Saltar al texto

2 Samuel · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

2 Samuel 16 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Και ότε ο Δαβίδ επέρασεν ολίγον κορυφήν, ιδού, Σιβά, ο υπηρέτης του Μεμφιβοσθέ, συνήντησεν αυτόν, μετά δύο όνων σαμαρωμένων, έχων επ' αυτούς διακοσίους άρτους και εκατόν βότρυς σταφίδων και εκατόν αρμαθιάς θερινών καρπών και ασκόν οίνου. 2 Και είπεν ο βασιλεύς προς τον Σιβά, Διά τι φέρεις ταύτα; Ο δε Σιβά είπεν, Οι όνοι είναι διά την οικογένειαν του βασιλέως διά να επικάθηται, και οι άρτοι και οι θερινοί καρποί διά να τρώγωσιν οι νέοι· ο δε οίνος, διά να πίνωσιν όσοι ατονίσωσιν εν τη ερήμω. 3 Τότε είπεν ο βασιλεύς, Και που είναι ο υιός του κυρίου σου; Και είπεν ο Σιβά προς τον βασιλέα, Ιδού, κάθηται εν Ιερουσαλήμ· διότι είπε, Σήμερον ο οίκος Ισραήλ θέλει επιστρέψει προς εμέ την βασιλείαν του πατρός μου. 4 Και είπεν ο βασιλεύς προς τον Σιβά, Ιδού, ιδικά σου είναι πάντα τα υπάρχοντα του Μεμφιβοσθέ. Και είπεν ο Σιβά, Δέομαι υποκλινώς να εύρω χάριν εις τους οφθαλμούς σου, κύριέ μου βασιλεύ. 5 Και ότε ήλθεν ο βασιλεύς Δαβίδ έως Βαουρείμ, ιδού, εξήρχετο εκείθεν άνθρωπος εκ της συγγενείας του οίκου του Σαούλ, ονομαζόμενος Σιμεΐ, υιός του Γηρά· και εξελθών, ήρχετο καταρώμενος. 6 Και έρριπτε λίθους επί τον Δαβίδ και επί πάντας τους δούλους του βασιλέως Δαβίδ· πας δε ο λαός και πάντες οι δυνατοί ήσαν εκ δεξιών αυτού και εξ αριστερών αυτού. 7 Και ούτως έλεγεν ο Σιμεΐ καταρώμενος, Έξελθε, έξελθε, ανήρ αιμάτων και ανήρ κακοποιέ· 8 επέστρεψεν ο Κύριος κατά σου πάντα τα αίματα του οίκου του Σαούλ, αντί του οποίου εβασίλευσας· και παρέδωκεν ο Κύριος την βασιλείαν εις την χείρα Αβεσσαλώμ του υιού σου· και ιδού, συ επιάσθης εν τη κακία σου, διότι είσαι ανήρ αιμάτων. 9 Τότε είπε προς τον βασιλέα Αβισαί ο υιός της Σερουΐας, Διά τι ούτος ο νεκρός κύων καταράται τον κύριόν μου τον βασιλέα; άφες, παρακαλώ, να περάσω και να κόψω την κεφαλήν αυτού. 10 Ο δε βασιλεύς είπε, Τι μεταξύ εμού και ημών, υιοί της Σερουΐας; ας καταράται, διότι ο Κύριος είπε προς αυτόν, Καταράσθητι τον Δαβίδ. Τις λοιπόν θέλει ειπεί, Διά τι έκαμες ούτω; 11 Και είπεν ο Δαβίδ προς τον Αβισαί και προς πάντας τους δούλους αυτού, Ιδού, ο υιός μου, ο εξελθών εκ των σπλάγχνων μου ζητεί την ζωήν μου· πόσω μάλλον τώρα ο Βενιαμίτης; αφήσατε αυτόν, και ας καταράται, διότι ο Κύριος προσέταξεν αυτόν· 12 ίσως επιβλέψη ο Κύριος επί την θλίψιν μου, και ανταποδώση ο Κύριος εις εμέ αγαθόν αντί της κατάρας τούτου την ημέραν ταύτην. 13 Και επορεύοντο ο Δαβίδ και οι άνδρες αυτού εις την οδόν, ο δε Σιμεΐ επορεύετο κατά τα πλευρά του όρους απέναντι αυτού, και κατηράτο πορευόμενος και έρριπτε λίθους κατ' αυτού και εσκόνιζε με χώμα. 14 Και ήλθεν ο βασιλεύς, και πας ο λαός ο μετ' αυτού, εκλελυμένοι και ανεπαύθησαν εκεί. 15 Ο δε Αβεσσαλώμ και πας ο λαός, οι άνδρες Ισραήλ, ήλθον εις Ιερουσαλήμ, και ο Αχιτόφελ μετ' αυτού. 16 Και ότε ήλθε προς τον Αβεσσαλώμ Χουσαΐ ο Αρχίτης, ο φίλος του Δαβίδ, είπεν ο Χουσαΐ προς τον Αβεσσαλώμ, Ζήτω ο βασιλεύς· ζήτω ο βασιλεύς. 17 Ο δε Αβεσσαλώμ είπε προς τον Χουσαΐ, τούτο είναι το έλεός σου προς τον φίλον σου; διά τι δεν υπήγες μετά του φίλου σου; 18 Και είπεν ο Χουσαΐ προς τον Αβεσσαλώμ, Ουχί· αλλ' εκείνου, τον οποίον εξέλεξεν ο Κύριος και ούτος ο λαός και πάντες οι άνδρες Ισραήλ, τούτου θέλω είσθαι και μετά τούτου θέλω κατοικεί· 19 και έπειτα, ποίον θέλω δουλεύει εγώ; ουχί έμπροσθεν του υιού αυτού; καθώς εδούλευσα έμπροσθεν του πατρός σου, ούτω θέλω είσθαι έμπροσθέν σου. 20 Τότε είπεν ο Αβεσσαλώμ προς τον Αχιτόφελ, Συμβουλεύθητε μεταξύ σας τι θέλομεν κάμει. 21 Και είπεν ο Αχιτόφελ προς τον Αβεσσαλώμ, Είσελθε εις τας παλλακάς του πατρός σου, τας οποίας αφήκε διά να φυλάττωσι τον οίκον· και θέλει ακούσει πας ο Ισραήλ, ότι έγεινες μισητός εις τον πατέρα σου· και θέλουσιν ενδυναμωθή αι χείρες πάντων των μετά σου. 22 Έστησαν λοιπόν εις τον Αβεσσαλώμ σκηνήν επί του δώματος, και εισήλθεν ο Αβεσσαλώμ εις τας παλλακάς του πατρός αυτού, ενώπιον παντός του Ισραήλ. 23 Και η συμβουλή του Αχιτόφελ, την οποίαν έδιδε κατ' εκείνας τας ημέρας, ήτο ως εάν τις ήθελε συμβουλευθή τον Θεόν· ούτως ενομίζετο πάσα συμβουλή του Αχιτόφελ και εις τον Δαβίδ και εις τον Αβεσσαλώμ.

Personas y lugares de este capítulo

Del árbol genealógico y los mapas bíblicos de este sitio (en inglés), solo donde esas guías citan este capítulo.

Personas

  • Absalom

    David's rebel son

    David's handsome son who avenged Tamar, rebelled against his father, and briefly seized the throne.

    Citado en la guía: 2 Samuel 3:3; 2 Samuel 15-18

  • Ahithophel

    David's counselor, joined Absalom

    David's counselor from Giloh, whose advice was regarded like the word of God; he joined Absalom's conspiracy, advised him to take David's concubines and to pursue David at once,…

    Citado en la guía: 2 Samuel 15:12; 2 Samuel 15:31; 2 Samuel 16:23

  • David

    King of Israel

    The shepherd who became Israel's greatest king and a man after God's own heart.

    Citado en la guía: 1 Sam. 16 - 1 Kings 2; 2 Sam. 7; 1 Chron. 2:15; Matt. 1:6

  • Gera

    Father of Shimei

    Named as the father of Shimei, the Benjamite from Bahurim who cursed David.

    Citado en la guía: 2 Samuel 16:5; 2 Samuel 19:16; 1 Kings 2:8

  • Hushai

    David's friend and counselor

    David's friend, who at David's request returned to Jerusalem as Absalom's servant and defeated Ahithophel's counsel with advice Absalom judged better.

    Citado en la guía: 2 Samuel 15:32; 2 Samuel 15:37; 2 Samuel 16:16

  • Shimei

    Benjamite who cursed David

    A man of Saul's house from Bahurim, who cursed and threw stones at David as he fled Absalom and then begged forgiveness on David's return, when David swore he would not die.

    Citado en la guía: 2 Samuel 16:5; 2 Samuel 16:7; 2 Samuel 19:16

  • Ziba

    Steward of Saul's house

    A servant of Saul's family whom David summoned to find Jonathan's heir; with fifteen sons and twenty servants he was set to farm Saul's land for Mephibosheth, later brought…

    Citado en la guía: 2 Samuel 9:2; 2 Samuel 9:10; 2 Samuel 16:1

Referencias cruzadas (21)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 1 Samuel 25:18; 2 Samuel 15:32; 1 Samuel 10:3; Jeremías 40:10; 1 Crónicas 12:40
  2. 2 2 Samuel 17:29; Jueces 10:4; Jueces 5:10; 2 Samuel 15:23; Ezequiel 37:18
  3. 3 2 Samuel 9:9–10; Salmo 15:3; Salmo 88:18; 2 Samuel 19:24–30; Proverbios 1:19
  4. 4 Proverbios 18:13; Proverbios 18:17; Éxodo 23:8; Proverbios 19:2; Deuteronomio 19:15
  5. 5 2 Samuel 3:16; 1 Samuel 17:43; 1 Reyes 2:8–9; Éxodo 22:28; 1 Reyes 2:36–46
  6. 7 Deuteronomio 13:13; 1 Reyes 21:10; 1 Samuel 2:12; 1 Samuel 25:17; 2 Samuel 3:37
  7. 8 2 Samuel 1:16; 2 Samuel 3:28–29; 1 Reyes 2:32–33; Jueces 9:56–57; Jueces 9:24
  8. 9 Éxodo 22:28; 2 Samuel 9:8; 1 Samuel 24:14; 2 Samuel 3:8; 1 Pedro 2:17
  9. 10 2 Samuel 19:22; Romanos 9:20; Juan 18:11; 1 Pedro 2:23; Génesis 50:20
  10. 11 2 Crónicas 32:21; Ezequiel 20:25; Ezequiel 14:9; Isaías 10:5–7; 2 Samuel 12:11–12
  11. 12 Deuteronomio 23:5; Hebreos 12:10; Salmo 25:18; Romanos 8:28; Éxodo 2:24–25
  12. 13 Hechos 23:23
  13. 15 2 Samuel 15:37; 2 Samuel 15:12
  14. 16 2 Reyes 11:12; 1 Samuel 10:24; 1 Reyes 1:25; Mateo 21:9; 2 Samuel 15:37
  15. 17 2 Samuel 19:25; Proverbios 17:17; Proverbios 18:24; Deuteronomio 32:6; 2 Samuel 15:32–37
  16. 18 1 Samuel 16:13; 2 Samuel 5:1–3
  17. 19 2 Samuel 15:34; Salmo 55:21; 1 Samuel 28:2; Gálatas 2:13; 1 Samuel 29:8
  18. 20 Salmo 2:2; Hechos 4:23–28; Proverbios 21:30; Isaías 29:15; Salmo 37:12–13
  19. 21 2 Samuel 20:3; 2 Samuel 15:16; 2 Samuel 2:7; Levítico 18:8; Zacarías 8:13
  20. 22 2 Samuel 15:16; 2 Samuel 12:11–12; 2 Samuel 20:3; Números 25:6; Jeremías 3:3
  21. 23 2 Samuel 15:12; 2 Samuel 17:23; 2 Samuel 17:14; 1 Corintios 3:19–20; Salmo 19:7

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias

Lo que dijeron los Padres

Pasajes de los Padres de la Iglesia que comentan o citan este capítulo, tal como aparecen en la edición de Schaff (traducciones inglesas del siglo XIX, de dominio público). Los textos están en inglés.

Cómo se eligieron

«Comentario» es el comienzo de una homilía o exposición sobre este capítulo (homilías de san Juan Crisóstomo; tratados, sermones y comentarios a los Salmos de san Agustín). «Cita» es una frase en la que las notas de la propia edición identifican la cita de un versículo de este capítulo; solo se conserva si el texto coincide con el versículo. Solo se usan obras de autoría segura. Los Salmos siguen la numeración hebrea (Agustín usa la de los Setenta: su Salmo 50 es aquí el 51).

  1. Cita 16:11 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XV)

    For, "Let him curse," saith he, "for the Lord hath bidden him: that the Lord may see my humiliation, and requite me for this cursing of his on this day." And Paul too proclaims the triumph not of those only who incur danger, or are deprived of their goods, but of these also, thus saying, "Call to remembrance the former …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)