:12; Deuteronomy 24:12–13; Ezekiel 33:15
  7. 8 Exodus 22:25; Zechariah 8:16; Deuteronomy 23:19–20; Leviticus 25:35–37; Psalm 15:5
  8. 9 Ezekiel 20:11; Habakkuk 2:4; Amos 5:4; Deuteronomy 10:12–13; Romans 1:17
  9. 10 Exodus 21:12; Exodus 22:2; Malachi 3:8–9; 1 John 3:12; Leviticus 19:13
  10. 11 Ezekiel 18:15; 1 Kings 13:22; 1 John 3:22; Matthew 7:21–27; John 15:14
  11. 12 Ezekiel 8:17; Ezekiel 8:6; Amos 4:1; 2 Kings 21:11; Zechariah 7:10
  12. 13 Exodus 22:25; Ezekiel 18:8; Leviticus 20:9; Ezekiel 18:32; Ezekiel 33:4–5
  13. 14 2 Chronicles 34:21; Proverbs 23:24; Isaiah 44:19; Ezekiel 18:28; Jeremiah 8:6
  14. 15 Ezekiel 18:6–7; Ezekiel 18:11–13
  15. 16 Ezekiel 18:7; Proverbs 25:21; Psalm 41:1; Job 22:7; Luke 14:13
  16. 17 Ezekiel 18:8–9; Matthew 18:27–35; Jeremiah 16:11–13; Ezekiel 33:15–16; Ezekiel 18:28
  17. 18 Ezekiel 3:18; Ezekiel 18:24; John 8:21; Ezekiel 18:26; John 8:24
  18. 19 Exodus 20:5; Zechariah 1:3–6; Deuteronomy 5:9; Ezekiel 18:9; Jeremiah 15:4
  19. 20 2 Kings 14:6; Deuteronomy 24:16; Ezekiel 18:4; Jeremiah 31:29–30; Matthew 16:27
  20. 21 Ezekiel 33:19; Titus 2:11–14; Ezekiel 18:27–28; Romans 8:13; Acts 3:19
  21. 22 Micah 7:19; Isaiah 43:25; Ezekiel 33:16; Psalm 18:20–24; Ezekiel 18:24
  22. 23 Ezekiel 33:11; 1 Timothy 2:4; 2 Peter 3:9; Ezekiel 18:32; Luke 15:10
  23. 24 Ezekiel 33:18; Proverbs 21:16; 2 John 8; Ezekiel 33:12–13; 2 Chronicles 24:17–22
  24. 25 Ezekiel 33:17; Malachi 3:13–15; Malachi 2:17; Ezekiel 33:20; Genesis 18:25
  25. 27 Ezekiel 18:21; Isaiah 1:18; Isaiah 55:7; Acts 3:19; Acts 20:21
  26. 28 Deuteronomy 32:29; Luke 15:17–18; James 2:10–12; Colossians 3:5–9; Ezekiel 12:3
  27. 29 Proverbs 19:3; Ezekiel 18:25; Ezekiel 18:2
  28. 30 Matthew 16:27; Ezekiel 18:21; Matthew 3:2; Luke 13:3; Ezekiel 14:6
  29. 31 Psalm 51:10; Ezekiel 36:26; Romans 8:13; Ezekiel 11:19; Isaiah 1:16–17
  30. 32 2 Peter 3:9; Ezekiel 18:23; Ezekiel 33:11; Lamentations 3:33

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 18:30 Clement of Rome, First Epistle to the Corinthians (Chapters VII–XIII)

    … and the Lord of all things has himself declared with an oath regarding it, "As I live, saith the Lord, I desire not the death of the sinner, but rather his repentance;" adding, moreover, this gracious declaration, "Repent, O house of Israel, of your iniquity. Say to the children of My people, Though your sins reach from earth to heaven, …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Quotes verse 18:23 Augustine of Hippo, Sermons on Selected Lessons of the New Testament (Sermon XXI)

    … not to despair of any so long as "the patience of God leadeth the ungodly to repentance," and doth not hurry him out of this life; "God, who willeth not the death of a sinner, but that he should return from his ways and live." He is a heathen today; but how knowest thou whether he may not be a …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)

  3. Quotes verse 18:23 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily LXXXVI)

    Doth he turn away, and not return?" and, "I do not will the death of the sinner, so much as that he should turn and live:" and, "To-day if ye will hear His voice:" and many other such things, both sayings and examples are set in the Scripture.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  4. Quotes verse 18:21 Augustine of Hippo, Sermons on Selected Lessons of the New Testament (Sermon XXXII)

    … to thyself, "God hath promised me forgiveness, whenever I reform myself I am secure; I read the divine Scripture, "In the day that the wicked man turneth away from his wickedness, and doeth that which is lawful and right, I will forget all his iniquities." I am secure then, whenever I reform myself, God will give me pardon for my …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)