Skip to the text

Genesis · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Genesis 38 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και κατ' εκείνον τον καιρόν κατέβη ο Ιούδας από των αδελφών αυτού και ετράπη προς άνθρωπον τινά Οδολλαμίτην ονομαζόμενον Ειρά. 2 Και είδεν εκεί ο Ιούδας την θυγατέρα τινός Χαναναίου, ονομαζομένου Σουά· και έλαβεν αυτήν και εισήλθε προς αυτήν. 3 Η δε συνέλαβε, και εγέννησεν υιόν· και εκάλεσε το όνομα αυτού Ηρ. 4 Συνέλαβε δε πάλιν και εγέννησεν υιόν· και εκάλεσε το όνομα αυτού Αυνάν. 5 Εγέννησε δε πάλιν και άλλον υιόν· και εκάλεσε το όνομα αυτού Σηλά· ήτο δε ο Ιούδας εν Χασβί, ότε εγέννησε τούτον. 6 Και έλαβεν ο Ιούδας γυναίκα εις τον Ηρ τον πρωτότοκον αυτού, ονομαζομένην Θάμαρ. 7 Ο Ηρ δε ο πρωτότοκος του Ιούδα εστάθη κακός έμπροσθεν του Κυρίου· και εθανάτωσεν αυτόν ο Κύριος. 8 Είπε δε ο Ιούδας προς τον Αυνάν· είσελθε προς την γυναίκα του αδελφού σου, και νυμφεύθητι αυτήν, και ανάστησον σπέρμα εις τον αδελφόν σου. 9 Αλλ' ο Αυνάν ήξευρεν, ότι το σπέρμα δεν ήθελεν είσθαι ιδικόν του· διά τούτο, ότε εισήρχετο προς την γυναίκα του αδελφού αυτού, εξέχυνεν επί την γην, διά να μη δώση σπέρμα εις τον αδελφόν αυτού. 10 Και τούτο το οποίον έπραττεν εφάνη κακόν έμπροσθεν του Κυρίου· όθεν εθανάτωσε και τούτον. 11 Και είπεν ο Ιούδας προς την Θάμαρ την νύμφην αυτού, Κάθου χήρα εν τω οίκω του πατρός σου, εωσού Σηλά ο υιός μου γείνη μεγάλος· διότι έλεγε, Μήπως αποθάνη και ούτος, καθώς οι αδελφοί αυτού. Υπήγε λοιπόν η Θάμαρ και κατώκησεν εν τω οίκω του πατρός αυτής. 12 Και μετά πολλάς ημέρας απέθανεν η θυγάτηρ του Σουά, η γυνή του Ιούδα· και αφού παρηγορήθη ο Ιούδας, ανέβη προς τους κουρευτάς των προβάτων αυτού εις Θαμνά, αυτός και ο φίλος αυτού Ειρά ο Οδολλαμίτης. 13 Και ανήγγειλαν προς την Θάμαρ, λέγοντες, Ιδού, ο πενθερός σου αναβαίνει εις Θαμνά διά να κουρεύση τα πρόβατα αυτού. 14 Η δε απεκδυθείσα τα ενδύματα της χηρείας αυτής, εσκεπάσθη με κάλυμμα και περιετυλίχθη και εκάθισε κατά την δίοδον την εν τη οδώ της Θαμνά· διότι είδεν ότι έγεινε μεγάλος ο Σηλά, και αυτή δεν εδόθη εις αυτόν διά γυναίκα. 15 Και ότε είδεν αυτήν ο Ιούδας, ενόμισεν αυτήν πόρνην· διότι είχε κεκαλυμμένον το πρόσωπον αυτής. 16 Και κατά την οδόν ετράπη προς αυτήν, και είπεν, Άφες με, παρακαλώ, να εισέλθω προς σέ· διότι δεν εγνώρισεν ότι ήτο η νύμφη αυτού. Η δε είπε, Τι θέλεις μοι δώσει, διά να εισέλθης προς εμέ; 17 Ο δε είπεν, Εγώ θέλω σοι στείλει ερίφιον αιγών εκ του ποιμνίου. Και εκείνη είπε, Μοι δίδεις ενέχυρον, εωσού να στείλης αυτό; 18 Ο δε είπε, Τι ενέχυρον να σοι δώσω; Και εκείνη είπε, την σφραγίδά σου και το περιδέρραιόν σου και την ράβδον σου την εν τη χειρί σου. Και έδωκεν αυτά εις αυτήν και εισήλθε προς αυτήν, και συνέλαβεν εξ αυτού. 19 Μετά ταύτα σηκωθείσα, ανεχώρησε και απεκδυθείσα το κάλυμμα αυτής, ενεδύθη τα ενδύματα της χηρείας αυτής. 20 Ο δε Ιούδας έστειλε το ερίφιον των αιγών διά χειρός του φίλου αυτού του Οδολλαμίτου, διά να παραλάβη το ενέχυρον εκ της χειρός της γυναικός· πλην δεν εύρηκεν αυτήν· 21 και ηρώτησε τους ανθρώπους του τόπου αυτής, λέγων, Που είναι η πόρνη, ήτις ήτο κατά την δίοδον επί της οδού; οι δε είπον, Δεν εστάθη εδώ πόρνη. 22 Και επέστρεψε προς τον Ιούδαν και είπε, Δεν εύρηκα αυτήν· μάλιστα οι άνθρωποι του τόπου είπον, Δεν εστάθη εδώ πόρνη. 23 Και είπεν ο Ιούδας, Ας έχη αυτά, διά να μη γείνωμεν όνειδος· ιδού, εγώ έστειλα το ερίφιον τούτο, συ όμως δεν εύρηκας αυτήν. 24 Και μετά τρεις μήνας περίπου, ανήγγειλαν προς τον Ιούδαν, λέγοντες, Θάμαρ η νύμφη σου επορνεύθη, και μάλιστα, ιδού, είναι έγκυος εκ πορνείας. Και είπεν ο Ιούδας, Φέρετε αυτήν έξω και ας κατακαυθή. 25 Και ότε εφέρετο έξω, απέστειλε προς τον πενθερόν αυτής, λέγουσα, Εκ του ανθρώπου, του οποίου είναι ταύτα, είμαι έγγυος· και είπεν έτι, Γνώρισον, παρακαλώ, τίνος είναι η σφραγίς και το περιδέρραιον, και η ράβδος αύτη. 26 Και ο Ιούδας εγνώρισεν αυτά· και είπεν, Αύτη είναι δικαιοτέρα εμού, διότι δεν έδωκα αυτήν εις τον Σηλά τον υιόν μου. Και έτι πλέον δεν εγνώρισεν αυτήν. 27 Και καθ' ον καιρόν έμελλε να γεννήση, ιδού, δίδυμα εν τη κοιλία αυτής. 28 Και ενώ εγέννα, το εν επρόβαλεν έξω την χείρα· και η μαία λαβούσα, έδεσεν επί την χείρα αυτού νήμα κόκκινον, λέγουσα, Ούτος εξήλθε πρώτος. 29 Και καθώς έσυρεν οπίσω την χείρα αυτού, ιδού, εξήλθεν ο αδελφός αυτού· και αυτή είπε, Ποίον χαλασμόν έκαμες; επί σε ας ήναι ο χαλασμός· διά τούτο εκαλέσθη το όνομα αυτού Φαρές. 30 Και έπειτα εξήλθεν ο αδελφός αυτού, όστις είχε το κόκκινον νήμα επί την χείρα αυτού· και εκαλέσθη το όνομα αυτού Ζαρά.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Bath-shua

    Judah's Canaanite wife

    The Canaanite daughter of Shua whom Judah married and who bore Er, Onan and Shelah (unnamed in Genesis 38, where she dies after a long time; named Bath-shua in 1 Chronicles 2:3).

    Cited in the guide: Genesis 38:12; 1 Chronicles 2:3

  • Er

    Judah's firstborn

    Judah's firstborn, who was wicked in the LORD's sight and died young; first husband of Tamar.

    Cited in the guide: Genesis 38:3-7

  • Hirah

    Judah's Adullamite friend

    Judah's friend, an Adullamite near whom Judah settled, who went with Judah to the sheepshearing at Timnah and later took the young goat to Enaim but could not find the woman.

    Cited in the guide: Genesis 38:1; Genesis 38:12; Genesis 38:20

  • Judah

    The royal tribe

    The lion of the tribes, from whom kings and the Messiah would come.

    Cited in the guide: Genesis 29:35; 38; 49:8–12

  • Onan

    Judah's second son

    Judah's second son, who died for refusing to raise up offspring for his late brother.

    Cited in the guide: Genesis 38:4-10

  • Perez

    Son of Judah

    Born of Judah and Tamar, he became the head of the leading clan of Judah.

    Cited in the guide: Gen. 38; Ruth 4:18; 1 Chron. 2:4-5; Matt. 1:3

  • Shelah

    Judah's third son

    Judah's third son, withheld from Tamar until she took matters into her own hands.

    Cited in the guide: Genesis 38:5, 11; Numbers 26:20

  • Shua

    Canaanite father of Judah's wife

    A Canaanite man whose daughter Judah married; she bore Er, Onan and Shelah.

    Cited in the guide: Genesis 38:2; Genesis 38:12

  • Tamar

    Mother of Perez

    Judah's daughter-in-law who, denied justice, became the mother of Perez.

    Cited in the guide: Genesis 38; Matthew 1:3

  • Zerah

    Twin of Perez

    The twin brother of Perez, born to Judah and Tamar, whose hand first reached out at birth.

    Cited in the guide: Genesis 38:29-30; 1 Chronicles 2:4

Cross references (25)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 2 Kings 4:8; 1 Samuel 22:1; Proverbs 13:20; Micah 1:15; Genesis 19:2–3
  2. 2 1 Chronicles 2:3; Genesis 24:3; 2 Corinthians 6:14; Judges 16:1; Genesis 3:6
  3. 3 Numbers 26:19; Genesis 46:12
  4. 4 Genesis 46:12; Numbers 26:19
  5. 5 Numbers 26:20; Genesis 46:12; Genesis 38:26; Genesis 38:11; 1 Chronicles 4:21
  6. 6 Genesis 21:21; Genesis 24:3; Matthew 1:3
  7. 7 1 Chronicles 2:3; Genesis 46:12; Numbers 26:19; Genesis 13:13; Genesis 19:13
  8. 8 Deuteronomy 25:5–10; Matthew 22:23–27; Ruth 4:5–11; Ruth 1:11; Leviticus 18:16
  9. 9 James 4:5; Deuteronomy 25:6; James 3:16; Titus 3:3; Job 5:2
  10. 10 Numbers 11:1; Genesis 46:12; Proverbs 14:32; 1 Chronicles 21:7; Numbers 26:19
  11. 11 Leviticus 22:13; Ruth 1:11–13
  12. 12 Joshua 15:10; 2 Samuel 13:39; Judges 14:1; Genesis 24:67; Genesis 31:19
  13. 14 Genesis 38:26; Genesis 38:11–13; Proverbs 7:12; Jeremiah 3:2; Genesis 24:65
  14. 16 1 Timothy 6:10; Matthew 26:15; 2 Samuel 13:11; Ezekiel 16:33; Deuteronomy 23:18
  15. 17 Genesis 38:20; Ezekiel 16:33; Luke 16:8; Proverbs 20:16; Genesis 38:24–25
  16. 18 Genesis 38:25–26; Luke 15:22; Jeremiah 22:24; Hosea 4:11
  17. 19 Genesis 38:14; 2 Samuel 14:2; 2 Samuel 14:5
  18. 20 Genesis 20:9; 2 Samuel 13:3; Luke 23:12; Leviticus 19:17; Judges 14:20
  19. 23 Ephesians 5:12; 2 Samuel 12:9; Proverbs 6:33; Romans 6:21; 2 Corinthians 4:2
  20. 24 Leviticus 21:9; Judges 19:2; Ezekiel 23:44; Hosea 2:5; Ezekiel 23:19
  21. 25 Genesis 37:32; Genesis 38:18; Psalm 50:21; Jeremiah 2:26; Revelation 20:12
  22. 26 1 Samuel 24:17; 1 Peter 4:2–3; John 8:9; Titus 2:11–12; 2 Samuel 24:17
  23. 27 Genesis 25:24
  24. 29 Genesis 46:12; Matthew 1:3; 1 Chronicles 2:4; Numbers 26:20; Nehemiah 11:6
  25. 30 1 Chronicles 9:6; 1 Chronicles 2:4; Matthew 1:3

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 38:28 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book IV, Chapters XXV–XXVI)

    This fact is indeed set forth by many other [occurrences], but typically by [the history of] Thamar, Judah's daughter-in-law. For when she had conceived twins, one of them put forth his hand first; and as the midwife supposed that he was the first-born, she bound a scarlet token on his hand.

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)