Skip to the text

1 Samuel · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

1 Samuel 24 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και αφού επέστρεψεν ο Σαούλ από όπισθεν των Φιλισταίων, ανήγγειλαν προς αυτόν, λέγοντες, Ιδού, ο Δαβίδ είναι εν τη ερήμω Εν-γαδδί. 2 Τότε έλαβεν ο Σαούλ τρεις χιλιάδας ανδρών, εκλεκτών από παντός του Ισραήλ, και υπήγε να ζητή τον Δαβίδ και τους άνδρας αυτού επί τους βράχους των αγρίων αιγών. 3 Και ήλθεν εις τας μάνδρας των προβάτων επί της οδού, όπου ήτο σπήλαιον· και εισήλθεν ο Σαούλ διά να σκεπάση τους πόδας αυτού· ο δε Δαβίδ και οι άνδρες αυτού εκάθηντο εις το ενδότερον του σπηλαίου. 4 Και είπον οι άνδρες του Δαβίδ προς αυτόν, Ιδού, η ημέρα περί της οποίας ο Κύριος ελάλησε προς σε, λέγων, Ιδού, εγώ θέλω παραδώσει τον εχθρόν σου εις την χείρα σου, και θέλεις κάμει εις αυτόν όπως σοι φανή καλόν. Τότε εσηκώθη ο Δαβίδ και απέκοψε κρυφίως το κράσπεδον του επενδύματος του Σαούλ. 5 Και μετά ταύτα η καρδία του Δαβίδ εκτύπησεν αυτόν, επειδή είχεν αποκόψει το κράσπεδον του Σαούλ. 6 Και είπε προς τους άνδρας αυτού, Μη γένοιτο εις εμέ παρά Κυρίου να κάμω το πράγμα τούτο εις τον κύριόν μου, τον κεχρισμένον του Κυρίου, να επιβάλω την χείρα μου επ' αυτόν· διότι είναι κεχρισμένος του Κυρίου. 7 Και εμπόδισεν ο Δαβίδ τους άνδρας αυτού διά των λόγων τούτων και δεν αφήκεν αυτούς να σηκωθώσι κατά του Σαούλ. Σηκωθείς δε ο Σαούλ εκ του σπηλαίου, υπήγεν εις την οδόν αυτού. 8 Και μετά ταύτα σηκωθείς ο Δαβίδ εξήλθεν εκ του σπηλαίου και εβόησεν όπισθεν του Σαούλ, λέγων, Κύριέ μου βασιλεύ. Και ότε έβλεψεν ο Σαούλ οπίσω αυτού, ο Δαβίδ έκυψε με το πρόσωπον εις την γην και προσεκύνησεν αυτόν. 9 Και είπεν ο Δαβίδ προς τον Σαούλ, Διά τι ακούεις τους λόγους ανθρώπων λεγόντων, Ιδού, ο Δαβίδ ζητεί το κακόν σου; 10 Ιδού, εν τη ημέρα ταύτη είδον οι οφθαλμοί σου τίνι τρόπω σε παρέδωκεν ο Κύριος εις την χείρα μου σήμερον, εν τω σπηλαίω· και είπον τινές να σε θανατώσω· πλην ο οφθαλμός μου σε εφείσθη· και είπα, Δεν θέλω επιβάλει την χείρα μου κατά του κυρίου μου· διότι είναι κεχρισμένος του Κυρίου. 11 Ιδέ προσέτι, πάτερ μου, ιδέ μάλιστα το κράσπεδον του επενδύματός σου εν τη χειρί μου· επειδή, εκ του ότι απέκοψα το κράσπεδον του επενδύματός σου και δεν σε εθανάτωσα, γνώρισον και ιδέ ότι δεν είναι κακία ουδέ παράβασις εν τη χειρί μου και δεν ημάρτησα εναντίον σου· συ όμως θηρεύεις την ζωήν μου διά να αφαιρέσης αυτήν. 12 Ας κρίνη ο Κύριος μεταξύ εμού και σου, και ας με εκδικήση ο Κύριος από σού· η χειρ μου όμως δεν θέλει είσθαι επί σέ· 13 καθώς λέγει η παροιμία των αρχαίων, Εξ ανόμων εξέρχεται ανομία· όθεν η χειρ μου δεν θέλει είσθαι επί σε. 14 Οπίσω τίνος εξήλθεν ο βασιλεύς του Ισραήλ; οπίσω τίνος τρέχεις συ; οπίσω κυνός νενεκρωμένου, οπίσω ενός ψύλλου. 15 Ο Κύριος λοιπόν ας ήναι δικαστής και ας κρίνη μεταξύ εμού και σού· και ας ίδη, και ας δικάση την δίκην μου και ας με ελευθερώση εκ της χειρός σου. 16 Και αφού ετελείωσεν ο Δαβίδ λαλών τους λόγους τούτους προς τον Σαούλ, είπεν ο Σαούλ, Η φωνή σου είναι αύτη, τέκνον μου Δαβίδ; Και ύψωσεν ο Σαούλ την φωνήν αυτού και έκλαυσε. 17 Και είπε προς τον Δαβίδ, Συ είσαι δικαιότερος εμού· διότι συ ανταπέδωκας εις εμέ καλόν, εγώ δε ανταπέδωκα εις σε κακόν. 18 Και συ έδειξας σήμερον με πόσην αγαθότητα εφέρθης προς εμέ· διότι ενώ με απέκλεισεν ο Κύριος εις τας χείρας σου, συ δεν με εθανάτωσας. 19 Και τις, ευρών τον εχθρόν αυτού, ήθελεν αφήσει αυτόν να υπάγη την οδόν αυτού αβλαβώς; ο Κύριος λοιπόν να σοι ανταποδώση καλόν, δι' εκείνο το οποίον έκαμες εις εμέ σήμερον. 20 Και τώρα, ιδού, γνωρίζω ότι βεβαίως θέλεις βασιλεύσει, και η βασιλεία του Ισραήλ θέλει στερεωθή εν τη χειρί σου. 21 Τώρα λοιπόν όμοσόν μοι εις τον Κύριον, ότι δεν θέλεις εξολοθρεύσει το σπέρμα μου μετ' εμέ, και έτι δεν θέλεις αφανίσει το όνομά μου εκ του οίκου του πατρός μου. 22 Και ώμοσεν ο Δαβίδ προς τον Σαούλ. Και ανεχώρησεν ο Σαούλ εις τον οίκον αυτού· ο δε Δαβίδ και οι άνδρες αυτού ανέβησαν εις το οχύρωμα.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • David

    King of Israel

    The shepherd who became Israel's greatest king and a man after God's own heart.

    Cited in the guide: 1 Sam. 16 - 1 Kings 2; 2 Sam. 7; 1 Chron. 2:15; Matt. 1:6

Cross references (22)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 1 Samuel 23:28–29; Proverbs 29:12; Hosea 7:3; 1 Samuel 23:19; Ezekiel 22:9
  2. 2 1 Samuel 26:2; Psalm 141:6; Psalm 104:18; 1 Samuel 13:2; Psalm 38:12
  3. 3 Judges 3:24; Psalm 142:1–7; Psalm 57:1–11; Psalm 141:6
  4. 4 1 Samuel 26:8–11; 1 Samuel 26:23; 1 Samuel 24:10; 1 Samuel 25:28–30; 1 Samuel 24:18
  5. 5 2 Samuel 24:10; 2 Samuel 12:9; 1 John 3:20–21; 2 Kings 22:19
  6. 6 2 Samuel 1:14; Romans 12:14–13:2; Job 31:29–30; 1 Samuel 26:9–11; 1 Thessalonians 5:15
  7. 7 Psalm 7:4; Matthew 5:44; Romans 12:17–21; 1 Samuel 25:33
  8. 8 1 Samuel 25:23–24; 1 Samuel 26:17; Romans 13:7; 1 Samuel 20:41; Genesis 17:3
  9. 9 Ecclesiastes 7:21–22; Proverbs 29:12; Psalm 101:5; 1 Samuel 26:19; Proverbs 18:8
  10. 10 1 Samuel 24:4; Psalm 105:15; 1 Samuel 26:8–9
  11. 11 1 Samuel 26:20; 1 Samuel 23:23; 1 Samuel 23:14; 1 Samuel 26:18; 2 Kings 5:13
  12. 12 Psalm 43:1; Judges 11:27; Psalm 35:1; Genesis 16:5; Romans 12:19
  13. 13 Matthew 7:20; Matthew 7:16–18; Matthew 12:33–34; Matthew 15:19
  14. 14 1 Samuel 26:20; 2 Samuel 9:8; 1 Samuel 17:43; 2 Samuel 16:9; 2 Samuel 3:8
  15. 15 Psalm 43:1; Psalm 35:1; Psalm 119:154; 1 Samuel 24:12; Micah 7:9
  16. 16 1 Samuel 26:17; Acts 6:10; Luke 21:15; Proverbs 15:1; Genesis 33:4
  17. 17 Matthew 5:44; 1 Samuel 26:21; Genesis 38:26; Romans 12:20–21; Matthew 27:4
  18. 18 1 Samuel 26:23; 1 Samuel 23:12; 1 Samuel 23:7; 1 Samuel 26:8; 1 Samuel 24:10
  19. 19 Proverbs 25:21–22; 1 Samuel 26:25; Psalm 18:20; Judges 17:2; 1 Samuel 23:21
  20. 20 1 Samuel 23:17; Matthew 2:3–6; 2 Samuel 3:17–18; 1 Samuel 13:14; Matthew 2:16
  21. 21 Genesis 21:23; 2 Samuel 21:6–8; 1 Samuel 20:14–17; Genesis 31:53; Hebrews 6:16
  22. 22 1 Samuel 23:29; Matthew 10:16–17; John 2:24; Proverbs 26:24–25

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 24:5 Augustine of Hippo, The City of God (Book XVII, Chapter 4)

    For thus it is written: "And David's heart smote him because he had taken away the skirt of his cloak." But to the men with him, who advised him to destroy Saul thus delivered up into his hands, he saith, "The Lord forbid that I should do this thing to my lord, the Lord's christ, to lay my hand upon …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  2. Quotes verse 24:4 Augustine of Hippo, Expositions on the Psalms (Psalm LIV)

    … shown: but Saul not even after their betrayal could seize David; but rather in a certain cave in that very country, when into his hands Saul had been given to slay, David spared him, and that which he had in his power he did not. But the other was seeking to do that which he had not in his power.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 8 (1888)