Saltar al texto

2 Samuel · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

2 Samuel 6 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Και πάλιν συνήθροισεν ο Δαβίδ πάντας τους εκλεκτούς εκ του Ισραήλ, τριάκοντα χιλιάδας. 2 Και εσηκώθη ο Δαβίδ και υπήγε, και πας ο λαός ο μετ' αυτού, από Βάαλ του Ιούδα, διά να αναγάγη εκείθεν την κιβωτόν του Θεού, εις την οποίαν επικαλείται το Όνομα, το όνομα του Κυρίου των δυνάμεων, του καθημένου υπεράνω αυτής επί των χερουβείμ. 3 Και επεβίβασαν την κιβωτόν του Θεού επί νέας αμάξης και εσήκωσαν αυτήν εκ του οίκου του Αβιναδάβ, του εν τω βουνώ· ώδήγησαν δε την άμαξαν την νέαν ο Ουζά και Αχιώ, υιοί του Αβιναδάβ. 4 Και εσήκωσαν αυτήν από του οίκου του Αβιναδάβ, του εν τω βουνώ, μετά της κιβωτού του Θεού· και ο Αχιώ προεπορεύετο της κιβωτού. 5 Ο δε Δαβίδ και πας ο οίκος του Ισραήλ έπαιζον έμπροσθεν του Κυρίου παν είδος οργάνων από ξύλου ελάτης και κιθάρας και ψαλτήρια και τύμπανα και σείστρα και κύμβαλα. 6 Και ότε ήλθον έως του αλωνίου του Ναχών, εξήπλωσεν ο Ουζά την χείρα αυτού εις την κιβωτόν του Θεού και εκράτησεν αυτήν· διότι έσεισαν αυτήν οι βόες. 7 Και εξήφθη ο θυμός του Κυρίου κατά του Ουζά· και επάταξεν αυτόν ο Θεός εκεί διά την προπέτειαν αυτού· και απέθανεν εκεί παρά την κιβωτόν του Θεού. 8 Και ελυπήθη ο Δαβίδ, ότι ο Κύριος έκαμε χαλασμόν εις τον Ουζά· και εκάλεσε το όνομα του τόπου Φαρές-ουζά, έως της ημέρας ταύτης. 9 Και εφοβήθη ο Δαβίδ τον Κύριον την ημέραν εκείνην και είπε, πως θέλει εισέλθει προς εμέ η κιβωτός του Κυρίου; 10 Και δεν ηθέλησεν ο Δαβίδ να μετακινήση την κιβωτόν του Κυρίου προς εαυτόν εις την πόλιν Δαβίδ, αλλ' έστρεψεν αυτήν ο Δαβίδ εις τον οίκον Ωβήδ-εδώμ του Γετθαίου. 11 Και εκάθησεν η κιβωτός του Κυρίου εν τω οίκω Ωβήδ-εδώμ του Γετθαίου τρεις μήνας· και ευλόγησεν ο Κύριος τον Ωβήδ-εδώμ και πάντα τον οίκον αυτού. 12 Και απήγγειλαν προς τον βασιλέα Δαβίδ, λέγοντες, Ο Κύριος ευλόγησε τον οίκον του Ωβήδ-εδώμ και πάντα τα υπάρχοντα αυτού ένεκα της κιβωτού του Θεού. Τότε υπήγεν ο Δαβίδ και ανεβίβασε την κιβωτόν του Θεού εκ του οίκου του Ωβήδ-εδώμ εις την πόλιν Δαβίδ εν ευφροσύνη. 13 Και ότε εβάδιζον οι βαστάζοντες την κιβωτόν του Κυρίου εξ βήματα, εθυσίαζον βουν και σιτευτόν. 14 Και εχόρευεν ο Δαβίδ ενώπιον του Κυρίου εξ όλης δυνάμεως· και ήτο ο Δαβίδ περιεζωσμένος λινούν εφόδ. 15 Και ο Δαβίδ και πας ο οίκος Ισραήλ ανεβίβασαν την κιβωτόν του Κυρίου εν αλαλαγμώ και εν φωνή σάλπιγγος. 16 Ενώ δε η κιβωτός του Κυρίου εισήρχετο εις την πόλιν Δαβίδ, Μιχάλ, η θυγάτηρ του Σαούλ, έκυψε διά της θυρίδος, και ιδούσα τον βασιλέα Δαβίδ ορχούμενον και χορεύοντα ενώπιον του Κυρίου, εξουδένωσεν αυτόν εν τη καρδία αυτής. 17 Και έφεραν την κιβωτόν του Κυρίου και έθεσαν αυτήν εις τον τόπον αυτής, εις το μέσον της σκηνής την οποίαν έστησε δι' αυτήν ο Δαβίδ· και προσέφερεν ο Δαβίδ ολοκαυτώματα και ειρηνικάς προσφοράς ενώπιον του Κυρίου. 18 Και αφού ετελείωσεν ο Δαβίδ προσφέρων τα ολοκαυτώματα και τας ειρηνικάς προσφοράς, ευλόγησε τον λαόν εν ονόματι του Κυρίου των δυνάμεων. 19 Και διεμοίρασεν εις πάντα τον λαόν, εις άπαν το πλήθος του Ισραήλ, από ανδρός έως γυναικός, εις έκαστον άνθρωπον εν ψωμίον και εν τμήμα κρέατος και μίαν φιάλην οίνου. Τότε πας ο λαός ανεχώρησεν, έκαστος εις την οικίαν αυτού. 20 Και επέστρεψεν ο Δαβίδ διά να ευλογήση τον οίκον αυτού. Και εξελθούσα Μιχάλ, η θυγάτηρ του Σαούλ, εις συνάντησιν του Δαβίδ, είπε, Πόσον ένδοξος ήτο σήμερον ο βασιλεύς του Ισραήλ, όστις εγυμνώθη σήμερον εις τους οφθαλμούς των θεραπαινίδων των δούλων αυτού, καθώς γυμνόνεται αναισχύντως εις των μηδαμινών ανθρώπων. 21 Και είπεν ο Δαβίδ προς την Μιχάλ, Ενώπιον του Κυρίου, όστις με εξέλεξεν υπέρ τον πατέρα σου και υπέρ πάντα τον οίκον αυτού, ώστε να με καταστήση ηγεμόνα επί τον λαόν του Κυρίου, επί τον Ισραήλ, ναι, ενώπιον του Κυρίου έπαιξα· 22 και θέλω εξευτελισθή έτι περισσότερον και θέλω ταπεινωθή εις τους οφθαλμούς μου· και μετά των θεραπαινίδων, περί των οποίων συ ελάλησας, μετ' αυτών θέλω δοξασθή. 23 Διά τούτο η Μιχάλ, η θυγάτηρ του Σαούλ, δεν εγέννησε τέκνον έως της ημέρας του θανάτου αυτής.

Personas y lugares de este capítulo

Del árbol genealógico y los mapas bíblicos de este sitio (en inglés), solo donde esas guías citan este capítulo.

Personas

  • Abinadab

    Keeper of the ark's house

    The men of Kiriath-jearim brought the ark of the LORD into his house on the hill, where his son Eleazar guarded it; his sons Uzzah and Ahio later guided the new cart that carried…

    Citado en la guía: 1 Samuel 7:1; 2 Samuel 6:3; 1 Chronicles 13:7

  • Ahio

    Guided the ark's cart

    Son of Abinadab who walked in front of the ark while he and his brother Uzzah guided the new cart.

    Citado en la guía: 2 Samuel 6:3; 2 Samuel 6:4; 1 Chronicles 13:7

  • David

    King of Israel

    The shepherd who became Israel's greatest king and a man after God's own heart.

    Citado en la guía: 1 Sam. 16 - 1 Kings 2; 2 Sam. 7; 1 Chron. 2:15; Matt. 1:6

  • Michal

    David's first wife

    Saul's daughter who loved David and became his first wife amid her father's schemes.

    Citado en la guía: 1 Samuel 18:20-27; 2 Samuel 6:16-23

  • Obed-edom

    Host of the ark

    The Gittite in whose house David left the ark of the LORD for three months; the LORD blessed him and all his household. 1 Chronicles 16:38 names 'Obed-edom son of Jeduthun' among…

    Citado en la guía: 2 Samuel 6:10; 2 Samuel 6:11; 2 Samuel 6:12

  • Uzzah

    Struck dead touching the ark

    Son of Abinadab who, with his brother Ahio, guided the new cart carrying the ark; when the oxen stumbled he took hold of the ark and God struck him down beside it.

    Citado en la guía: 2 Samuel 6:3; 2 Samuel 6:6; 2 Samuel 6:7

Referencias cruzadas (23)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 1 Crónicas 13:1–4; 1 Crónicas 13:6–14; 1 Reyes 8:1; Salmo 132:1–6
  2. 2 1 Samuel 4:4; Salmo 80:1; 1 Crónicas 13:5–6; Éxodo 25:18–22; 1 Samuel 7:1
  3. 3 1 Samuel 6:7; Números 7:4–9
  4. 4 1 Crónicas 13:7; 1 Samuel 7:1–2
  5. 5 Salmo 150:3–5; 1 Crónicas 13:8; Amós 5:23; Salmo 68:25–27; 1 Crónicas 15:10–24
  6. 6 1 Crónicas 13:9; Números 4:15; Números 4:19–20
  7. 7 1 Samuel 6:19; 1 Crónicas 15:13; 1 Crónicas 13:10; 1 Crónicas 15:2; 1 Corintios 11:30–32
  8. 8 1 Crónicas 13:11–12; Jonás 4:1; Jonás 4:9
  9. 9 Salmo 119:120; 1 Crónicas 13:11–12; Números 17:12–13; 1 Samuel 6:20; 1 Reyes 8:27
  10. 10 1 Crónicas 26:4–8; 1 Crónicas 13:13–14; 2 Samuel 15:19; 1 Crónicas 16:5; 2 Samuel 4:3
  11. 11 Génesis 39:5; Génesis 30:27; Proverbios 3:9–10; Malaquías 3:10; Génesis 39:23
  12. 12 1 Crónicas 15:25–16:3; 1 Reyes 8:1; Mateo 10:42; Salmo 68:24–27; Salmo 24:7–10
  13. 13 1 Crónicas 15:15; 1 Reyes 8:5; Números 4:15; Números 7:9; 1 Crónicas 15:2
  14. 14 1 Samuel 2:18; Éxodo 15:20; Salmo 149:3; Salmo 150:4; Jueces 11:34
  15. 15 Salmo 68:24–27; Salmo 47:1; Josué 6:4–5; Números 10:1–10; Salmo 47:5–6
  16. 16 1 Corintios 2:14; 1 Crónicas 15:29; 2 Samuel 3:14; Hechos 2:13; Salmo 69:7
  17. 17 2 Crónicas 1:4; 1 Crónicas 15:1; Salmo 132:8; 1 Reyes 8:5; 1 Reyes 8:62–65
  18. 18 1 Crónicas 16:2; 1 Reyes 8:55; 1 Reyes 8:14; Hechos 3:26; 2 Crónicas 6:3
  19. 19 Nehemías 8:10; 1 Reyes 8:66; 2 Crónicas 30:24; 2 Crónicas 7:10; Ezequiel 45:17
  20. 20 2 Samuel 6:16; 2 Samuel 6:14; Jueces 9:4; Marcos 3:21; Filipenses 2:7–8
  21. 21 Hechos 13:22; 2 Samuel 6:16; Salmo 89:19–20; 1 Samuel 13:14; 1 Samuel 15:28
  22. 22 1 Pedro 4:14; Hebreos 12:2; Isaías 51:7; 1 Timoteo 1:15; Mateo 5:11–12
  23. 23 Mateo 1:25

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias