Skip to the text

1 Samuel · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

1 Samuel 23 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Απήγγειλαν δε προς τον Δαβίδ, λέγοντες, Ιδού, οι Φιλισταίοι πολεμούσιν εν Κεειλά και διαρπάζουσι τα αλώνια. 2 Και ηρώτησεν ο Δαβίδ τον Κύριον, λέγων, Να υπάγω και να πατάξω τους Φιλισταίους τούτους; Και είπεν ο Κύριος προς τον Δαβίδ, Ύπαγε και πάταξον τους Φιλισταίους και σώσον την Κεειλά. 3 Και είπον οι άνδρες του Δαβίδ προς αυτόν, Ιδού, ημείς ενταύθα εν τη Ιουδαία φοβούμεθα· πόσω δε μάλλον, εάν υπάγωμεν εις Κεειλά εναντίον των στρατευμάτων των Φιλισταίων; 4 Και ηρώτησε πάλιν ο Δαβίδ εκ δευτέρου τον Κύριον. Και απεκρίθη προς αυτόν ο Κύριος και είπε, Σηκώθητι, κατάβα εις Κεειλά· διότι θέλω παραδώσει τους Φιλισταίους εις την χείρα σου. 5 Τότε ήλθεν ο Δαβίδ και οι άνδρες αυτού εις Κεειλά, και επολέμησε προς τους Φιλισταίους και έλαβε τα κτήνη αυτών και επάταξεν αυτούς εν σφαγή μεγάλη. Και έσωσεν ο Δαβίδ τους κατοίκους της Κεειλά. 6 Ότε δε Αβιάθαρ ο υιός του Αχιμέλεχ έφυγε προς τον Δαβίδ εις Κεειλά, αυτός είχε καταβή με εφόδ εν τη χειρί αυτού. 7 Και απηγγέλθη προς τον Σαούλ ότι ήλθεν ο Δαβίδ εις Κεειλά. Και είπεν ο Σαούλ, Ο Θεός παρέδωκεν αυτόν εις την χείρα μου· διότι απεκλείσθη, εισελθών εις πόλιν έχουσαν πύλας και μοχλούς. 8 Και συνεκάλεσεν ο Σαούλ πάντα τον λαόν εις πόλεμον, διά να καταβή εις Κεειλά, να πολιορκήση τον Δαβίδ και τους άνδρας αυτού. 9 Και έμαθεν ο Δαβίδ ότι ο Σαούλ εμηχανεύετο κακόν εναντίον αυτού· και είπε προς τον Αβιάθαρ τον ιερέα, Φέρε ενταύθα το εφόδ. 10 Και είπεν ο Δαβίδ, Κύριε Θεέ του Ισραήλ, μετά βεβαιότητος ήκουσεν ο δούλός σου ότι ο Σαούλ ζητεί να έλθη εις Κεειλά, διά να εξολοθρεύση την πόλιν εξ αιτίας μου· 11 θέλουσι με παραδώσει εις αυτόν οι άνδρες της Κεειλά; θέλει καταβή ο Σαούλ, καθώς ήκουσεν ο δούλός σου; Κύριε Θεέ του Ισραήλ, φανέρωσον, δέομαι, προς τον δούλον σου. Και είπεν ο Κύριος, Θέλει καταβή. 12 Είπε πάλιν ο Δαβίδ, Θέλουσι παραδώσει οι άνδρες της Κεειλά εμέ και τους άνδρας μου εις την χείρα του Σαούλ; Και είπεν ο Κύριος, Θέλουσι παραδώσει. 13 Τότε ο Δαβίδ και οι άνδρες αυτού, έως εξακόσιοι, εσηκώθησαν και εξήλθον από Κεειλά και υπήγον όπου ηδύναντο. Και απηγγέλθη προς τον Σαούλ, ότι διεσώθη ο Δαβίδ από Κεειλά· όθεν απέσχε του να εξέλθη. 14 Ο δε Δαβίδ εκάθησεν εν τη ερήμω, εν τόποις οχυροίς, και έμενεν επί τινός όρους εν τη ερήμω Ζιφ. Και αυτόν εζήτει ο Σαούλ πάσας τας ημέρας· ο Θεός όμως δεν παρέδωκεν αυτόν εις την χείρα αυτού. 15 Και είδεν ο Δαβίδ ότι εξήλθεν ο Σαούλ διά να ζητή την ζωήν αυτού και ήτο ο Δαβίδ εν τη ερήμω Ζιφ, εντός του δάσους. 16 Τότε εσηκώθη Ιωνάθαν, ο υιός του Σαούλ, και υπήγε προς τον Δαβίδ εις το δάσος, και ενίσχυσε την χείρα αυτού εν τω Θεώ. 17 Και είπε προς αυτόν, Μη φοβού· διότι δεν θέλει σε ευρεί η χειρ Σαούλ του πατρός μου· και συ θέλεις βασιλεύσει επί τον Ισραήλ, και εγώ θέλω είσθαι δεύτερός σου· μάλιστα και Σαούλ ο πατήρ μου εξεύρει τούτο. 18 Και έκαμον αμφότεροι συνθήκην ενώπιον του Κυρίου· και εκάθητο ο Δαβίδ εντός του δάσους, ο δε Ιωνάθαν ανεχώρησεν εις τον οίκον αυτού. 19 Ανέβησαν δε οι Ζιφαίοι προς τον Σαούλ εις Γαβαά, λέγοντες, Δεν είναι κεκρυμμένος ο Δαβίδ εις ημάς εν οχυρώμασι εντός του δάσους, επί του βουνού Εχελά, του προς τα δεξιά Γεσιμών; 20 τώρα λοιπόν, βασιλεύ, κατάβα, καθ' όλην την επιθυμίαν της ψυχής σου εις το να καταβής· και ημών έργον θέλει είσθαι να παραδώσωμεν αυτόν εις την χείρα του βασιλέως. 21 Και είπεν ο Σαούλ, Ευλογημένοι σεις παρά Κυρίου, διότι ελάβετε συμπάθειαν προς εμέ· 22 υπάγετε λοιπόν, βεβαιώθητε ακριβέστερα και μάθετε και ιδέτε τον τόπον αυτού, που κρύπτεται, τις είδεν αυτόν εκεί· διότι μοι είπον ότι μηχανεύεται πανουργίας· 23 ιδέτε λοιπόν και μάθετε εν τίνι εκ πάντων των αποκρύφων τόπων είναι κεκρυμμένος, και επιστρέψατε προς εμέ αφού βεβαιωθήτε· και θέλω υπάγει με σάς· και εάν ήναι εν τη γη ταύτη, βεβαίως θέλω εξιχνιάσει αυτόν μεταξύ πασών των χιλιάδων του Ιούδα. 24 Και εσηκώθησαν και υπήγον εις Ζιφ προ του Σαούλ· ο Δαβίδ όμως και οι άνδρες αυτού ήσαν εν τη ερήμω Μαών, εν τη πεδιάδι κατά τα δεξιά του Γεσιμών. 25 Υπήγε δε ο Σαούλ και οι άνδρες αυτού να ζητήσωσιν αυτόν. Και απηγγέλθη τούτο προς τον Δαβίδ· όθεν κατέβη εις την πέτραν και εκάθητο εν τη ερήμω Μαών. Και ακούσας ο Σαούλ, έτρεξε κατόπιν του Δαβίδ εις την έρημον Μαών. 26 Και ο μεν Σαούλ επορεύετο κατά τούτο το μέρος του όρους, ο δε Δαβίδ και οι άνδρες αυτού κατ' εκείνο το μέρος του όρους· και έσπευσεν ο Δαβίδ να φύγη από προσώπου του Σαούλ· πλην ο Σαούλ και οι άνδρες αυτού περιεκύκλωσαν τον Δαβίδ και τους άνδρας αυτού, διά να συλλάβωσιν αυτούς. 27 Ήλθε δε μηνυτής προς τον Σαούλ, λέγων, Σπεύσον και ελθέ, διότι οι Φιλισταίοι εφώρμησαν εις την γην. 28 Όθεν επέστρεψεν ο Σαούλ από του να διώκη κατόπιν του Δαβίδ, και υπήγεν εις συνάντησιν των Φιλισταίων· διά τούτο ωνόμασαν εκείνον τον τόπον, Σελά-αμμαλεκώθ. 29 Ανέβη δε ο Δαβίδ εκείθεν και εκάθησεν εν οχυροίς τόποις της Εν-γαδδί.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Abiathar

    Priest, David's companion

    The one son of Ahimelech to escape Saul's massacre of the priests at Nob, who fled to David with the ephod and later served as priest alongside Zadok. Solomon later banished him…

    Cited in the guide: 1 Samuel 22:20; 1 Samuel 23:6; 1 Samuel 30:7

  • David

    King of Israel

    The shepherd who became Israel's greatest king and a man after God's own heart.

    Cited in the guide: 1 Sam. 16 - 1 Kings 2; 2 Sam. 7; 1 Chron. 2:15; Matt. 1:6

Cross references (25)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Joshua 15:44; Nehemiah 3:17–18; Micah 6:15; Deuteronomy 28:33; Deuteronomy 28:51
  2. 2 1 Samuel 23:4; 2 Samuel 5:23; 2 Samuel 5:19; Joshua 9:14; 1 Samuel 23:9–12
  3. 3 1 Samuel 23:15; Jeremiah 12:5; 1 Samuel 23:26; Psalm 11:1; 1 Samuel 23:23
  4. 4 Judges 7:7; Joshua 8:7; 1 Samuel 28:6; 2 Samuel 5:19; 2 Kings 3:18
  5. 6 1 Samuel 22:20; 1 Samuel 14:3; 1 Samuel 14:18; Exodus 28:30–31; 1 Samuel 14:36–37
  6. 7 1 Samuel 24:4–6; Job 20:5; 1 Samuel 26:8–9; 1 Samuel 23:14; Psalm 71:10–11
  7. 9 1 Samuel 30:7; 1 Samuel 23:6; Numbers 27:21; Acts 9:24; Jeremiah 11:18–19
  8. 10 Genesis 18:24; 1 Samuel 23:8; Romans 3:15–16; Proverbs 28:15; 1 Samuel 22:19
  9. 11 Psalm 50:15; Matthew 7:7–8; Jeremiah 33:3
  10. 12 1 Samuel 23:20; Psalm 62:1; Psalm 31:8; Hebrews 4:13; 1 Samuel 23:7
  11. 13 1 Samuel 25:13; 1 Samuel 22:2; 1 Samuel 30:9–10; 2 Samuel 15:20
  12. 14 Psalm 54:3–4; Psalm 32:7; Joshua 15:55; Joshua 15:24; Romans 8:31
  13. 16 Isaiah 35:3–4; Hebrews 12:12–13; Job 4:3–4; 2 Timothy 2:1; Ephesians 6:10
  14. 17 1 Samuel 20:31; 1 Samuel 24:20; Job 5:11–15; Hebrews 13:6; Isaiah 54:17
  15. 18 1 Samuel 20:42; 2 Samuel 21:7; 1 Samuel 18:3; 2 Samuel 9:1; 1 Samuel 20:12–17
  16. 19 1 Samuel 26:1; 1 Samuel 26:3; Psalm 54:1–7; 1 Samuel 22:7–8; Proverbs 29:12
  17. 20 1 Samuel 23:12; Deuteronomy 18:6; 2 Kings 10:5–7; Psalm 112:10; 2 Samuel 3:21
  18. 21 1 Samuel 22:8; Judges 17:2; Micah 3:11; Isaiah 66:5; Psalm 10:3
  19. 22 Job 5:13
  20. 23 Mark 14:1; John 18:2–3; 2 Samuel 17:11–13; 1 Kings 18:10; Romans 3:15–16
  21. 24 1 Samuel 25:2; Joshua 15:55
  22. 25 Judges 15:8; 1 Samuel 23:28
  23. 26 Psalm 17:9; Psalm 17:11; Psalm 22:12; Psalm 118:11–13; 2 Samuel 15:14
  24. 27 2 Kings 19:9; Psalm 116:3; Genesis 22:14; Deuteronomy 32:36; 1 Chronicles 14:13
  25. 29 2 Chronicles 20:2; Joshua 15:62; Song of Songs 1:14; Ezekiel 47:10; Genesis 14:7

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences