Skip to the text

1 Samuel · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

1 Samuel 22 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Ανεχώρησε δε ο Δαβίδ εκείθεν και διεσώθη εις το σπήλαιον Οδολλάμ· και ότε ήκουσαν οι αδελφοί αυτού και πας ο οίκος του πατρός αυτού, κατέβησαν εκεί προς αυτόν. 2 Και συνηθροίσθησαν προς αυτόν, πας όστις ήτο εν στενοχωρία και πας χρεωφειλέτης και πας δυσηρεστημένος· και έγεινεν αρχηγός επ' αυτών· και ήσαν μετ' αυτού έως τετρακόσιοι άνδρες. 3 Και ανεχώρησεν ο Δαβίδ εκείθεν εις Μισπά της Μωάβ· και είπε προς τον βασιλέα Μωάβ, Ας έλθωσι, παρακαλώ, ο πατήρ μου και η μήτηρ μου προς εσάς, εωσού γνωρίσω τι θέλει κάμει ο Θεός εις εμέ. 4 Και έφερεν αυτούς ενώπιον του βασιλέως Μωάβ και κατώκησαν μετ' αυτού όλον τον καιρόν καθ' ον ο Δαβίδ ήτο εν τω οχυρώματι. 5 Είπε δε Γαδ ο προφήτης προς τον Δαβίδ, Μη μένης εν τω οχυρώματι· αναχώρησον και είσελθε εις την γην Ιούδα. Τότε ανεχώρησεν ο Δαβίδ και εισήλθεν εις το δάσος Αρέθ. 6 Ακούσας δε ο Σαούλ ότι εφανερώθη ο Δαβίδ και οι άνδρες οι μετ' αυτού εκάθητο δε ο Σαούλ εν Γαβαά υπό το δένδρον εν Ραμά, έχων το δόρυ αυτού εν τη χειρί αυτού, και πάντες οι δούλοι αυτού ίσταντο ενώπιον αυτού, 7 τότε είπεν ο Σαούλ προς τους δούλους αυτού τους παρεστώτας ενώπιον αυτού, Ακούσατε τώρα, Βενιαμίται· μήπως εις όλους σας θέλει δώσει ο υιός του Ιεσσαί αγρούς και αμπελώνας, και όλους σας θέλει κάμει χιλιάρχους και εκατοντάρχους, 8 ώστε σεις να συνομόσητε πάντες εναντίον μου και να μη ήναι μηδείς όστις να απαγγείλη εις εμέ ότι ο υιός μου έκαμε συνθήκην μετά του υιού του Ιεσσαί, και μηδείς από σας να μη ήναι όστις να πονή δι' εμέ ή να απαγγείλη εις εμέ ότι ο υιός μου διήγειρε τον δούλον μου εναντίον μου, διά να ενεδρεύη καθώς την σήμερον; 9 Και απεκρίθη Δωήκ ο Ιδουμαίος, όστις ήτο διωρισμένος επί τους δούλους του Σαούλ, και είπεν, Είδον τον υιόν του Ιεσσαί ελθόντα εις Νωβ, προς Αχιμέλεχ τον υιόν του Αχιτώβ· 10 όστις ηρώτησε περί αυτού τον Κύριον, και τροφάς έδωκεν εις αυτόν, και την ρομφαίαν Γολιάθ του Φιλισταίου έδωκεν εις αυτόν. 11 Τότε απέστειλεν ο βασιλεύς να καλέσωσιν Αχιμέλεχ τον υιόν του Αχιτώβ, τον ιερέα, και πάντα τον οίκον του πατρός αυτού, τους ιερείς τους εν Νώβ· και ήλθον πάντες προς τον βασιλέα. 12 Και είπεν ο Σαούλ, Άκουσον τώρα, υιέ του Αχιτώβ. Ο δε απεκρίθη, Ιδού εγώ, κύριέ μου. 13 Και είπε προς αυτόν ο Σαούλ, Διά τι συνωμόσατε εναντίον μου, συ και ο υιός του Ιεσσαί, ώστε να δώσης εις αυτόν άρτον και ρομφαίαν και να ερωτήσης τον Θεόν περί αυτού, ώστε να σηκωθή εναντίον μου, να ενεδρεύη, καθώς την σήμερον; 14 Και απεκρίθη ο Αχιμέλεχ προς τον βασιλέα και είπε, Και τις μεταξύ πάντων των δούλων σου είναι καθώς ο Δαβίδ πιστός, και γαμβρός του βασιλέως και πορευόμενος εις το πρόσταγμά σου και τιμώμενος εν τω οίκω σου; 15 σήμερον ήρχισα να ερωτώ τον Θεόν περί αυτού; μη γένοιτο· ας μη αναθέση ο βασιλεύς μηδέν επί τον δούλον αυτού μηδέ επί πάντα τον οίκον του πατρός μου· διότι ο δούλός σου δεν εξεύρει ουδέν περί πάντων τούτων, ούτε μικρόν ούτε μέγα. 16 Και είπεν ο βασιλεύς, Εξάπαντος θέλεις αποθάνει, Αχιμέλεχ, συ και πας ο οίκος του πατρός σου. 17 Και είπεν ο βασιλεύς προς τους δορυφόρους τους περιεστώτας εις αυτόν, Στρέψατε και θανατώσατε τους ιερείς του Κυρίου· επειδή έχουσι και αυτοί την χείρα αυτών μετά του Δαβίδ, και επειδή εγνώρισαν ότι αυτός έφευγε και δεν μοι απήγγειλαν τούτο. Δεν ηθέλησαν όμως οι δούλοι του βασιλέως να εκτείνωσι τας χείρας αυτών διά να πέσωσιν επί τους ιερείς του Κυρίου. 18 Και είπεν ο βασιλεύς προς τον Δωήκ, Στρέψον συ και πέσον επί τους ιερείς. Και έστρεψε Δωήκ ο Ιδουμαίος και έπεσεν επί τους ιερείς, και εθανάτωσεν εκείνην την ημέραν ογδοήκοντα πέντε άνδρας φορούντας λινούν εφόδ. 19 Και την Νωβ, την πόλιν των ιερέων, επάταξεν εν στόματι μαχαίρας, άνδρας και γυναίκας, παιδία και βρέφη θηλάζοντα, και βόας και όνους και πρόβατα, εν στόματι μαχαίρας. 20 Διεσώθη δε εις εκ των υιών του Αχιμέλεχ υιού του Αχιτώβ, ονόματι Αβιάθαρ, και έφυγε κατόπιν του Δαβίδ. 21 Και απήγγειλεν ο Αβιάθαρ προς τον Δαβίδ, ότι εθανάτωσεν ο Σαούλ τους ιερείς του Κυρίου. 22 Και είπεν ο Δαβίδ προς τον Αβιάθαρ, Ήξευρον εν εκείνη τη ημέρα, καθ' ην Δωήκ ο Ιδουμαίος ήτο εκεί, ότι ήθελε βεβαίως απαγγείλει προς τον Σαούλ· εγώ εστάθην αιτία του θανάτου πάντων των ανθρώπων του οίκου του πατρός σου· 23 κάθου μετ' εμού, μη φοβού· διότι ο ζητών την ζωήν μου ζητεί και την ζωήν σου· πλην συ θέλεις είσθαι μετ' εμού εν ασφαλεία.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Abiathar

    Priest, David's companion

    The one son of Ahimelech to escape Saul's massacre of the priests at Nob, who fled to David with the ephod and later served as priest alongside Zadok. Solomon later banished him…

    Cited in the guide: 1 Samuel 22:20; 1 Samuel 23:6; 1 Samuel 30:7

  • Ahimelech

    Priest of Nob

    The priest at Nob who gave David the consecrated bread and Goliath's sword, and whom Saul had put to death with his father's household at Doeg's hands.

    Cited in the guide: 1 Samuel 21:1; 1 Samuel 22:9; 1 Samuel 22:11

  • Ahitub

    Priest, brother of Ichabod

    Called the brother of Ichabod and the son of Phinehas, son of Eli, and named as the father of the priest Ahijah; 1 Samuel 22:9 names an Ahitub as father of the priest Ahimelech.

    Cited in the guide: 1 Samuel 14:3; 1 Samuel 22:9; 1 Samuel 22:11

  • David

    King of Israel

    The shepherd who became Israel's greatest king and a man after God's own heart.

    Cited in the guide: 1 Sam. 16 - 1 Kings 2; 2 Sam. 7; 1 Chron. 2:15; Matt. 1:6

  • Doeg

    Saul's chief shepherd

    Saul's chief shepherd, an Edomite who saw David at Nob, reported it to Saul, and at Saul's command killed eighty-five priests and put the town of Nob to the sword.

    Cited in the guide: 1 Samuel 21:7; 1 Samuel 22:9; 1 Samuel 22:18

  • Gad

    David's prophet and seer

    A prophet who told David to leave the stronghold for Judah, and later brought the LORD's three options after the census and told David to build an altar on Araunah's threshing…

    Cited in the guide: 1 Samuel 22:5; 2 Samuel 24:11; 2 Samuel 24:13

Cross references (22)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Psalm 57:1–11; 1 Chronicles 11:15; Psalm 142:1–7; Psalm 34:1; Joshua 12:15
  2. 2 Matthew 11:28; Psalm 72:12–14; 1 Samuel 25:13; 1 Samuel 30:22–24; 1 Samuel 1:10
  3. 3 1 Samuel 14:47; Genesis 47:11; 1 Samuel 3:18; Ruth 4:10; Exodus 20:12
  4. 4 Psalm 11:1; 2 Chronicles 29:25; 2 Samuel 23:13–14; Isaiah 8:12–14; Nehemiah 6:11
  5. 5 1 Chronicles 21:9; 1 Chronicles 29:29; 2 Chronicles 29:25; 2 Samuel 24:11
  6. 6 Judges 4:5; Genesis 21:33; 1 Samuel 19:9; 1 Samuel 18:10; 1 Samuel 20:33
  7. 7 1 Kings 12:16; 1 Samuel 8:14–15; 1 Samuel 20:27; 1 Samuel 20:30; 1 Samuel 8:11–12
  8. 8 1 Samuel 18:3; 1 Samuel 23:21; 1 Samuel 23:16–18; 1 Samuel 20:8; 1 Samuel 20:30–34
  9. 9 Psalm 52:1–9; 1 Samuel 21:1–15; Matthew 26:59–61; Proverbs 19:5; Ezekiel 22:9
  10. 10 Numbers 27:21; 1 Samuel 30:8; 1 Samuel 23:2; 1 Samuel 23:4; 1 Samuel 10:22
  11. 11 Romans 3:15
  12. 12 Isaiah 65:1; 1 Samuel 22:7; 2 Samuel 9:6; 1 Samuel 22:13
  13. 13 1 Samuel 22:8; Luke 23:2–5; Psalm 119:69; Amos 7:10
  14. 14 1 Samuel 19:4–5; 1 Samuel 20:32; 2 Samuel 22:23–25; 1 Samuel 24:11; 1 Samuel 26:23
  15. 15 1 Peter 3:16–17; 1 Samuel 25:36; Genesis 20:5–6; 2 Corinthians 1:12; 2 Samuel 15:11
  16. 16 Proverbs 28:15; Acts 12:19; 1 Samuel 20:31; 1 Kings 19:2; 1 Samuel 14:44
  17. 17 Exodus 1:17; 1 Samuel 14:45; 2 Kings 1:13–14; 2 Samuel 15:1; 2 Kings 10:25
  18. 18 Acts 26:10–11; 2 Chronicles 24:21; Zephaniah 3:3; 1 Samuel 2:18; 1 Samuel 3:12–14
  19. 19 1 Samuel 15:3; James 2:13; 1 Samuel 15:9; Joshua 6:21; Joshua 6:17
  20. 20 1 Samuel 23:6; 1 Samuel 30:7; 1 Samuel 23:9; 1 Kings 2:26–27; 1 Samuel 2:33
  21. 22 1 Samuel 21:1–9; Psalm 44:22
  22. 23 John 10:28–30; 1 Kings 2:26; Hebrews 12:1–3; John 18:9; John 15:20

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences