Skip to the text

1 Samuel · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

1 Samuel 4 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και έγεινε λόγος του Σαμουήλ προς πάντα τον Ισραήλ. Και εξήλθεν ο Ισραήλ εναντίον των Φιλισταίων εις μάχην, και εστρατοπέδευσαν πλησίον του Έβεν-έζερ· οι δε Φιλισταίοι εστρατοπέδευσαν εν Αφέκ. 2 Και παρετάχθησαν οι Φιλισταίοι εναντίον του Ισραήλ· και ότε εξηπλώθη η μάχη, εκτυπήθη ο Ισραήλ έμπροσθεν των Φιλισταίων· και εφονεύθησαν εν τω πεδίω κατά την συμπλοκήν έως τέσσαρες χιλιάδες ανδρών. 3 Ότε δε ήλθεν ο λαός εις το στρατόπεδον, είπον οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ, Διά τι ο Κύριος επάταξεν ημάς σήμερον έμπροσθεν των Φιλισταίων; ας λάβωμεν προς εαυτούς από Σηλώ την κιβωτόν της διαθήκης του Κυρίου, και ελθούσα εν μέσω ημών θέλει σώσει ημάς εκ της χειρός των εχθρών ημών. 4 Και απέστειλεν ο λαός εις Σηλώ, και εσήκωσαν εκείθεν την κιβωτόν της διαθήκης του Κυρίου των δυνάμεων, του καθημένου επί των χερουβείμ· και αμφότεροι οι υιοί του Ηλεί, Οφνεί και Φινεές, ήσαν εκεί μετά της κιβωτού της διαθήκης του Θεού. 5 Και ότε ήλθεν η κιβωτός της διαθήκης του Κυρίου εις το στρατόπεδον, πας ο Ισραήλ ηλάλαξε μετά φωνής μεγάλης, ώστε αντήχησεν η γη. 6 Και ακούσαντες οι Φιλισταίοι την φωνήν του αλαλαγμού, είπον, Τι σημαίνει η φωνή του μεγάλου τούτου αλαλαγμού εν τω στρατοπέδω των Εβραίων; Και έμαθον ότι η κιβωτός του Κυρίου ήλθεν εις το στρατόπεδον. 7 Και εφοβήθησαν οι Φιλισταίοι, λέγοντες, Ο Θεός ήλθεν εις το στρατόπεδον. Και είπον, Ουαί εις ημάς. Διότι δεν εστάθη τοιούτον πράγμα χθές και προχθές· 8 ουαί εις ημάς. Τις θέλει σώσει ημάς εκ της χειρός των θεών τούτων των ισχυρών; ούτοι είναι οι θεοί, οι πατάξαντες τους Αιγυπτίους εν πάση πληγή εν τη ερήμω· 9 ενδυναμώθητε, Φιλισταίοι, και στάθητε ως άνδρες, διά να μη γείνητε δούλοι εις τους Εβραίους, καθώς αυτοί εστάθησαν δούλοι εις εσάς· στάθητε ως άνδρες, και πολεμήσατε αυτούς. 10 Τότε οι Φιλισταίοι επολέμησαν· και εκτυπήθη ο Ισραήλ, και έφυγεν έκαστος εις την σκηνήν αυτού· και έγεινε σφαγή μεγάλη σφόδρα· και έπεσον εκ του Ισραήλ τριάκοντα χιλιάδες πεζοί. 11 Και η κιβωτός του Θεού επιάσθη· και αμφότεροι οι υιοί του Ηλεί, Οφνεί και Φινεές, εθανατώθησαν. 12 Και έδραμεν εκ της μάχης άνθρωπός τις εκ του Βενιαμίν, και ήλθεν εις Σηλώ την αυτήν ημέραν, έχων τα ιμάτια αυτού διεσχισμένα και χώμα επί την κεφαλήν αυτού. 13 Και ότε ήλθεν, ιδού, ο Ηλεί εκάθητο επί της καθέδρας, κατά το πλάγιον της οδού, σκοπεύων· διότι η καρδία αυτού έτρεμε περί της κιβωτού του Θεού. Και ότε ο άνθρωπος ελθών εις την πόλιν ανήγγειλε ταύτα, ανεβόησε πάσα η πόλις. 14 Και ακούσας ο Ηλεί την φωνήν της βοής, είπε, Τι σημαίνει η φωνή της βοής ταύτης; Και ο άνθρωπος ήλθε σπεύδων και ανήγγειλε προς τον Ηλεί. 15 Ήτο δε ο Ηλεί ενενήκοντα οκτώ ετών· και οι οφθαλμοί αυτού ήσαν ημαυρωμένοι, ώστε δεν ηδύνατο να βλέπη. 16 Και είπεν ο άνθρωπος προς τον Ηλεί, Εγώ είμαι ο ελθών εκ της μάχης, και έφυγον εγώ εκ της μάχης σήμερον. Και είπε, Τι έγεινε, τέκνον μου; 17 Και απεκρίθη ο μηνυτής και είπεν, Έφυγεν ο Ισραήλ έμπροσθεν των Φιλισταίων, και έτι μεγάλη σφαγή έγεινεν εις τον λαόν· και προσέτι αμφότεροι οι υιοί σου, Οφνεί και Φινεές, απέθανον· και η κιβωτός του Θεού επιάσθη. 18 Και καθώς ανέφερε περί της κιβωτού του Θεού, ο Ηλεί έπεσεν εκ της καθέδρας εις τα οπίσθια προς το πλάγιον της πύλης, και συνετρίβη ο τράχηλος αυτού, και απέθανε· διότι ήτο γέρων ο άνθρωπος και βαρύς. Έκρινε δε αυτός τον Ισραήλ τεσσαράκοντα έτη. 19 Και η νύμφη αυτού, η γυνή του Φινεές, ούσα έγκυος, ετοίμη να γεννήση, ως ήκουσε την αγγελίαν, ότι η κιβωτός του Θεού επιάσθη και ότι ο πενθερός αυτής και ο ανήρ αυτής απέθανον, εκυρτώθη και εγέννησε· διότι ήλθον εις αυτήν οι πόνοι. 20 Και καθ' ον καιρόν απέθνησκεν, αι γυναίκες αι παριστάμεναι είπον προς αυτήν, Μη φοβού· διότι εγέννησας υιόν. Εκείνη όμως δεν απεκρίθη ουδέ έβαλεν αυτό εις την καρδίαν αυτής. 21 Και εκάλεσε το παιδίον Ιχαβώδ, λέγουσα, Η δόξα έφυγεν εκ του Ισραήλ· διότι η κιβωτός του Θεού επιάσθη, και διότι ο πενθερός αυτής και ο ανήρ αυτής απέθανον. 22 Και είπεν, Η δόξα έφυγεν εκ του Ισραήλ· διότι επιάσθη η κιβωτός του Θεού.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Hophni

    Wicked son of Eli

    A priest at Shiloh and son of Eli, who treated the LORD's offering with contempt and died the same day as his brother Phinehas when the ark of God was captured.

    Cited in the guide: 1 Samuel 1:3; 1 Samuel 2:34; 1 Samuel 4:4

  • Ichabod

    Grandson of Eli

    Born as his mother died after hearing the ark was captured, he was named Ichabod, meaning the glory has departed from Israel.

    Cited in the guide: 1 Samuel 4:21; 1 Samuel 14:3

  • Phinehas

    Wicked son of Eli

    A priest at Shiloh and son of Eli, who died on the day the ark of God was captured; his wife died in childbirth after naming their son Ichabod.

    Cited in the guide: 1 Samuel 1:3; 1 Samuel 2:34; 1 Samuel 4:4

Cross references (20)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 1 Samuel 29:1; 1 Samuel 7:12; 1 Samuel 5:1; Joshua 12:18; 1 Kings 20:30
  2. 2 Lamentations 3:40; Psalm 44:9–10; Joshua 7:12; 1 Samuel 17:8; Joshua 7:5–8
  3. 3 2 Timothy 3:5; Numbers 10:35; Numbers 31:6; 1 Corinthians 10:1–5; 2 Samuel 15:25
  4. 4 2 Samuel 6:2; Psalm 80:1; Numbers 7:89; Psalm 99:1; 2 Kings 19:15
  5. 5 Joshua 6:5; Job 20:5; Jeremiah 7:4; Joshua 6:20; Judges 15:14
  6. 6 Exodus 32:17–18
  7. 7 Exodus 15:14–16; Exodus 14:25; Deuteronomy 32:30
  8. 8 Psalm 78:43–51; Exodus 7:5; Exodus 9:14
  9. 9 1 Corinthians 16:13; Judges 13:1; Ephesians 6:10–11; 2 Samuel 10:12; Isaiah 33:1
  10. 10 1 Samuel 4:2; 2 Kings 14:12; Deuteronomy 28:25; Leviticus 26:17; Psalm 78:60–64
  11. 11 1 Samuel 2:34; Psalm 78:64; Isaiah 3:11; 1 Samuel 2:32; Psalm 78:60–61
  12. 12 Joshua 7:6; 2 Samuel 15:32; 2 Samuel 1:2; Nehemiah 9:1; Job 2:12
  13. 13 1 Samuel 1:9; 1 Samuel 4:18; Psalm 79:1–8; Psalm 26:8; Nehemiah 1:3–4
  14. 15 1 Samuel 3:2; Psalm 90:10; Genesis 27:1; 1 Kings 14:4
  15. 16 2 Samuel 1:4; Joshua 7:19; 1 Samuel 3:6
  16. 17 1 Samuel 3:11; 1 Samuel 4:10–11
  17. 18 1 Samuel 4:21–22; 1 Peter 4:17–18; Psalm 69:9; 1 Samuel 4:13; Lamentations 2:15–19
  18. 20 Psalm 77:2; John 16:21; Genesis 35:17–18
  19. 21 Psalm 26:8; Psalm 78:61; Jeremiah 2:11; Psalm 78:64; Hosea 9:12
  20. 22 John 2:17; Psalm 137:5–6

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 4:10 Augustine of Hippo, Expositions on the Psalms (Psalm LXXVIII)

    But doubtless he is commemorating the doing of that thing, when they were conquered by the Philistines in the time of Heli the priest, and the Ark of the Lord was taken, and with great slaughter they were laid low. This it is that he speaketh of.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 8 (1888)