Skip to the text

Numbers · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Numbers 21 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και ήκουσεν ο Χαναναίος ο βασιλεύς της Αράδ, ο κατοικών προς μεσημβρίαν, ότι ήλθεν ο Ισραήλ διά της οδού Αθαρείμ, και επολέμησεν εναντίον του Ισραήλ και συνέλαβεν εξ αυτών αιχμαλώτους. 2 Και ηυχήθη ο Ισραήλ ευχήν προς τον Κύριον και είπεν, Εάν τωόντι παραδώσης τον λαόν τούτον εις την χείρα μου, θέλω καταστρέψει τας πόλεις αυτών. 3 Και εισήκουσεν ο Κύριος της φωνής του Ισραήλ και παρέδωκε τους Χαναναίους· και κατέστρεψαν αυτούς και τας πόλεις αυτών· και εκάλεσαν το όνομα του τόπου Ορμά. 4 Και εσηκώθησαν από του όρους Ωρ διά της οδού της Ερυθράς θαλάσσης, διά να περιέλθωσι την γην Εδώμ· και ωλιγοψύχησεν ο λαός εν τη οδώ. 5 Και ελάλησεν ο λαός κατά του Θεού και κατά του Μωϋσέως, λέγοντες, Διά τι ανεβίβασας ημάς εξ Αιγύπτου διά ν' αποθάνωμεν εν τη ερήμω; διότι άρτος δεν είναι και ύδωρ δεν είναι και η ψυχή ημών αηδίασε τον άρτον τούτον, τον ελαφρόν. 6 Και απέστειλεν ο Κύριος επί τον λαόν τους όφεις τους φλογερούς και εδάγκανον τον λαόν, και λαός πολύς εκ του Ισραήλ απέθανε. 7 Και ελθών ο λαός προς τον Μωϋσήν είπον, Ημαρτήσαμεν, διότι ελαλήσαμεν κατά του Κυρίου και κατά σού· δεήθητι του Κυρίου να σηκώση τους όφεις αφ' ημών. Και εδεήθη ο Μωϋσής υπέρ του λαού. 8 Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Κάμε εις σεαυτόν όφιν φλογερόν και βάλε αυτόν επί ξύλου· και πας όστις δαγκασθή και εμβλέψη εις αυτόν, θέλει ζήσει. 9 Και έκαμεν ο Μωϋσής όφιν χαλκούν και έβαλεν αυτόν επί ξύλου· και εάν όφις εδάγκανε τινά, εμβλέπων ούτος εις τον όφιν τον χαλκούν, έζη. 10 Και εσηκώθησαν οι υιοί Ισραήλ και εστρατοπέδευσαν εν Ωβώθ. 11 Και σηκωθέντες από Ωβώθ εστρατοπέδευσαν εις Ιϊέ-αβαρίμ, εν τη ερήμω τη κατά πρόσωπον του Μωάβ, προς ανατολάς ηλίου. 12 Εκείθεν σηκωθέντες εστρατοπέδευσαν εν τη κοιλάδι Ζαρέδ. 13 Εκείθεν σηκωθέντες εστρατοπέδευσαν εις το πέραν του Αρνών, όστις είναι εν τη ερήμω και εξέρχεται εκ των ορίων των Αμορραίων· διότι ο Αρνών είναι το όριον του Μωάβ, μεταξύ Μωάβ και Αμορραίων. 14 Διά τούτο λέγεται εν τω βιβλίω των πολέμων του Κυρίου, Κατά τον Βαέβ εν Σουφά, και επί των ρυάκων του Αρνών, 15 και επί του ρεύματος των ρυάκων, το οποίον καταβαίνει εις την πόλιν Αρ και κείται εις τα όρια του Μωάβ. 16 Και εκείθεν ήλθον εις Βήρ· τούτο είναι το φρέαρ, περί του οποίου είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Σύναξον τον λαόν, και θέλω δώσει ύδωρ εις αυτούς. 17 Τότε έψαλεν ο Ισραήλ την ωδήν ταύτην· Ανάβα, ω φρέαρ· ψάλλετε εις αυτό· 18 οι άρχοντες έσκαψαν το φρέαρ, οι ευγενείς του λαού έσκαψαν, διά προσταγής του νομοθέτου, με τας ράβδους αυτών. Και από της ερήμου ήλθον εις Ματτανά, 19 και από Ματτανά εις Νααλιήλ, και από Νααλιήλ εις Βαμώθ, 20 και από Βαμώθ της κοιλάδος της εν τη γη Μωάβ, επί της κορυφής Φασγά, το οποίον βλέπει προς Γεσιμών. 21 Και απέστειλεν ο Ισραήλ πρέσβεις προς τον Σηών βασιλέα των Αμορραίων λέγων, 22 Ας περάσωμεν διά της γης σου· δεν θέλομεν κλίνει εις τους αγρούς ούτε εις τους αμπελώνας· δεν θέλομεν πίει ύδωρ εκ των φρεάτων· αλλά διά της βασιλικής οδού θέλομεν πορευθή, εωσού περάσωμεν τα όριά σου. 23 Και ο Σηών δεν αφήκε τον Ισραήλ να περάση διά των ορίων αυτού· αλλ' ο Σηών συνήγαγε πάντα τον λαόν αυτού και εξήλθε να παραταχθή εναντίον του Ισραήλ εις την έρημον· και ήλθεν εις Ιασσά και επολέμησεν εναντίον του Ισραήλ. 24 Και επάταξεν ο Ισραήλ αυτόν εν στόματι μαχαίρας και κατεκυρίευσε την γην αυτού από Αρνών έως Ιαβόκ, μέχρι των υιών Αμμών· επειδή τα όρια των υιών Αμμών ήσαν οχυρά. 25 Και εκυρίευσεν ο Ισραήλ πάσας τας πόλεις ταύτας· και κατώκησεν ο Ισραήλ εις πάσας τας πόλεις των Αμορραίων, εις Εσεβών και εις πάσας τας κώμας αυτής· 26 επειδή η Εσεβών ήτο η πόλις του Σηών βασιλέως των Αμορραίων, όστις είχε πολεμήσει πρότερον τον βασιλέα του Μωάβ και έλαβε πάσαν την γην αυτού από της χειρός αυτού, έως Αρνών. 27 Διά τούτο λέγουσιν οι παροιμιασταί, Έλθετε εις Εσεβών· Ας κτισθή και ας κατασκευασθή η πόλις του Σηών· 28 διότι πυρ εξήλθεν από Εσεβών, φλόξ από της πόλεως του Σηών· κατέφαγε την Αρ του Μωάβ, και τους άρχοντας των υψηλών τόπων του Αρνών· 29 ουαί εις σε, Μωάβ Απωλέσθης, λαέ του Χεμώς· έδωκε τους διασωθέντας υιούς αυτού, και τας θυγατέρας αυτού αιχμαλώτους εις τον Σηών βασιλέα των Αμορραίων· 30 Ημείς κατετοξεύσαμεν αυτούς· η Εσεβών ηφανίσθη έως Δαιβών, και κατηρημώσαμεν αυτούς έως Νοφά, το οποίον εκτείνεται έως Μεδεβά. 31 Και κατώκησεν ο Ισραήλ εν τη γη των Αμορραίων. 32 Και απέστειλεν ο Μωϋσής να κατασκοπεύσωσι την Ιαζήρ· και εκυρίευσαν τας κώμας αυτής και εξεδίωξαν τους Αμορραίους τους κατοικούντας εκεί. 33 Και στρέψαντες ανέβησαν την οδόν την εις Βασάν· και εξήλθεν ο Ωγ βασιλεύς της Βασάν εις συνάντησιν αυτών, αυτός και πας ο λαός αυτού, προς μάχην εις Εδρεΐ. 34 Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Μη φοβηθής αυτόν· διότι εις τας χείρας σου παρέδωκα αυτόν και πάντα τον λαόν αυτού και την γην αυτού· και θέλεις κάμει εις αυτόν, ως έκαμες εις τον Σηών βασιλέα των Αμορραίων τον κατοικούντα εν Εσεβών. 35 Και επάταξαν αυτόν και τους υιούς αυτού, και πάντα τον λαόν αυτού, εωσού δεν εναπελείφθη εις αυτόν ουδέν· και κατεκυρίευσαν την γην αυτού.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Moses

    Deliverer and lawgiver

    Drawn from the Nile, he led Israel out of Egypt and received God's Law.

    Cited in the guide: Exodus 2–Deuteronomy 34

  • Og

    Amorite king of Bashan

    The king of Bashan, last of the remnant of the Rephaim, who came out against Israel at Edrei and was struck down with his sons and his whole army.

    Cited in the guide: Numbers 21:33–35; Deuteronomy 3:1; Deuteronomy 3:11

  • Sihon

    Amorite king of Heshbon

    The Amorite king who reigned in Heshbon, refused to let Israel pass through his land, fought Israel at Jahaz, and lost his territory from the Arnon to the Jabbok.

    Cited in the guide: Numbers 21:21; Numbers 21:23–24; Deuteronomy 2:26

Cross references (32)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Numbers 33:40; Judges 1:16; Joshua 12:14; Joshua 7:5; Numbers 14:45
  2. 2 Judges 11:30; Genesis 28:20; 1 Samuel 1:11; Joshua 6:26; 2 Samuel 15:7–8
  3. 3 Numbers 14:45; Deuteronomy 1:44; Psalm 91:15; Psalm 102:17; Psalm 10:17
  4. 4 Exodus 6:9; Judges 11:18; Acts 14:22; Numbers 32:7; Numbers 32:9
  5. 5 Psalm 78:19; Exodus 17:2–3; Numbers 16:41; Numbers 16:13–14; Exodus 14:11
  6. 6 1 Corinthians 10:9; Deuteronomy 8:15; Jeremiah 8:17; Amos 9:3–4; Isaiah 30:6
  7. 7 Acts 8:24; Psalm 78:34; Exodus 8:8; Numbers 11:2; Exodus 8:28
  8. 8 John 3:14; Psalm 106:43–45; Psalm 145:8
  9. 9 John 3:14–15; Hebrews 12:2; John 6:40; 2 Kings 18:4; John 12:32
  10. 10 Numbers 33:43–45
  11. 12 Deuteronomy 2:13–14
  12. 13 Judges 11:18; Numbers 22:36; Isaiah 16:2; Numbers 21:14; Jeremiah 48:20
  13. 14 Joshua 10:13; 2 Samuel 1:18
  14. 15 Numbers 21:28; Deuteronomy 2:18; Deuteronomy 2:9; Deuteronomy 2:29; Isaiah 15:1
  15. 16 Numbers 20:8; Isaiah 41:17–18; Isaiah 12:3; Judges 9:21; Revelation 22:17
  16. 17 Psalm 105:2; Judges 5:1; Psalm 106:12; James 5:13; Isaiah 12:1–2
  17. 18 Isaiah 33:22; Deuteronomy 33:4; Deuteronomy 5:31; James 4:12; John 1:17
  18. 20 Numbers 23:28; Numbers 23:14; Numbers 22:1; Numbers 33:49–50; Numbers 26:63
  19. 21 Deuteronomy 2:26–28; Judges 11:19–21; Numbers 20:14–19
  20. 22 Numbers 20:17
  21. 23 Judges 11:20; Deuteronomy 29:7–8; Jeremiah 48:34; Numbers 20:21; Deuteronomy 2:30–32
  22. 24 Amos 2:9; Nehemiah 9:22; Genesis 32:22; Joshua 24:8; Psalm 136:19
  23. 25 Deuteronomy 2:12; Ezekiel 16:53; Jeremiah 48:34; Numbers 21:31; Song of Songs 7:4
  24. 27 Isaiah 14:4; Habakkuk 2:6; Numbers 21:14
  25. 28 Numbers 21:15; Jeremiah 48:45–46; Amos 2:2; Numbers 22:41; Amos 1:14
  26. 29 2 Kings 23:13; Judges 11:24; Jeremiah 48:46; 1 Kings 11:7; 1 Kings 11:33
  27. 30 Isaiah 15:2; Jeremiah 48:18; Jeremiah 48:22; Numbers 32:34; Joshua 13:17
  28. 31 Deuteronomy 3:16–17; Joshua 12:1–6; Numbers 32:33–42; Joshua 13:8–12
  29. 32 Jeremiah 48:32; Numbers 32:1; Numbers 32:35; Numbers 32:3; Isaiah 16:8–9
  30. 33 Joshua 13:12; Deuteronomy 1:4; Deuteronomy 29:7; Deuteronomy 3:1–6; Numbers 32:33
  31. 34 Psalm 135:10–11; Numbers 21:24–25; Joshua 8:7; Deuteronomy 3:2–3; Judges 11:30
  32. 35 Deuteronomy 3:3–17; Joshua 12:4–6; Joshua 13:12; Psalm 135:10–12; Deuteronomy 29:7–8

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 21:8 Justin Martyr, First Apology (Chapters LVI–LXI)

    … that Moses, by the inspiration and influence of God, took brass, and made it into the figure of a cross, and set it in the holy tabernacle, and said to the people, "If ye look to this figure, and believe, ye shall be saved thereby." And when this was done, it is recorded that the serpents died, and it is …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Quotes verse 21:6–9 Augustine of Hippo, Tractates on the Gospel of John (Chapter III — 6-21)

    This was done: men were bitten; they looked and were healed. What are the biting serpents?

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 7 (1888)

  3. Quotes verse 21:9 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture XIII)

    This was the figure which Moses completed by fixing the serpent to a cross, that whoso had been bitten by the living serpent, and looked to the brasen serpent, might be saved by believing.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)