Skip to the text

Genesis · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Genesis 27 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και αφού εγήρασεν ο Ισαάκ, και οι οφθαλμοί αυτού ημβλύνθησαν, ώστε δεν έβλεπεν, εκάλεσεν Ησαύ τον υιόν αυτού τον μεγαλήτερον, και είπε προς αυτόν, Υιέ μου. Ο δε είπε προς αυτόν, Ιδού, εγώ. 2 Και εκείνος είπεν, Ιδού, τώρα, εγώ εγήρασα· δεν γνωρίζω την ημέραν του θανάτου μου· 3 λάβε λοιπόν, παρακαλώ, τα όπλα σου, την φαρέτραν σου και το τόξον σου, και έξελθε εις την πεδιάδα και κυνήγησόν μοι κυνήγιον· 4 και κάμε μοι εδέσματα καθώς αγαπώ, και φέρε μοι να φάγω, διά να σε ευλογήση η ψυχή μου πριν αποθάνω. 5 Η δε Ρεβέκκα ήκουσεν ενώ ελάλει ο Ισαάκ προς Ησαύ τον υιόν αυτού. Και υπήγεν ο Ησαύ εις την πεδιάδα διά να κυνηγήση κυνήγιον και να φέρη αυτό. 6 Και η Ρεβέκκα ελάλησε προς Ιακώβ τον υιόν αυτής, λέγουσα, Ιδού, εγώ ήκουσα τον πατέρα σου λαλούντα προς Ησαύ τον αδελφόν και λέγοντα, 7 Φέρε μοι κυνήγιον και κάμε μοι εδέσματα, διά να φάγω, και να σε ευλογήσω ενώπιον του Κυρίου πριν αποθάνω. 8 Τώρα λοιπόν, υιέ μου, άκουσον την φωνήν μου εις όσα εγώ σοι παραγγέλλω· 9 ύπαγε τώρα εις το ποίμνιον, και λάβε μοι εκείθεν δύο καλά ερίφια εξ αιγών· διά να κάμω αυτά εδέσματα διά τον πατέρα σου, καθώς αγαπά· 10 και θέλεις φέρει αυτά προς τον πατέρα σου να φάγη, διά σε ευλογήση πριν αποθάνη. 11 Και είπεν ο Ιακώβ προς Ρεβέκκαν την μητέρα αυτού, Ιδού, ο Ησαύ ο αδελφός μου είναι ανήρ δασύτριχος, εγώ δε ανήρ άτριχος· 12 ίσως με ψηλαφήση ο πατήρ μου, και θέλω φανή εις αυτόν ως απατεών, και θέλω σύρει επ' εμαυτόν κατάραν και ουχί ευλογίαν. 13 Είπε δε προς αυτόν η μήτηρ αυτού, Επ' εμέ η κατάρα σου, τέκνον μου· μόνον υπάκουσον εις την φωνήν μου και ύπαγε, φέρε μοι αυτά. 14 Και υπήγε, και έλαβε, και έφερεν αυτά προς την μητέρα αυτού· και έκαμεν η μήτηρ αυτού εδέσματα καθώς ηγάπα ο πατήρ αυτού. 15 Και λαβούσα η Ρεβέκκα τα καλήτερα φορέματα Ησαύ του μεγαλητέρου υιού αυτής, τα οποία είχεν εν τη οικία, ενέδυσε με αυτά Ιακώβ, τον υιόν αυτής τον νεώτερον· 16 και με τα δέρματα των εριφίων εσκέπασε τας χείρας αυτού, και τα γυμνά του τραχήλου αυτού· 17 και έδωκεν εις τας χείρας Ιακώβ του υιού αυτής τα εδέσματα και τον άρτον, τα οποία ητοίμασε. 18 Και ήλθε προς τον πατέρα αυτού· και είπε, Πάτερ μου. Ο δε είπεν, Ιδού, εγώ· τις είσαι, τέκνον μου; 19 Και είπεν ο Ιακώβ προς τον πατέρα αυτού, Εγώ είμαι Ησαύ ο πρωτότοκός σου· έκαμα καθώς μοι είπας, σηκώθητι λοιπόν, κάθισον και φάγε εκ του κυνηγίου μου, διά να με ευλογήση η ψυχή σου. 20 Και είπεν ο Ισαάκ προς τον υιόν αυτού, Πόθεν τούτο, τέκνον μου, ότι εύρηκας τόσον ταχέως; Ο δε είπε, Διότι Κύριος ο Θεός σου έφερεν αυτό έμπροσθέν μου. 21 Και είπεν ο Ισαάκ προς τον Ιακώβ, Πλησίασον, τέκνον μου, διά να σε ψηλαφήσω, αν συ ήσαι αυτός ο υιός Ησαύ, ή ουχί. 22 Και επλησίασεν ο Ιακώβ εις τον Ισαάκ τον πατέρα αυτού· ο δε εψηλάφησεν αυτόν, και είπεν, Η μεν φωνή είναι φωνή Ιακώβ, αι δε χείρες, χείρες Ησαύ. 23 Και δεν εγνώρισεν αυτόν, διότι αι χείρες αυτού ήσαν ως αι χείρες Ησαύ αδελφού αυτού, δασύτριχοι· και ευλόγησεν αυτόν. 24 Και είπε, Συ είσαι αυτός ο υιός μου Ησαύ; Ο δε είπεν, Εγώ. 25 Και είπε, Φέρε πλησίον μου, και θέλω φάγει εκ του κυνηγίου του υιού μου, διά να σε ευλογήση η ψυχή μου. Και έφερε πλησίον αυτού, και έφαγεν· έφερε δε προς αυτόν οίνον και έπιε. 26 Και είπε προς αυτόν Ισαάκ ο πατήρ αυτού, Πλησίασον τώρα, και φίλησόν με, τέκνον μου. 27 Και επλησίασε, και εφίλησεν αυτόν· και ωσφράνθη την οσμήν των ενδυμάτων αυτού, και ευλόγησεν αυτόν και είπεν, Ιδού, η οσμή του υιού μου είναι ως οσμή πεδιάδος, την οποίαν ευλόγησεν ο Κύριος· 28 Λοιπόν ο Θεός να σοι δώση από της δρόσου του ουρανού και από του πάχους της γης και αφθονίαν σίτου και οίνου· 29 Λαοί να σε δουλεύσωσι και έθνη να σε προσκυνήσωσι· να ήσαι κύριος των αδελφών σου, και οι υιοί της μητρός σου να σε προσκυνήσωσι· κατηραμένος όστις σε καταράται, και ευλογημένος όστις σε ευλογεί 30 Και καθώς έπαυσεν ο Ισαάκ ευλογών τον Ιακώβ, μόλις ο Ιακώβ είχεν εξέλθει απ' έμπροσθεν του πατρός αυτού Ισαάκ· και ήλθεν Ησαύ ο αδελφός αυτού εκ του κυνηγίου αυτού. 31 Και έκαμε και αυτός εδέσματα και έφερε προς τον πατέρα αυτού· και είπε προς τον πατέρα αυτού, Ας σηκωθή ο πατήρ μου, και ας φάγη εκ του κυνηγίου του υιού αυτού, διά να με ευλογήση η ψυχή σου. 32 Και είπε προς αυτόν Ισαάκ ο πατήρ αυτού, Τις είσαι; Ο δε είπεν, Είμαι ο υιός σου, ο πρωτότοκός σου Ησαύ. 33 Και εξεπλάγη ο Ισαάκ έκπληξιν μεγάλην σφόδρα, και είπε, Ποίος είναι λοιπόν εκείνος, όστις εκυνήγησε κυνήγιον, και μοι έφερε και έφαγον από πάντων πριν εισέλθης, και ευλόγησα αυτόν; και ευλογημένος θέλει είσθαι. 34 Ότε ήκουσεν ο Ησαύ τους λόγους του πατρός αυτού, ανέκραξε κραυγήν μεγάλην και πικράν σφόδρα· και είπε προς τον πατέρα αυτού, Ευλόγησόν με, και εμέ, πάτερ μου. 35 Ο δε είπεν, Ήλθεν ο αδελφός σου μετά δόλου, και έλαβε την ευλογίαν σου. 36 Και είπεν ο Ησαύ, Δικαίως εκαλέσθη το όνομα αυτού Ιακώβ, διότι τώρα δευτέραν ταύτην φοράν με υπεσκέλισεν· έλαβε τα πρωτοτόκιά μου, και ιδού, τώρα έλαβε και την ευλογίαν μου. Και είπε, Δεν εφύλαξας δι' εμέ ευλογίαν; 37 Και, απεκρίθη ο Ισαάκ, και είπε προς τον Ησαύ, Ιδού, κύριόν σου έκαμα αυτόν, και πάντας τους αδελφούς αυτού έκαμα δούλους αυτού, και εστήριξα αυτόν με σίτον και οίνον· και τι λοιπόν να κάμω εις σε, τέκνον μου; 38 Και είπεν ο Ησαύ προς τον πατέρα αυτού, Μήπως ταύτην μόνην την ευλογίαν έχεις, πάτερ μου; ευλόγησόν με, και εμέ, πάτερ μου. και ύψωσεν ο Ησαύ την φωνήν αυτού, και έκλαυσε. 39 Και απεκρίθη Ισαάκ ο πατήρ αυτού, και είπε προς αυτόν, Ιδού, η κατοίκησίς σου θέλει είσθαι εις το πάχος της γης, και εις την δρόσον του ουρανού άνωθεν· 40 και με την μάχαιράν σου θέλεις ζη, και εις τον αδελφόν σου θέλεις δουλεύσει, όταν δε υπερισχύσης, θέλεις συντρίψει τον ζυγόν αυτού από του τραχήλου σου. 41 Και εμίσει ο Ησαύ τον Ιακώβ, διά την ευλογίαν με την οποίαν ευλόγησεν αυτόν ο πατήρ αυτού· και είπεν ο Ησαύ εν τη καρδία αυτού, Πλησιάζουσιν αι ημέραι του πένθους του πατρός μου· τότε θέλω φονεύσει Ιακώβ τον αδελφόν μου. 42 Ανηγγέλθησαν, δε προς την Ρεβέκκαν οι λόγοι Ησαύ του υιού αυτής του μεγαλητέρου· και πέμψασα εκάλεσεν Ιακώβ τον υιόν αυτής τον νεώτερον, και είπε προς αυτόν, Ιδού, Ησαύ ο αδελφός σου παρηγορεί εαυτόν κατά σου, ότι θέλει σε φονεύσει. 43 Τώρα λοιπόν, τέκνον μου, άκουσον την φωνήν μου· και σηκωθείς, φύγε προς Λάβαν τον αδελφόν μου εις Χαρράν· 44 και κατοίκησον μετ' αυτού ημέρας τινάς, εωσού παρέλθη ο θυμός του αδελφού σου· 45 εωσού παύση η κατά σου οργή του αδελφού σου, και λησμονήση τα όσα έπραξας εις αυτόν· τότε θέλω στείλει, και θέλω σε φέρει εκείθεν· διά τι να σας στερηθώ και τους δύο εν μιά ημέρα; 46 Και είπεν η Ρεβέκκα προς τον Ισαάκ, Αηδίασα την ζωήν μου εξ αιτίας των θυγατέρων του Χέτ· εάν ο Ιακώβ λάβη γυναίκα εκ των θυγατέρων του Χετ, καθώς είναι αύται εκ των θυγατέρων της γης ταύτης, τι με ωφελεί να ζω;

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Esau

    Father of the Edomites

    Isaac's elder son, who traded his birthright for a bowl of stew.

    Cited in the guide: Genesis 25–27; 36

  • Isaac

    Child of promise

    The long-promised son, nearly offered on Moriah, through whom the covenant continued.

    Cited in the guide: Genesis 21–27

  • Jacob

    Father of the tribes

    He wrestled with God through the night and rose as Israel, father of twelve tribes.

    Cited in the guide: Genesis 25–35; 46–49

  • Rebekah

    Matriarch, mother of twins

    Wife of Isaac and mother of the twins Jacob and Esau.

    Cited in the guide: Genesis 24-27

Cross references (38)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 1 Samuel 3:2; Genesis 48:10; Genesis 25:23–25; Ecclesiastes 12:3; John 9:3
  2. 2 James 4:14; Ecclesiastes 9:10; Mark 13:35; Proverbs 27:1; Genesis 48:21
  3. 3 Genesis 25:27–28; Genesis 10:9; 1 Corinthians 6:12
  4. 4 Hebrews 11:20; Genesis 48:9; Genesis 49:28; Genesis 27:25; Luke 24:51
  5. 6 Genesis 25:28
  6. 7 Joshua 6:26; Deuteronomy 33:1; 1 Samuel 24:19
  7. 8 Ephesians 6:1; Genesis 27:13; Acts 5:29; Genesis 25:23; Genesis 27:43
  8. 9 Judges 13:15; 1 Samuel 16:20
  9. 11 Genesis 25:25
  10. 12 Deuteronomy 27:18; 1 Thessalonians 5:22; 2 Corinthians 6:8; Job 12:16; Malachi 1:14
  11. 13 Matthew 27:25; 1 Samuel 25:24; 2 Samuel 14:9; Genesis 25:33; 1 Samuel 14:36–45
  12. 14 Luke 21:34; Genesis 27:9; Genesis 27:17; Proverbs 23:2–3; Genesis 25:28
  13. 15 Genesis 27:27; Luke 20:46; Luke 15:22
  14. 19 Matthew 26:70–74; Isaiah 28:15; Zechariah 13:3–4; Genesis 27:24–25; Genesis 27:21
  15. 20 Exodus 20:7; Job 13:7; Genesis 24:12
  16. 21 Isaiah 57:19; James 4:8; Genesis 27:12; Psalm 73:28
  17. 23 Hebrews 11:20; Genesis 27:16; Romans 9:11–12
  18. 24 Colossians 3:9; Proverbs 12:22; Ephesians 4:25; Job 13:7–8; 1 Samuel 21:2
  19. 25 Genesis 27:4
  20. 27 Hebrews 6:7; Psalm 65:10; Hebrews 11:20; Genesis 26:12; Hosea 14:6–7
  21. 28 Deuteronomy 33:28; Deuteronomy 33:13; Psalm 133:3; Hosea 14:5–7; Psalm 65:9–13
  22. 29 Numbers 24:9; Genesis 12:3; Isaiah 49:23; Genesis 9:25–26; Romans 9:12
  23. 31 Genesis 27:4
  24. 32 Genesis 27:18
  25. 33 Genesis 28:3–4; Romans 11:29; Job 21:6; Ephesians 1:3; Job 37:1
  26. 34 Hebrews 12:17; Proverbs 1:31; 1 Samuel 30:4; Proverbs 19:3; Luke 13:24–28
  27. 35 1 Thessalonians 4:6; Job 13:7; Malachi 2:10; 2 Kings 10:19; Romans 3:7–8
  28. 36 Genesis 25:26; Genesis 25:31–34; Genesis 32:28; John 1:47
  29. 37 Genesis 27:28–29; Genesis 25:23; 2 Samuel 8:14; Romans 9:10–12
  30. 38 Hebrews 12:17; Genesis 27:34; Isaiah 65:14; Genesis 27:36; Proverbs 1:24–26
  31. 39 Genesis 27:28; Hebrews 11:20; Joshua 24:4; Genesis 36:6–8
  32. 40 Genesis 25:23; 2 Kings 8:20–22; 2 Samuel 8:14; 2 Chronicles 25:11–12; 2 Chronicles 21:10
  33. 41 1 John 3:12–15; Genesis 37:4; Genesis 50:3–4; Ephesians 4:26–27; Genesis 32:6
  34. 42 1 Samuel 30:5; Psalm 64:5; Proverbs 4:16–17; Proverbs 2:14; Genesis 42:21–22
  35. 43 Genesis 11:31; Genesis 27:8; Genesis 27:13; Genesis 24:29; Proverbs 30:17
  36. 44 Genesis 31:38; Genesis 31:41
  37. 45 Proverbs 19:21; Genesis 27:35; Genesis 4:8–16; Lamentations 3:37; Acts 28:4
  38. 46 Genesis 26:34–35; Genesis 24:3; Genesis 28:8; Genesis 34:1–2; Job 14:13

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 27:41 Clement of Rome, First Epistle to the Corinthians (Chapters I–VI)

    Through envy, also, our father Jacob fled from the face of Esau his brother. Envy made Joseph be persecuted unto death, and to come into bondage.

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Quotes verse 27:27 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book V, Chapters XXVII–XXVIII)

    The blessing of Isaac with which he blessed his younger son Jacob has the same meaning, when he says, "Behold, the smell of my son is as the smell of a full field which the Lord has blessed." But "the field is the world." And therefore he added, "God give to thee of the dew of heaven, and of the …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  3. Quotes verse 27:27–29 Augustine of Hippo, The City of God (Book XVI, Chapters 37–38)

    … the fruitfulness of the earth, and plenty of corn and wine: let nations serve thee, and princes adore thee: and be lord of thy brethren, and let thy father's sons adore thee: cursed be he that curseth thee, and blessed be he that blesseth thee." The blessing of Jacob is therefore a proclamation of Christ to all nations.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  4. Quotes verse 27:33 Augustine of Hippo, The City of God (Book XVI, Chapters 37–38)

    "Who then," he says, "hath hunted me venison, and brought it me, and I have eaten of all before thou camest, and have blessed him, and he shall be blessed?" Who would not rather have expected the curse of an angry man here, if these things had been done in an earthly manner, and not by inspiration from above?

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)