Skip to the text

1 Samuel · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

1 Samuel 18 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και ως ετελείωσε λαλών προς τον Σαούλ, η ψυχή του Ιωνάθαν συνεδέθη μετά της ψυχής του Δαβίδ, και ηγάπησεν αυτόν ο Ιωνάθαν ως την ιδίαν αυτού ψυχήν. 2 Και παρέλαβεν αυτόν ο Σαούλ εκείνην την ημέραν και δεν αφήκεν αυτόν να επιστρέψη πλέον εις τον οίκον του πατρός αυτού. 3 Τότε ο Ιωνάθαν έκαμε συνθήκην μετά του Δαβίδ· διότι ηγάπα αυτόν ως την ιδίαν αυτού ψυχήν. 4 και εκδυθείς ο Ιωνάθαν το επένδυμα το εφ' εαυτόν, έδωκεν αυτό εις τον Δαβίδ, και την στολήν αυτού, έως και αυτό το ξίφος αυτού και το τόξον αυτού και την ζώνην αυτού. 5 και εξήρχετο ο Δαβίδ πανταχού όπου έπεμπεν αυτόν ο Σαούλ, και εφέρετο μετά συνέσεως· και κατέστησεν αυτόν ο Σαούλ επί τους άνδρας του πολέμου· και ήτο αρεστός εις τους οφθαλμούς παντός του λαού, έτι δε και εις τους οφθαλμούς των δούλων του Σαούλ. 6 Καθώς δε ήρχοντο, ενώ επέστρεφεν ο Δαβίδ εκ της σφαγής του Φιλισταίου, εξήρχοντο αι γυναίκες εκ πασών των πόλεων του Ισραήλ, ψάλλουσαι και χορεύουσαι, εις συνάντησιν του βασιλέως Σαούλ, μετά τυμπάνων, μετά χαράς και μετά κυμβάλων. 7 Και απεκρίνοντο αι γυναίκες αι παίζουσαι προς αλλήλας, και έλεγον, Ο Σαούλ επάταξε τας χιλιάδας αυτού, και ο Δαβίδ τας μυριάδας αυτού. 8 Παρωξύνθη δε σφόδρα ο Σαούλ, και εφάνη δυσάρεστος εις τους οφθαλμούς αυτού ο λόγος ούτος, και είπεν, Απέδωκαν εις τον Δαβίδ τας μυριάδας, εις εμέ δε απέδωκαν τας χιλιάδας· και τι λείπεται πλέον εις αυτόν παρά η βασιλεία; 9 Και υπέβλεπεν ο Σαούλ τον Δαβίδ απ' εκείνης της ημέρας και εις το εξής. 10 Και την επαύριον επήλθε πνεύμα πονηρόν παρά Θεού επί τον Σαούλ, και επροφήτευεν εν μέσω του οίκου· και ο Δαβίδ έπαιζε διά της χειρός αυτού, ως καθ' εκάστην ημέραν· ήτο δε το δοράτιον εν τη χειρί του Σαούλ· 11 και έρριψεν ο Σαούλ το δοράτιον, λέγων, Θέλω κτυπήσει τον Δαβίδ έως και εις τον τοίχον. Αλλ' ο Δαβίδ εξέκλινεν απ' έμπροσθεν αυτού δις. 12 Εφοβήθη δε ο Σαούλ από προσώπου Δαβίδ, επειδή ο Κύριος ήτο μετ' αυτού, από δε του Σαούλ είχεν απομακρυνθή. 13 Όθεν απεμάκρυνεν αυτόν ο Σαούλ από πλησίον εαυτού και κατέστησεν αυτόν χιλίαρχον· και εξήρχετο και εισήρχετο έμπροσθεν του λαού. 14 Και εφέρετο ο Δαβίδ μετά συνέσεως εν πάσαις ταις οδοίς αυτού· και ο Κύριος ήτο μετ' αυτού. 15 Διά τούτο ο Σαούλ, βλέπων ότι εφέρετο μετά μεγάλης συνέσεως, εφοβείτο από προσώπου αυτού. 16 Πας δε ο Ισραήλ και ο Ιούδας ηγάπα τον Δαβίδ, επειδή εξήρχετο και εισήρχετο έμπροσθεν αυτών. 17 Και είπεν ο Σαούλ προς τον Δαβίδ, Ιδού, η μεγαλητέρα θυγάτηρ μου Μεράβ· ταύτην θέλω σοι δώσει εις γυναίκα· μόνον έσο ανδρείος εις εμέ και μάχου τας μάχας του Κυρίου. Διότι είπεν ο Σαούλ, Ας μη ήναι η χειρ μου επ' αυτόν, αλλ' η χειρ των Φιλισταίων ας ήναι επ' αυτόν. 18 Και είπεν ο Δαβίδ προς τον Σαούλ, Ποίος εγώ; και ποία η ζωή μου και η οικογένεια του πατρός μου μεταξύ του Ισραήλ, ώστε να γείνω γαμβρός του βασιλέως; 19 Αλλά καθ' ον καιρόν η Μεράβ η θυγάτηρ του Σαούλ έπρεπε να δοθή εις τον Δαβίδ, αυτή εδόθη εις τον Αδριήλ τον Μεολαθίτην εις γυναίκα. 20 Ηγάπα δε τον Δαβίδ Μιχάλ η θυγάτηρ του Σαούλ· και ανήγγειλαν τούτο προς τον Σαούλ· και το πράγμα ήρεσεν εις αυτόν. 21 Και είπεν ο Σαούλ, Θέλω δώσει αυτήν εις αυτόν, διά να γείνη παγίς εις αυτόν, και διά να ήναι επ' αυτόν η χειρ των Φιλισταίων. Όθεν είπεν ο Σαούλ προς τον Δαβίδ, Σήμερον θέλεις είσθαι γαμβρός μου με την δευτέραν. 22 Και προσέταξεν ο Σαούλ τους δούλους αυτού, λέγων, Λαλήσατε προς τον Δαβίδ κρυφίως και είπατε, Ιδού, ο βασιλεύς ευαρεστείται εις σε, και πάντες οι δούλοι αυτού σε αγαπώσι· τώρα λοιπόν γενού γαμβρός του βασιλέως. 23 Και ελάλησαν οι δούλοι του Σαούλ τους λόγους τούτους εις τα ώτα του Δαβίδ. Και είπεν ο Δαβίδ, Σας φαίνεται μικρόν να γείνη τις γαμβρός βασιλέως; αλλ' εγώ είμαι άνθρωπος πτωχός και ποταπός. 24 Και ανήγγειλαν οι δούλοι του Σαούλ προς αυτόν, λέγοντες, Κατά τους λόγους τούτους ελάλησεν ο Δαβίδ. 25 Και είπεν ο Σαούλ, Ούτω θέλετε ειπεί προς τον Δαβίδ, Ο βασιλεύς δεν θέλει δώρα νυμφικά, αλλ' εκατόν ακροβυστίας Φιλισταίων, διά να εκδικηθή ο βασιλεύς εναντίον των εχθρών αυτού. Ο Σαούλ όμως εστοχάζετο να κάμη τον Δαβίδ να πέση διά χειρός των Φιλισταίων. 26 Και ότε ανήγγειλαν οι δούλοι αυτού προς τον Δαβίδ τους λόγους τούτους, ήρεσεν εις τον Δαβίδ να γείνη γαμβρός του βασιλέως· όθεν και πριν αι ημέραι πληρωθώσιν, 27 εσηκώθη ο Δαβίδ και υπήγεν, αυτός και οι άνδρες αυτού, και εθανάτωσεν εκ των Φιλισταίων διακοσίους άνδρας· και έφερεν ο Δαβίδ τας ακροβυστίας αυτών, και απέδωκαν αυτάς πλήρεις εις τον βασιλέα, διά να γείνη γαμβρός του βασιλέως. Και έδωκεν εις αυτόν ο Σαούλ Μιχάλ την θυγατέρα αυτού εις γυναίκα. 28 Και είδεν ο Σαούλ και εγνώρισεν ότι ο Κύριος ήτο μετά του Δαβίδ· και Μιχάλ η θυγάτηρ του Σαούλ ηγάπα αυτόν. 29 Και έτι μάλλον εφοβείτο ο Σαούλ από προσώπου του Δαβίδ· και έγεινεν ο Σαούλ παντοτεινός εχθρός του Δαβίδ. 30 Εξήλθον δε οι άρχοντες των Φιλισταίων εις πόλεμον· και αφ' ης ημέρας εξήλθον, ο Δαβίδ εφέρετο μετά συνέσεως μεγαλητέρας παρά πάντας τους δούλους του Σαούλ· όθεν το όνομα αυτού ετιμήθη σφόδρα.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Adriel

    Husband of Saul's daughter Merab

    Adriel of Meholah, son of Barzillai the Meholathite, who received Saul's daughter Merab in marriage and fathered five sons who were handed over to the Gibeonites.

    Cited in the guide: 1 Samuel 18:19; 2 Samuel 21:8

  • David

    King of Israel

    The shepherd who became Israel's greatest king and a man after God's own heart.

    Cited in the guide: 1 Sam. 16 - 1 Kings 2; 2 Sam. 7; 1 Chron. 2:15; Matt. 1:6

  • Jonathan

    Saul's son, David's friend

    Saul's noble son and David's devoted friend, who died beside his father at Gilboa.

    Cited in the guide: 1 Samuel 14; 1 Samuel 18:1-4; 2 Samuel 1

  • Merab

    Saul's elder daughter

    Saul's firstborn daughter, offered to David in marriage but given to Adriel of Meholah; five sons she bore to Adriel were later handed over to the Gibeonites (some manuscripts…

    Cited in the guide: 1 Samuel 14:49; 1 Samuel 18:17; 1 Samuel 18:19

  • Michal

    David's first wife

    Saul's daughter who loved David and became his first wife amid her father's schemes.

    Cited in the guide: 1 Samuel 18:20-27; 2 Samuel 6:16-23

Cross references (29)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Proverbs 18:24; 1 Samuel 20:17; 2 Samuel 1:26; 1 Samuel 18:3; Colossians 2:2
  2. 2 1 Samuel 17:15; 1 Samuel 16:21–23
  3. 3 1 Samuel 20:42; 1 Samuel 20:8–17; 2 Samuel 21:7; 2 Samuel 9:1–3; 1 Samuel 23:18
  4. 4 Genesis 41:42; Esther 6:8–9; Isaiah 61:10; Luke 15:22; 2 Corinthians 5:21
  5. 5 1 Samuel 18:30; 1 Samuel 18:14–15; Colossians 4:5; Acts 7:10; Ephesians 5:17
  6. 6 Judges 11:34; Exodus 15:20; Psalm 68:25; Jeremiah 31:11–13
  7. 7 1 Samuel 21:11; Exodus 15:21; 1 Samuel 29:5; Psalm 24:7–8
  8. 8 1 Samuel 15:28; Proverbs 13:10; Esther 3:5; James 4:5; 1 Samuel 20:31
  9. 9 Ephesians 4:27; James 5:9; Genesis 4:5–6; Genesis 31:2; Matthew 20:15
  10. 10 2 Thessalonians 2:11; 1 Kings 18:29; 1 Samuel 19:9; Acts 16:16; 1 Samuel 16:14–16
  11. 11 1 Samuel 20:33; Isaiah 54:17; John 8:59; Psalm 37:32–33; Luke 4:30
  12. 12 1 Samuel 18:15; 1 Samuel 18:29; 1 Samuel 16:13–14; 1 Samuel 28:15; 1 Samuel 16:18
  13. 13 2 Samuel 5:2; Psalm 121:8; 1 Samuel 18:16–17; 1 Samuel 22:7; 1 Samuel 8:12
  14. 14 Genesis 39:23; Joshua 6:27; 1 Samuel 16:18; Matthew 28:20; Genesis 39:2–3
  15. 15 Colossians 4:5; Daniel 6:4–5; Psalm 112:5; James 1:5; James 3:17
  16. 16 1 Samuel 18:5; 2 Samuel 5:2; 1 Kings 3:7; Numbers 27:17; Luke 20:19
  17. 17 1 Samuel 17:25; 1 Samuel 18:25; 1 Samuel 25:28; 1 Samuel 18:21; 1 Samuel 17:47
  18. 18 2 Samuel 7:18; 1 Samuel 9:21; 1 Samuel 18:23; Exodus 3:11; Ruth 2:10
  19. 19 Judges 7:22; 2 Samuel 21:8; Judges 14:20
  20. 20 1 Samuel 18:28
  21. 21 1 Samuel 18:17; Jeremiah 9:8; 1 Samuel 18:26; Exodus 10:7; 1 Samuel 19:11–12
  22. 22 Psalm 55:21; Psalm 36:1–3; 2 Samuel 13:28–29; Proverbs 29:12
  23. 23 Proverbs 14:20; Ecclesiastes 9:15–16; 1 John 3:1; Proverbs 19:6–7; Psalm 119:141
  24. 25 1 Samuel 14:24; 1 Samuel 18:17; Genesis 34:12; Exodus 22:16–17; Genesis 17:11–14
  25. 26 1 Samuel 18:21
  26. 27 2 Samuel 3:14; 1 Samuel 18:13; Judges 14:19
  27. 28 Genesis 39:3; 1 Samuel 26:25; Revelation 3:9; 1 Samuel 24:20; Genesis 37:8–11
  28. 29 Ecclesiastes 4:4; 1 John 3:12–15; James 2:19; 1 Samuel 18:12; Psalm 37:12–14
  29. 30 2 Samuel 11:1; 1 Samuel 18:5; Ephesians 5:15; Daniel 1:20; Psalm 119:99

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 18:29 Augustine of Hippo, Sermons on Selected Lessons of the New Testament (Sermon XXVII)

    For when he was Saul, his name was derived from Saul: now Saul was a proud king; and in his reign he persecuted the humble David. So when he who was afterwards Paul, was Saul, he was proud, at that time a persecutor of the innocent, at that time a waster of the Church.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)