Skip to the text

2 Samuel · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

2 Samuel 13 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Μετά δε ταύτα Αβεσσαλώμ ο υιός του Δαβίδ είχεν αδελφήν ώραίαν, ονόματι Θάμαρ, και ηγάπησεν αυτήν Αμνών ο υιός του Δαβίδ. 2 Και έπασχε τόσον ο Αμνών, ώστε ηρρώστησε διά την αδελφήν αυτού Θάμαρ· διότι ήτο παρθένος, και εφαίνετο εις τον Αμνών δυσκολώτατον να πράξη τι εις αυτήν. 3 είχε δε ο Αμνών φίλον, ονομαζόμενον Ιωναδάβ, υιόν του Σαμαά, αδελφού του Δαβίδ· ήτο δε ο Ιωναδάβ άνθρωπος πανούργος σφόδρα. 4 Και είπε προς αυτόν, Διά τι συ, υιέ του βασιλέως, αδυνατείς τόσον από ημέρας εις ημέραν; δεν θέλεις φανερώσει τούτο προς εμέ; Και είπε προς αυτόν ο Αμνών, Αγαπώ Θάμαρ, την αδελφήν Αβεσσαλώμ του αδελφού μου. 5 Και ο Ιωναδάβ είπε προς αυτόν, Πλαγίασον επί της κλίνης σου και προσποιήθητι τον άρρωστον· και όταν ο πατήρ σου έλθη να σε ίδη, ειπέ προς αυτόν, Ας έλθη, παρακαλώ, Θάμαρ η αδελφή μου, και ας μοι δώση να φάγω, και ας ετοιμάση έμπροσθέν μου το φαγητόν, διά να ίδω και να φάγω εκ της χειρός αυτής. 6 Και επλαγίασεν ο Αμνών και προσεποιήθη τον άρρωστον· και ότε ήλθεν ο βασιλεύς να ίδη αυτόν, είπεν ο Αμνών προς τον βασιλέα, Ας έλθη, παρακαλώ, Θάμαρ η αδελφή μου, και ας κάμη έμπροσθέν μου δύο κολλύρια, διά να φάγω εκ της χειρός αυτής. 7 Και απέστειλεν ο Δαβίδ εις τον οίκον προς την Θάμαρ, λέγων, Ύπαγε τώρα εις τον οίκον του αδελφού σου Αμνών, και ετοίμασον εις αυτόν φαγητόν. 8 Και υπήγεν η Θάμαρ εις τον οίκον του αδελφού αυτής Αμνών, όστις ήτο πλαγιασμένος· και έλαβε το άλευρον και εζύμωσε και έκαμε κολλύρια έμπροσθεν αυτού και έψησε τα κολλύρια. 9 Έπειτα έλαβε το τηγάνιον και εκένωσεν αυτά έμπροσθεν αυτού· πλην δεν ηθέλησε να φάγη. Και είπεν ο Αμνών, Εκβάλετε πάντα άνθρωπον απ' έμπροσθέν μου. Και εξήλθον απ' αυτού πάντες. 10 Και είπεν ο Αμνών προς την Θάμαρ, Φέρε το φαγητόν εις τον κοιτώνα, διά να φάγω εκ της χειρός σου. Και η Θάμαρ έλαβε τα κολλύρια, τα οποία έκαμε, και έφερεν εις τον κοιτώνα προς Αμνών τον αδελφόν αυτής. 11 Και ότε προσέφερε προς αυτόν διά να φάγη, επίασεν αυτήν και είπε προς αυτήν, Ελθέ, κοιμήθητι μετ' εμού, αδελφή μου. 12 Η δε είπε προς αυτόν, Μη, αδελφέ μου, μη με ταπεινώσης· διότι δεν πρέπει τοιούτον πράγμα να γείνη εν τω Ισραήλ· μη κάμης την αφροσύνην ταύτην· 13 και εγώ πως θέλω απαλείψει το όνειδός μου; αλλά και συ θέλεις είσθαι ως εις εκ των αφρόνων εν τω Ισραήλ· τώρα λοιπόν, παρακαλώ, λάλησον προς τον βασιλέα· διότι δεν θέλει με αρνηθή εις σε. 14 Δεν ηθέλησεν όμως να εισακούση της φωνής αυτής· αλλ' υπερισχύσας εκείνης, εβίασεν αυτήν και εκοιμήθη μετ' αυτής. 15 Τότε ο Αμνών εμίσησεν αυτήν μίσος μέγα σφόδρα· ώστε το μίσος, με το οποίον εμίσησεν αυτήν, ήτο μεγαλήτερον παρά την αγάπην, με την οποίαν ηγάπησεν αυτήν. Και είπε προς αυτήν ο Αμνών, Σηκώθητι, ύπαγε. 16 Η δε είπε προς αυτόν, Δεν είναι αιτία· το κακόν τούτο, το να με αποβάλης, είναι μεγαλήτερον του άλλου, το οποίον έπραξας εις εμέ. Δεν ηθέλησεν όμως να εισακούση αυτής. 17 Και έκραξε τον νέον αυτού τον υπηρετούντα αυτόν και είπεν, Έκβαλε τώρα ταύτην απ' εμού έξω, και μόχλωσον την θύραν κατόπιν αυτής. 18 Ήτο δε ενδεδυμένη χιτώνα ποικιλόχρουν· διότι αι θυγατέρες του βασιλέως, αι παρθένοι, τοιαύτα επενδύματα ενεδύοντο. Και εξέβαλεν αυτήν έξω ο υπηρέτης αυτού και εμόχλωσε την θύραν κατόπιν αυτής. 19 Λαβούσα δε η Θάμαρ στάκτην επί της κεφαλής αυτής, και διασχίσασα τον εφ' αυτής χιτώνα τον ποικιλόχρουν, και βαλούσα τας χείρας αυτής επί της κεφαλής αυτής, απήρχετο, πορευομένη και κράζουσα. 20 Και είπε προς αυτήν Αβεσσαλώμ ο αδελφός αυτής, Μήπως Αμνών ο αδελφός σου ευρέθη μετά σου; πλην τώρα σιώπησον, αδελφή μου· αδελφός σου είναι μη κατάθλιβε την καρδίαν σου διά το πράγμα τούτο. Η Θάμαρ λοιπόν εκάθητο χηρεύουσα εν τω οίκω του αδελφού αυτής Αβεσσαλώμ. 21 Ακούσας δε ο βασιλεύς Δαβίδ πάντα ταύτα τα πράγματα, εθυμώθη σφόδρα. 22 Ο δε Αβεσσαλώμ δεν ελάλησε μετά του Αμνών ούτε καλόν ούτε κακόν· διότι εμίσει ο Αβεσσαλώμ τον Αμνών, επειδή εταπείνωσε την αδελφήν αυτού Θάμαρ. 23 Και μετά δύο ολόκληρα έτη, ο Αβεσσαλώμ είχε κουρευτάς εν Βαάλ-ασώρ, ήτις είναι πλησίον του Εφραΐμ, και προσεκάλεσεν ο Αβεσσαλώμ πάντας τους υιούς του βασιλέως. 24 Και ήλθεν ο Αβεσσαλώμ προς τον βασιλέα και είπεν, Ιδού, τώρα, ο δούλός σου έχει κουρευτάς· ας έλθη, παρακαλώ, ο βασιλεύς και οι δούλοι αυτού μετά του δούλου σου. 25 Και είπεν ο βασιλεύς προς τον Αβεσσαλώμ, Ουχί, υιέ μου, ας μη έλθωμεν τώρα πάντες, διά να μη ήμεθα βάρος εις σε. Και εβίασεν αυτόν, πλην δεν ηθέλησε να υπάγη, αλλ' ευλόγησεν αυτόν. 26 Τότε είπεν ο Αβεσσαλώμ, Αν όχι, ας έλθη καν μεθ' ημών Αμνών, ο αδελφός μου. Και είπεν ο βασιλεύς προς αυτόν, Διά τι να έλθη μετά σου; 27 πλην ο Αβεσσαλώμ εβίασεν αυτόν, ώστε απέστειλε μετ' αυτού τον Αμνών και πάντας τους υιούς του βασιλέως. 28 Τότε προσέταξεν ο Αβεσσαλώμ τους υπηρέτας αυτού λέγων. Ιδέτε τώρα όταν ευφρανθή η καρδία του Αμνών εκ του οίνου, και είπω προς εσάς, Πατάξατε τον Αμνών, τότε θανατώσατε αυτόν· μη φοβείσθε· δεν είμαι εγώ όστις σας προστάζω; ανδρίζεσθε και γίνεσθε υιοί δυνάμεως. 29 Και έκαμον οι υπηρέται του Αβεσσαλώμ προς τον Αμνών, ως προσέταξεν ο Αβεσσαλώμ. Τότε σηκωθέντες πάντες οι υιοί του βασιλέως, εκάθησαν έκαστος επί της ημιόνου αυτού και έφυγον. 30 Ενώ δε ούτοι ήσαν καθ' οδόν, η φήμη έφθασε προς τον Δαβίδ, λέγουσα, Ο Αβεσσαλώμ επάταξε πάντας τους υιούς του βασιλέως, και δεν εναπελείφθη εξ αυτών ουδέ εις. 31 Τότε σηκωθείς ο βασιλεύς διέσχισε τα ιμάτια αυτού και επλαγίασε κατά γής· και πάντες οι δούλοι αυτού οι περιεστώτες διέσχισαν τα ιμάτια αυτών. 32 Και απεκρίθη Ιωναδάβ, ο υιός του Σαμαά, αδελφού του Δαβίδ, και είπεν, Ας μη λέγη ο κύριός μου ότι εθανατώθησαν πάντες οι νέοι, οι υιοί του βασιλέως· διότι ο Αμνών μόνος απέθανεν· επειδή ο Αβεσσαλώμ είχεν αποφασίσει τούτο, αφ' ης ημέρας εταπείνωσε Θάμαρ την αδελφήν αυτού· 33 τώρα λοιπόν ας μη βάλη ο κύριός μου ο βασιλεύς το πράγμα εν τη καρδία αυτού, λέγων ότι πάντες οι υιοί του βασιλέως απέθανον· διότι ο Αμνών μόνος απέθανεν. 34 Ο δε Αβεσσαλώμ έφυγε. Και υψώσας ο νέος, ο σκοπός, τους οφθαλμούς αυτού, είδε, και ιδού, λαός πολύς επορεύετο διά της οδού όπισθεν αυτού κατά το πλευρόν του όρους. 35 Και είπεν ο Ιωναδάβ προς τον βασιλέα, Ιδού, οι υιοί του βασιλέως έρχονται κατά τον λόγον του δούλου σου, ούτως έγεινε. 36 Και ως ετελείωσε λαλών, ιδού, οι υιοί του βασιλέως ήλθον και ύψωσαν την φωνήν αυτών και έκλαυσαν· και ο βασιλεύς έτι, και πάντες οι δούλοι αυτού έκλαυσαν κλαυθμόν μέγαν σφόδρα. 37 Ο δε Αβεσσαλώμ έφυγε και υπήγε προς τον Θαλμαΐ, υιόν του Αμμιούδ, βασιλέα της Γεσσούρ· και επένθησεν ο Δαβίδ διά τον υιόν αυτού πάσας τας ημέρας. 38 Ο Αβεσσαλώμ λοιπόν έφυγε και υπήγεν εις Γεσσούρ, και ήτο εκεί τρία έτη. 39 Επεπόθησε δε ο βασιλεύς Δαβίδ να υπάγη προς τον Αβεσσαλώμ, διότι είχε παρηγορηθή διά τον θάνατον του Αμνών.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Ammihud

    Father of Talmai

    Named as the father of Talmai, king of Geshur.

    Cited in the guide: 2 Samuel 13:37

  • Amnon

    David's firstborn

    David's firstborn son, who wronged his half-sister Tamar and was killed by Absalom in revenge.

    Cited in the guide: 2 Samuel 3:2; 2 Samuel 13

  • David

    King of Israel

    The shepherd who became Israel's greatest king and a man after God's own heart.

    Cited in the guide: 1 Sam. 16 - 1 Kings 2; 2 Sam. 7; 1 Chron. 2:15; Matt. 1:6

  • Jonadab

    David's shrewd nephew

    A very shrewd friend of Amnon and son of David's brother Shimeah, who advised Amnon how to get Tamar alone and later told David that only Amnon was dead.

    Cited in the guide: 2 Samuel 13:3; 2 Samuel 13:5; 2 Samuel 13:32

  • Shimea

    David's brother

    A brother of David whose son Jonadab and nephew Jonathan appear later in David's story.

    Cited in the guide: 1 Samuel 16:9; 2 Samuel 13:3

  • Talmai

    King of Geshur

    King of Geshur and father of David's wife Maacah, to whom Absalom fled after killing Amnon and with whom he stayed three years.

    Cited in the guide: 2 Samuel 3:3; 2 Samuel 13:37; 1 Chronicles 3:2

  • Tamar

    David's daughter

    David's daughter, grievously wronged by her half-brother Amnon, whose suffering grieved the whole house.

    Cited in the guide: 2 Samuel 13

Cross references (32)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 1 Chronicles 3:9; 2 Samuel 3:2–3; 2 Samuel 13:15; 1 Chronicles 3:2; 2 Samuel 14:27
  2. 2 2 Corinthians 7:10; Song of Songs 5:8; 1 Kings 21:4
  3. 3 1 Samuel 16:9; 1 Corinthians 3:19; Esther 5:14; Esther 6:13; Genesis 38:20
  4. 4 Luke 12:32; Isaiah 3:9; Leviticus 18:9; Esther 5:13–14; Micah 7:3
  5. 5 Mark 6:24–25; Acts 23:15; Proverbs 19:27; Psalm 50:18–19; 2 Samuel 16:21–17:4
  6. 6 Genesis 18:6; Matthew 13:33
  7. 9 Genesis 45:1; John 3:20; Judges 3:19
  8. 11 Genesis 39:11–12
  9. 12 Leviticus 20:17; Judges 20:6; Judges 19:23; Genesis 34:7; Leviticus 18:11
  10. 13 Genesis 19:8; Judges 19:24; Genesis 20:12
  11. 14 2 Samuel 12:11; Esther 7:8; Judges 20:5; Deuteronomy 22:25–27
  12. 15 Ezekiel 23:17
  13. 18 Genesis 37:3; Judges 5:30; Psalm 45:13–14; Genesis 37:32; Genesis 37:23
  14. 19 Joshua 7:6; Jeremiah 2:37; 2 Samuel 1:2; 2 Samuel 1:11; 1 Samuel 4:12
  15. 20 Romans 12:19; Genesis 46:15; Genesis 34:2; Proverbs 26:24
  16. 21 Genesis 34:7; 2 Samuel 12:10; 2 Samuel 3:28–29; 1 Samuel 2:29; 1 Samuel 2:22–25
  17. 22 Genesis 31:24; Leviticus 19:17–18; Genesis 24:50; 1 John 3:15; 1 John 2:11
  18. 23 1 Samuel 25:4; Genesis 38:12–13; 1 Samuel 25:7; 1 Kings 1:19; 1 Kings 1:25
  19. 24 Jeremiah 41:6–7; 2 Samuel 11:8–15; Psalm 55:21; Psalm 12:2
  20. 25 Ruth 2:4; Acts 16:15; Luke 24:29; Genesis 19:2–3; Judges 19:7–10
  21. 26 2 Samuel 11:13–15; 2 Samuel 3:27; Psalm 55:21; 2 Samuel 20:9
  22. 27 Proverbs 26:24–26
  23. 28 Judges 19:6; Judges 19:22; Judges 19:9; Ruth 3:7; Nahum 1:10
  24. 29 1 Kings 1:33; 2 Samuel 18:9; Genesis 36:24; Leviticus 19:19; Proverbs 29:12
  25. 31 2 Samuel 1:11; 2 Samuel 12:16; Job 1:20; Genesis 37:34; 2 Samuel 3:31
  26. 32 1 Samuel 16:9; 2 Samuel 13:3; Proverbs 24:11–12; Genesis 27:41; Psalm 7:14
  27. 33 2 Samuel 19:19
  28. 34 Proverbs 28:17; Amos 5:19; Genesis 4:8–14; 2 Samuel 13:37–38
  29. 36 2 Samuel 12:21; 2 Samuel 13:15; 2 Samuel 18:33
  30. 37 2 Samuel 3:3; 2 Samuel 14:23; 1 Chronicles 3:2; 2 Samuel 13:34; 2 Samuel 14:32
  31. 38 2 Samuel 14:23; 2 Samuel 15:8; 2 Samuel 14:32
  32. 39 Genesis 24:67; Genesis 38:12; Genesis 37:35; Psalm 84:2; 2 Samuel 12:19–23

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences