Saltar al texto

Génesis · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Génesis 30 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Και ότε είδεν η Ραχήλ ότι δεν ετεκνοποίησεν εις τον Ιακώβ, εφθόνησεν η Ραχήλ την αδελφήν αυτής· και είπε προς τον Ιακώβ, Δος μοι τέκνα· ειδέ μη, εγώ αποθνήσκω. 2 Και εξήφθη ο θυμός του Ιακώβ κατά της Ραχήλ και είπε, Μήπως είμαι εγώ αντί του Θεού όστις σε εστέρησεν από καρπού κοιλίας; 3 Η δε είπεν, Ιδού, η θεράπαινά μου Βαλλά· είσελθε προς αυτήν, και θέλει γεννήσει επί των γονάτων μου, διά να αποκτήσω και εγώ τέκνα εξ αυτής. 4 Και έδωκεν εις αυτόν την Βαλλάν την θεράπαιναν αυτής διά γυναίκα· και εισήλθεν ο Ιακώβ προς αυτήν. 5 Και συνέλαβεν η Βαλλά, και εγέννησεν υιόν εις τον Ιακώβ· 6 και είπεν η Ραχήλ, Ο Θεός με έκρινε και ήκουσε και την φωνήν μου και μοι έδωκεν υιόν· διά τούτο εκάλεσε το όνομα αυτού Δαν. 7 Και συνέλαβε πάλιν η Βαλλά, η θεράπαινα της Ραχήλ, και εγέννησε δεύτερον υιόν εις τον Ιακώβ· 8 και είπεν η Ραχήλ, Δυνατήν πάλην επάλαισα μετά της αδελφής μου, και υπερίσχυσα· και εκάλεσε το όνομα αυτού Νεφθαλί. 9 Και ότε είδεν η Λεία ότι έπαυσε να γεννά, έλαβε την Ζελφάν την θεράπαιναν αυτής, και έδωκεν αυτήν εις τον Ιακώβ διά γυναίκα. 10 Και η Ζελφά, η θεράπαινα της Λείας, εγέννησεν υιόν εις τον Ιακώβ· 11 και είπεν η Λεία, Ευτυχία έρχεται· και εκάλεσε το όνομα αυτού Γαδ. 12 Και εγέννησεν η Ζελφά, η θεράπαινα της Λείας, δεύτερον υιόν εις τον Ιακώβ· 13 και είπεν η Λεία, Μακαρία εγώ, διότι θέλουσι με μακαρίζει αι γυναίκες· και εκάλεσε το όνομα αυτού Ασήρ. 14 Και υπήγεν ο Ρουβήν εν ταις ημέραις του θερισμού του σίτου και εύρηκε μανδραγόρας εν τω αγρώ, και έφερεν αυτούς προς την Λείαν την μητέρα αυτού. Είπε δε η Ραχήλ προς την Λείαν, Δος μοι, παρακαλώ, από τους μανδραγόρας του υιού σου. 15 Η δε είπε προς αυτήν, Μικρόν πράγμα είναι, ότι έλαβες τον άνδρα μου; και θέλεις να λάβης και τους μανδραγόρας του υιού μου; και η Ραχήλ είπε, Λοιπόν ας κοιμηθή μετά σου ταύτην την νύκτα, διά τους μανδραγόρας του υιού σου. 16 Και ήλθεν ο Ιακώβ το εσπέρας εκ του αγρού, και εξελθούσα η Λεία εις συνάντησιν αυτού, είπε, Προς εμέ θέλεις εισέλθει, διότι σε εμίσθωσα τωόντι με τους μανδραγόρας του υιού μου. Και εκοιμήθη μετ' αυτής εκείνην την νύκτα. 17 Και εισήκουσεν ο Θεός της Λείας· και συνέλαβε και εγέννησεν εις τον Ιακώβ πέμπτον υιόν. 18 Και είπεν η Λεία, Εδωκέ μοι ο Θεός τον μισθόν μου, διότι έδωκα την θεράπαινάν μου εις τον άνδρα μου· και εκάλεσε το όνομα αυτού Ισσάχαρ. 19 Και συνέλαβεν ακόμη η Λεία, και εγέννησεν έκτον υιόν εις τον Ιακώβ· 20 και είπεν η Λεία, Με επροίκισεν ο Θεός με καλήν προίκα· τώρα θέλει κατοικήσει μετ' εμού ο ανήρ μου, διότι εγέννησα εις αυτόν εξ υιούς· και εκάλεσε το όνομα αυτού Ζαβουλών. 21 Και μετά ταύτα εγέννησε θυγατέρα, και εκάλεσε το όνομα αυτής Δείναν. 22 Ενεθυμήθη δε ο Θεός την Ραχήλ και εισήκουσεν αυτής ο Θεός, και ήνοιξε την μήτραν αυτής· 23 και συνέλαβε, και εγέννησεν υιόν· και είπεν, Ο Κύριος αφήρεσε το όνειδός μου. 24 Και εκάλεσε το όνομα αυτού Ιωσήφ, λέγουσα, Ο Θεός να προσθέση εις εμέ και άλλον υιόν. 25 Και αφού η Ραχήλ εγέννησε τον Ιωσήφ, είπεν ο Ιακώβ προς τον Λάβαν, Εξαπόστειλόν με, διά να απέλθω εις τον τόπον μου, και εις την πατρίδα μου· 26 δος μοι τας γυναίκάς μου και τα παιδία μου, διά τας οποίας σε εδούλευσα διά να απέλθω· διότι συ γνωρίζεις την δούλευσίν μου, την οποίαν σε εδούλευσα. 27 Είπε δε προς αυτόν ο Λάβαν, Παρακαλώ σε, να εύρω χάριν έμπροσθέν σου· εγνώρισα εκ πείρας, ότι ο Κύριος με ευλόγησεν εξ αιτίας σου. 28 Και είπε, Διόρισόν μοι τον μισθόν σου, και θέλω σοι δώσει αυτόν. 29 Ο δε είπε προς αυτόν, Συ γνωρίζεις τίνι τρόπω σε εδούλευσα, και πόσα έγειναν τα κτήνη σου μετ' εμού· 30 διότι όσα είχες προ εμού ήσαν ολίγα, και τώρα ηύξησαν εις πλήθος· και ο Κύριος σε ευλόγησε με την έλευσίν μου· και τώρα πότε θέλω προβλέψει και εγώ διά τον οίκόν μου; 31 Ο δε είπε, Τι να σοι δώσω; Και ο Ιακώβ είπε, δεν θέλεις μοι δώσει ουδέν· εάν κάμης εις εμέ το πράγμα τούτο, πάλιν θέλω ποιμαίνει το ποίμνιόν σου και φυλάττει αυτό· 32 να περάσω σήμερον διά μέσον όλου του ποιμνίου σου, διαχωρίζων εκείθεν παν πρόβατον έχον ποικίλματα και κηλίδας, και παν το μελανωπόν μεταξύ των αρνίων, και το έχον κηλίδας και ποικίλματα μεταξύ των αιγών· και ταύτα να ήναι ο μισθός μου· 33 και εις το εξής η δικαιοσύνη μου θέλει μαρτυρήσει περί εμού, όταν έλθη έμπροσθέν σου διά τον μισθόν μου· παν ό,τι δεν είναι με ποικίλματα και κηλίδας μεταξύ των αιγών, και μελανωπόν μεταξύ των αρνίων, θέλει λογισθή κλεμμένον υπ' εμού. 34 Και είπεν ο Λάβαν, Ιδού, έστω κατά τον λόγον σου. 35 Και την ημέραν εκείνην διεχώρισε τους τράγους τους παρδαλούς και κηλιδωτούς και πάσας τας αίγας όσαι είχον ποικίλματα και κηλίδας, πάντα όσα ήσαν διάλευκα, και πάντα τα μελανωπά μεταξύ των αρνίων, και έδωκεν αυτά εις τας χείρας των υιών αυτού· 36 και έθεσε τριών ημερών οδόν μεταξύ εαυτού και του Ιακώβ· ο δε Ιακώβ εποίμαινε το υπόλοιπον του ποιμνίου του Λάβαν. 37 Και έλαβεν εις εαυτόν ο Ιακώβ ράβδους χλωράς εκ λεύκης και καρύας και πλατάνου και εξελέπισεν αυτάς κατά λεπίσματα λευκά, ώστε εφαίνετο το λευκόν το εις τας ράβδους· 38 και έθεσε τας ράβδους, τας οποίας εξελέπισεν, εις τα αυλάκια του ύδατος, εις τας ποτίστρας, όπου τα ποίμνια ήρχοντο να πίνωσι, διά να συλλαμβάνωσι τα ποίμνια ενώ ήρχοντο να πίνωσι. 39 Και συνελάμβανον τα ποίμνια βλέποντα τας ράβδους, και εγέννων πρόβατα παρδαλά, ποικίλα και κηλιδωτά. 40 Διεχώρισε δε ο Ιακώβ τα αρνία, και έστρεψε τα πρόσωπα των προβάτων του ποιμνίου του Λάβαν προς τα παρδαλά και προς πάντα τα μελανωπά· τα δε εαυτού ποίμνια έθεσε χωριστά, και δεν έθεσεν αυτά μετά των προβάτων του Λάβαν. 41 Και καθ' ον καιρόν τα πρώϊμα πρόβατα ήρχοντο εις σύλληψιν, ο Ιακώβ έθετε τας ράβδους εις τα αυλάκια έμπροσθεν των οφθαλμών του ποιμνίου, διά να συλλαμβάνωσι βλέποντα προς τας ράβδους· 42 ότε δε τα πρόβατα ήσαν όψιμα, δεν έθετεν αυτάς· και ούτω τα όψιμα ήσαν του Λάβαν, τα δε πρώϊμα του Ιακώβ. 43 Και ηύξησεν ο άνθρωπος σφόδρα σφόδρα, και απέκτησε ποίμνια πολλά και δούλας και δούλους και καμήλους και όνους.

Personas y lugares de este capítulo

Del árbol genealógico y los mapas bíblicos de este sitio (en inglés), solo donde esas guías citan este capítulo.

Personas

  • Asher

    Son of Jacob

    Second son of Zilpah, whose name means 'happy' or 'blessed.'

    Citado en la guía: Genesis 30:12–13; 49:20

  • Bilhah

    Servant, mother of two tribes

    Rachel's servant who became mother of Dan and Naphtali.

    Citado en la guía: Genesis 30:1-8

  • Dan

    Son of Jacob

    First son of Bilhah, whose name means 'he has judged.'

    Citado en la guía: Genesis 30:1–6; 49:16–18

  • Dinah

    Daughter of Jacob

    The one named daughter of Jacob, at the center of a grievous episode at Shechem.

    Citado en la guía: Genesis 30:21; 34

  • Gad

    Son of Jacob

    First son of Zilpah, whose name speaks of good fortune.

    Citado en la guía: Genesis 30:9–11; 49:19

  • Issachar

    Son of Jacob

    A son of Leah, likened to a strong donkey bearing its burden.

    Citado en la guía: Genesis 30:14–18; 49:14–15

  • Jacob

    Father of the tribes

    He wrestled with God through the night and rose as Israel, father of twelve tribes.

    Citado en la guía: Genesis 25–35; 46–49

  • Leah

    Matriarch, mother of Judah

    Jacob's first wife, the unloved sister who became mother of six tribes and Dinah.

    Citado en la guía: Genesis 29-30

  • Naphtali

    Son of Jacob

    Second son of Bilhah, likened to a doe set free.

    Citado en la guía: Genesis 30:7–8; 49:21

  • Rachel

    Matriarch, mother of Joseph

    Jacob's beloved wife, mother of Joseph and Benjamin, who died in childbirth.

    Citado en la guía: Genesis 29-35

  • Zebulun

    Son of Jacob

    The last son of Leah, foretold to dwell by the seashore.

    Citado en la guía: Genesis 30:19–20; 49:13

  • Zilpah

    Servant, mother of two tribes

    Leah's servant who became mother of Gad and Asher.

    Citado en la guía: Genesis 30:9-13

Referencias cruzadas (32)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 Job 5:2; Génesis 29:31; Génesis 37:11; Proverbios 14:30; 1 Corintios 3:3
  2. 2 Génesis 16:2; Salmo 127:3; 2 Reyes 5:7; Génesis 50:19; 1 Samuel 1:5
  3. 3 Génesis 50:23; Job 3:12; Génesis 16:2–3; Génesis 30:9; Rut 4:11
  4. 4 Génesis 35:22; Génesis 21:10; Génesis 22:24; Génesis 33:2; 2 Samuel 12:11
  5. 6 Lamentaciones 3:59; Salmo 43:1; Salmo 35:24; Génesis 49:16–17; Génesis 35:25
  6. 8 Génesis 32:24–25; Génesis 49:21; Génesis 23:6; Mateo 4:13; Deuteronomio 33:23
  7. 9 Génesis 30:4; Génesis 29:35; Génesis 30:17; Génesis 16:3
  8. 11 Génesis 49:19; Deuteronomio 33:20–21; Isaías 65:11; Génesis 35:26; Génesis 46:16
  9. 13 Lucas 1:48; Génesis 35:26; Génesis 49:20; Cantar de los Cantares 6:9; Proverbios 31:28
  10. 14 Cantar de los Cantares 7:13; Génesis 25:30
  11. 15 Números 16:13; 1 Corintios 4:3; Números 16:9–10; Isaías 7:13; Ezequiel 16:47
  12. 17 Éxodo 3:7; 1 Samuel 1:20; 1 Samuel 1:26–27; Lucas 1:13; Génesis 30:22
  13. 18 Génesis 49:14–15; Génesis 35:23; Deuteronomio 33:18; Génesis 46:13; 1 Crónicas 12:32
  14. 20 Génesis 49:13; Génesis 35:23; Mateo 4:13; Jueces 5:14; Jueces 4:10
  15. 21 Génesis 34:1–3; Génesis 34:26; Génesis 46:15
  16. 22 Génesis 29:31; Salmo 113:9; 1 Samuel 1:19–20; Génesis 25:21; Salmo 127:3
  17. 23 Lucas 1:25; Génesis 29:31; Lucas 1:27; 1 Samuel 1:5–6; Isaías 4:1
  18. 24 Génesis 35:24; Génesis 49:22–26; Génesis 37:2; Apocalipsis 7:8; Hebreos 11:21–22
  19. 25 Génesis 24:54; Génesis 24:56; Génesis 26:3; Génesis 28:15; Génesis 28:13
  20. 26 Génesis 29:30; Oseas 12:12; Génesis 31:6; Génesis 29:19–20; Génesis 31:31
  21. 27 Génesis 26:24; Isaías 61:9; Hechos 7:10; Rut 2:13; Génesis 39:21–23
  22. 28 Génesis 29:15; Génesis 29:19
  23. 29 Génesis 31:6; Génesis 31:38–40; 1 Pedro 2:18; Colosenses 3:22–25; Génesis 30:5
  24. 30 1 Timoteo 5:8; 2 Corintios 12:14; Deuteronomio 11:10
  25. 31 Hebreos 13:5; Salmo 118:8; 2 Samuel 21:4–6
  26. 32 Génesis 31:8; Génesis 31:10; Génesis 30:35
  27. 33 1 Samuel 26:23; Salmo 37:6; Génesis 31:37; 2 Samuel 22:21; Isaías 59:12
  28. 34 1 Corintios 14:5; 1 Corintios 7:7; Gálatas 5:12; Números 22:29
  29. 35 Génesis 31:9
  30. 37 Ezequiel 31:8; Génesis 31:9–13
  31. 39 Éxodo 12:35–36; Génesis 31:40; Génesis 31:38; Génesis 31:42; Génesis 31:9–12
  32. 43 Génesis 26:13–14; Génesis 24:35; Génesis 30:30; Génesis 13:2; Génesis 12:16

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias