Saltar al texto

1 Samuel · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

1 Samuel 25 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Απέθανε δε ο Σαμουήλ· και συνήχθησαν πας ο Ισραήλ και έκλαυσαν αυτόν, και ενεταφίασαν αυτόν εν τω οίκω αυτού εν Ραμά. Και εσηκώθη ο Δαβίδ και κατέβη εις την έρημον Φαράν. 2 Ήτο δε άνθρωπός τις εν Μαών, του οποίου τα κτήματα ήσαν εν τω Καρμήλω, και ο άνθρωπος ήτο μέγας σφόδρα και είχε τρισχίλια πρόβατα και χιλίας αίγας· και εκούρευε τα πρόβατα αυτού εν τω Καρμήλω. 3 Το δε όνομα του ανθρώπου ήτο Νάβαλ· και το όνομα της γυναικός αυτού Αβιγαία· και η μεν γυνή ήτο καλή εις την σύνεσιν και ώραία την όψιν· ο άνθρωπος όμως σκληρός, και κακός εις τας πράξεις αυτού· ήτο δε εκ της γενεάς του Χάλεβ. 4 Και ήκουσεν ο Δαβίδ εν τη ερήμω, ότι ο Νάβαλ εκούρευε τα πρόβατα αυτού. 5 Και απέστειλεν ο Δαβίδ δέκα νέους, και είπεν ο Δαβίδ προς τους νέους, Ανάβητε εις τον Κάρμηλον και υπάγετε προς τον Νάβαλ και χαιρετήσατε αυτόν εξ ονόματός μου. 6 και θέλετε ειπεί, Να ήσαι πολυχρόνιος· ειρήνη και εις σε, ειρήνη και εις τον οίκόν σου, ειρήνη και εις πάντα όσα έχεις· 7 και τώρα ήκουσα ότι έχεις κουρευτάς· ιδού, τους ποιμένας σου, οίτινες ήσαν μεθ' ημών, δεν εβλάψαμεν αυτούς, ουδέ εχάθη τι εις αυτούς, καθ' όλον τον καιρόν καθ' ον ήσαν εν τω Καρμήλω· 8 ερώτησον τους νέους σου, και θέλουσι σοι ειπεί· ας εύρωσι λοιπόν οι νέοι ούτοι χάριν εις τους οφθαλμούς σου· διότι εις ημέραν καλήν ήλθομεν· δος, παρακαλούμεν, ό,τι έλθη εις την χείρα σου προς τους δούλους σου και προς τον υιόν σου τον Δαβίδ. 9 Και ελθόντες οι νέοι του Δαβίδ ελάλησαν προς τον Νάβαλ κατά πάντας τους λόγους τούτους εν ονόματι του Δαβίδ, και έπαυσαν. 10 Αλλ' ο Νάβαλ απεκρίθη προς τους δούλους του Δαβίδ και είπε, Τις είναι ο Δαβίδ; και τις ο υιός του Ιεσσαί; πολλοί είναι την σήμερον οι δούλοι, οίτινες αποσκιρτώσιν έκαστος από του κυρίου αυτού· 11 θέλω λάβει λοιπόν τον άρτον μου και το ύδωρ μου και το σφακτόν μου, το οποίον έσφαξα διά τους κουρευτάς μου, και δώσει εις ανθρώπους τους οποίους δεν γνωρίζω πόθεν είναι; 12 Και εστράφησαν οι νέοι του Δαβίδ εις την οδόν αυτών και ανεχώρησαν και ελθόντες απήγγειλαν προς αυτόν πάντας τους λόγους τούτους. 13 Και είπεν ο Δαβίδ προς τους άνδρας αυτού, Ζώσθητε έκαστος την ρομφαίαν αυτού. Και εζώσθησαν έκαστος την ρομφαίαν αυτού· και ο Δαβίδ ομοίως εζώσθη την ρομφαίαν αυτού· και ανέβησαν κατόπιν του Δαβίδ έως τετρακόσιοι άνδρες· διακόσιοι δε έμειναν πλησίον της αποσκευής. 14 Εις δε εκ των νέων απήγγειλε προς την Αβιγαίαν, την γυναίκα του Νάβαλ, λέγων, Ιδού, ο Δαβίδ απέστειλε μηνυτάς εκ της ερήμου διά να χαιρετήση τον κύριον ημών, και εκείνος απεδίωξεν αυτούς· 15 οι άνδρες όμως εστάθησαν πολύ καλοί προς ημάς και δεν εβλάφθημεν ουδέ εχάσαμεν ουδέν, όσον καιρόν συνανεστράφημεν μετ' αυτών, ότε ήμεθα εν τοις αγροίς· 16 ήσαν ως τείχος πέριξ ημών και νύκτα και ημέραν, καθ' όλον τον καιρόν καθ' ον ήμεθα μετ' αυτών βόσκοντες τα πρόβατα· 17 τώρα λοιπόν, γνώρισον και ιδέ τι θέλεις κάμει σύ· διότι κακόν απεφασίσθη κατά του κυρίου ημών, και κατά παντός του οίκου αυτού· επειδή είναι άνθρωπος δύστροπος, ώστε ουδείς δύναται να ομιλήση προς αυτόν. 18 Τότε έσπευσεν η Αβιγαία, και έλαβε διακοσίους άρτους, και δύο αγγεία οίνου, και πέντε πρόβατα ητοιμασμένα, και πέντε μέτρα σίτου πεφρυγανισμένου, και εκατόν δέσμας σταφίδος, και διακοσίας πήττας σύκων, και έθεσεν αυτά επί όνων. 19 Και είπε προς τους νέους αυτής, Προπορεύεσθε έμπροσθέν μου· ιδού, εγώ έρχομαι κατόπιν σας· προς τον Νάβαλ όμως τον άνδρα αυτής δεν εφανέρωσε τούτο. 20 Και καθώς αυτή, καθημένη επί του όνου, κατέβαινεν υπό την σκέπην του όρους, ιδού, ο Δαβίδ και οι άνδρες αυτού κατέβαινον προς αυτήν· και συνήντησεν αυτούς. 21 είχε δε ειπεί ο Δαβίδ, Ματαίως τωόντι εφύλαξα πάντα όσα είχεν ούτος εν τη ερήμω, και δεν εχάθη ουδέν εκ πάντων των κτημάτων αυτού· και ανταπέδωκεν εις εμέ κακόν αντί καλού· 22 ούτω να κάμη ο Θεός εις τους εχθρούς του Δαβίδ και ούτω να προσθέση, εάν έως το πρωΐ αφήσω εκ πάντων των πραγμάτων αυτού ουρούντα εις τοίχον. 23 Και καθώς είδεν η Αβιγαία τον Δαβίδ, έσπευσε και κατέβη από του όνου και έπεσεν ενώπιον του Δαβίδ κατά πρόσωπον και προσεκύνησεν έως εδάφους. 24 Και προσέπεσεν εις τους πόδας αυτού και είπεν, Επ' εμέ, επ' εμέ, κύριέ μου, ας ήναι αύτη η αδικία· και ας λαλήση, παρακαλώ, η δούλη σου εις τα ώτα σου, και άκουσον τους λόγους της δούλης σου. 25 Ας μη δώση ο κύριός μου, παρακαλώ, ουδεμίαν προσοχήν εις τούτον τον δύστροπον άνθρωπον, τον Νάβαλ· διότι κατά το όνομα αυτού, τοιούτος είναι· Νάβαλ το όνομα αυτού, και αφροσύνη μετ' αυτού· εγώ δε η δούλη σου δεν είδον τους νέους του κυρίου μου, τους οποίους απέστειλας. 26 Τώρα λοιπόν, κύριε μου, ζη Κύριος και ζη η ψυχή σου, ο Κύριος βεβαίως σε εκράτησεν από του να εμβής εις αίμα και να εκδικηθής διά της χειρός σου· τώρα δε οι εχθροί σου και οι ζητούντες κακόν εις τον κύριόν μου, ας ήναι ως ο Νάβαλ. 27 Και τώρα αύτη η προσφορά, την οποίαν η δούλη σου έφερε προς τον κύριόν μου, ας δοθή εις τους νέους τους ακολουθούντας τον κύριόν μου. 28 Συγχώρησον, παρακαλώ, το αμάρτημα της δούλης σου· διότι ο Κύριος θέλει βεβαίως κάμει εις τον κύριόν μου οίκον ασφαλή, επειδή μάχεται ο κύριός μου τας μάχας του Κυρίου, και κακία δεν ευρέθη εν σοι πώποτε. 29 Αν και εσηκώθη άνθρωπος καταδιώκων σε και ζητών την ψυχήν σου, η ψυχή όμως του κυρίου μου θέλει είσθαι δεδεμένη εις τον δεσμόν της ζωής πλησίον Κυρίου του Θεού σου· τας δε ψυχάς των εχθρών σου, ταύτας θέλει εκσφενδονίσει εκ μέσου της σφενδόνης. 30 Και όταν κάμη ο Κύριος εις τον κύριόν μου κατά πάντα τα αγαθά τα οποία ελάλησε περί σου, και σε καταστήση κυβερνήτην επί τον Ισραήλ, 31 δεν θέλει είσθαι τούτο σκάνδαλον εις σε ουδέ πρόσκομμα καρδίας εις τον κύριόν μου, ή ότι έχυσας αίμα αναίτιον, ή ότι ο κύριός μου εξεδίκησεν αυτός εαυτόν· πλην όταν ο Κύριος αγαθοποιήση τον κύριόν μου, τότε ενθυμήθητι την δούλην σου. 32 Και είπεν ο Δαβίδ προς την Αβιγαίαν, Ευλογητός Κύριος ο Θεός του Ισραήλ, όστις σε απέστειλε την ημέραν ταύτην εις συνάντησίν μου· 33 και ευλογημένη η βουλή σου και ευλογημένη συ, ήτις με εφύλαξας την ημέραν ταύτην από του να εμβώ εις αίματα και να εκδικηθώ διά της χειρός μου· 34 διότι αληθώς, ζη Κύριος ο Θεός του Ισραήλ, όστις με εμπόδισεν από του να σε κακοποιήσω, εάν δεν ήθελες σπεύσει να έλθης εις συνάντησίν μου, δεν ήθελε μείνει εις τον Νάβαλ έως της αυγής ουρών εις τοίχον. 35 Και έλαβεν ο Δαβίδ εκ της χειρός αυτής τα όσα έφερε προς αυτόν· και είπε προς αυτήν, Ανάβα προς τον οίκόν σου εν ειρήνη· βλέπε, εισήκουσα της φωνής σου και ετίμησα το πρόσωπόν σου. 36 Και ήλθεν η Αβιγαία προς τον Νάβαλ· και ιδού, είχε συμπόσιον εν τω οίκω αυτού, ως συμπόσιον βασιλέως· και η καρδία του Νάβαλ ήτο εύθυμος εν αυτώ, και ήτο εις άκρον μεθυσμένος· όθεν δεν απήγγειλε προς αυτόν ουδέν, μικρόν μέγα, έως της αυγής. 37 Το πρωΐ όμως, αφού ο Νάβαλ εξεμέθυσεν, εφανέρωσε προς αυτόν η γυνή αυτού τα πράγματα ταύτα· και ενεκρώθη η καρδία αυτού εντός αυτού και έγεινεν ως λίθος. 38 Και μετά δέκα ημέρας περίπου επάταξεν ο Κύριος τον Νάβαλ, και απέθανε. 39 Και ότε ήκουσεν ο Δαβίδ ότι απέθανεν ο Νάβαλ, είπεν, Ευλογητός Κύριος, όστις έκρινε την κρίσιν μο περί του ονειδισμού μου του γενομένου παρά του Νάβαλ, και ημπόδισε τον δούλον αυτού από κακού· και την κακίαν του Νάβαλ έστρεψεν ο Κύριος κατά της κεφαλής αυτού. Και απέστειλεν ο Δαβίδ και ελάλησε προς την Αβιγαίαν, διά να λάβη αυτήν γυναίκα εις εαυτόν. 40 Και ελθόντες οι δούλοι του Δαβίδ προς την Αβιγαίαν εις τον Κάρμηλον, ελάλησαν προς αυτήν, λέγοντες, Ο Δαβίδ απέστειλεν ημάς προς σε, διά να σε λάβη γυναίκα εις εαυτόν. 41 Και εσηκώθη και προσεκύνησε κατά πρόσωπον έως εδάφους και είπεν, Ιδού, ας ήναι η δούλη σου θεράπαινα διά να πλύνη τους πόδας των δούλων του κυρίου μου. 42 Και έσπευσεν η Αβιγαία και εσηκώθη και ανέβη επί του όνου, μετά πέντε κορασίων αυτής ακολουθούντων οπίσω αυτής· και υπήγε κατόπιν των απεσταλμένων του Δαβίδ και έγεινε γυνή αυτού. 43 Έλαβεν ο Δαβίδ και την Αχινοάμ από Ιεζραέλ· και ήσαν αμφότεραι γυναίκες αυτού. 44 Ο δε Σαούλ είχε δώσει Μιχάλ, την θυγατέρα αυτού, την γυναίκα του Δαβίδ, εις τον Φαλτί τον υιόν του Λαείς, τον από Γαλλείμ.

Personas y lugares de este capítulo

Del árbol genealógico y los mapas bíblicos de este sitio (en inglés), solo donde esas guías citan este capítulo.

Personas

  • Abigail

    Wise widow who married David

    The intelligent and beautiful wife of Nabal, who met David with provisions and turned aside his vengeance, then became his wife after Nabal's death and bore Chileab.

    Citado en la guía: 1 Samuel 25:3; 1 Samuel 25:18; 1 Samuel 25:42

  • Ahinoam

    Wife of David, mother of Amnon

    A woman of Jezreel whom David married; she went with him to Gath, was captured by the Amalekites at Ziklag and rescued, and bore his firstborn Amnon in Hebron.

    Citado en la guía: 1 Samuel 25:43; 1 Samuel 27:3; 1 Samuel 30:5

  • David

    King of Israel

    The shepherd who became Israel's greatest king and a man after God's own heart.

    Citado en la guía: 1 Sam. 16 - 1 Kings 2; 2 Sam. 7; 1 Chron. 2:15; Matt. 1:6

  • Laish

    Father of Palti

    Named as the father of Palti (Paltiel), to whom Saul gave Michal; Palti is described as being from Gallim.

    Citado en la guía: 1 Samuel 25:44; 2 Samuel 3:15

  • Nabal

    Wealthy, harsh Calebite

    A very wealthy Calebite of Maon with a thousand goats and three thousand sheep, who insulted David's men and died about ten days after the LORD struck him.

    Citado en la guía: 1 Samuel 25:3; 1 Samuel 25:10; 1 Samuel 25:38

  • Paltiel

    Michal's second husband

    Palti son of Laish, from Gallim, to whom Saul gave his daughter Michal; he followed her weeping to Bahurim when Ish-bosheth took her from him for David.

    Citado en la guía: 1 Samuel 25:44; 2 Samuel 3:15

Referencias cruzadas (44)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 1 Samuel 28:3; Números 20:29; Deuteronomio 34:8; 2 Crónicas 33:20; Hechos 8:2
  2. 2 Josué 15:55; 1 Samuel 23:24; Génesis 38:13; Lucas 16:19–25; Job 42:12
  3. 3 Proverbios 14:1; Proverbios 31:10; Isaías 32:5–7; Salmo 10:3; Proverbios 31:30–31
  4. 4 2 Samuel 13:23; Génesis 38:13
  5. 5 Génesis 43:23; 1 Samuel 17:22
  6. 6 1 Crónicas 12:18; Salmo 122:7; 1 Timoteo 5:6; Lucas 10:5; 2 Tesalonicenses 3:16
  7. 7 1 Samuel 25:21; 1 Samuel 25:15–16; Isaías 11:6–9; Filipenses 2:15; Lucas 3:14
  8. 8 Ester 9:19; Nehemías 8:10–12; Eclesiastés 11:2; 1 Samuel 24:11; 1 Samuel 3:6
  9. 9 2 Crónicas 14:7; Génesis 8:4; 2 Reyes 2:15
  10. 10 Jueces 9:28; Salmo 73:7–8; 2 Samuel 20:1; Isaías 32:7; Isaías 32:5
  11. 11 Jueces 8:6; Gálatas 6:10; Deuteronomio 8:17; 1 Samuel 24:13; 1 Samuel 25:14–15
  12. 12 2 Samuel 24:13; Hebreos 13:17; Isaías 36:21–22
  13. 13 1 Samuel 23:13; Proverbios 19:2; 1 Samuel 30:21–24; Romanos 12:19–21; Proverbios 19:11
  14. 14 1 Samuel 13:10; Marcos 15:29
  15. 15 1 Samuel 25:7; 1 Samuel 25:21; Filipenses 2:15
  16. 16 Job 1:10; Éxodo 14:22; Zacarías 2:5; Jeremías 15:20
  17. 17 Deuteronomio 13:13; 1 Samuel 20:7; 1 Samuel 25:25; 1 Samuel 20:9; 1 Samuel 2:12
  18. 18 2 Samuel 16:1; Proverbios 18:16; Proverbios 6:4–5; Mateo 5:25; Génesis 43:11–14
  19. 19 Génesis 32:20; Génesis 32:16; Proverbios 31:11–12; Proverbios 31:27
  20. 20 2 Reyes 4:24
  21. 21 Proverbios 17:13; Efesios 4:26; Romanos 12:21; Efesios 4:31; 1 Pedro 2:20–23
  22. 22 1 Reyes 14:10; 1 Samuel 20:13; 1 Samuel 3:17; 1 Reyes 21:21; 2 Reyes 9:8
  23. 23 1 Samuel 20:41; Josué 15:18; Jueces 1:14; 1 Samuel 24:8
  24. 24 2 Samuel 14:9; Ester 8:3; 1 Samuel 25:28; Filemón 18–19; 2 Reyes 4:37
  25. 25 1 Samuel 25:17; Malaquías 2:2; 2 Samuel 13:33; Isaías 42:25; 1 Samuel 25:26
  26. 26 2 Samuel 18:32; Romanos 12:19–20; Génesis 20:6; Salmo 18:47–48; Hebreos 10:30
  27. 27 1 Samuel 30:26; Génesis 33:11; 2 Reyes 5:15; 2 Samuel 16:2; 2 Corintios 9:5
  28. 28 1 Samuel 18:17; 2 Samuel 7:11; 1 Crónicas 17:25; 1 Samuel 24:11; 1 Crónicas 17:10
  29. 29 Juan 17:21; Malaquías 3:17; Mateo 10:29–30; Jeremías 10:18; Salmo 116:15
  30. 30 1 Samuel 13:14; 1 Samuel 23:17; Salmo 89:20; 1 Samuel 15:28
  31. 31 Génesis 40:14; 1 Samuel 25:33; Romanos 12:19; Lucas 23:42; Salmo 94:1
  32. 32 Lucas 1:68; Salmo 72:18; Génesis 24:27; Éxodo 18:10; Esdras 7:27
  33. 33 1 Samuel 25:26; Proverbios 28:23; Proverbios 27:21; Proverbios 9:9; Proverbios 17:10
  34. 34 Josué 10:6; 1 Samuel 11:11; 1 Samuel 25:18; 1 Samuel 25:26; Josué 10:9
  35. 35 1 Samuel 20:42; 2 Reyes 5:19; Génesis 19:21; Lucas 8:48; Job 34:19
  36. 36 2 Samuel 13:23; 1 Tesalonicenses 5:7–8; 2 Samuel 13:28; Proverbios 20:1; 1 Samuel 25:19
  37. 37 Job 15:21–22; Proverbios 23:29–35; 1 Samuel 25:34; 1 Samuel 25:22; Deuteronomio 28:28
  38. 38 1 Samuel 25:33; 2 Samuel 6:7; 1 Samuel 26:10; 2 Crónicas 10:15; 2 Reyes 19:35
  39. 39 1 Samuel 25:34; Proverbios 22:23; 1 Samuel 25:26; Salmo 7:16; 1 Samuel 25:32
  40. 40 Génesis 24:51; Génesis 24:37–38
  41. 41 1 Timoteo 5:10; Rut 2:10; Juan 13:3–5; Génesis 18:4; Proverbios 18:12
  42. 42 Génesis 24:61–67; Salmo 45:10–11
  43. 43 1 Samuel 27:3; 1 Samuel 30:5; Josué 15:56; 2 Samuel 3:2; Mateo 19:8
  44. 44 1 Samuel 18:27; 2 Samuel 3:14; Isaías 10:30; 1 Samuel 18:20

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias