Skip to the text

Numbers · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Numbers 11 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και εγόγγυζεν ο λαός πονηρά εις τα ώτα του Κυρίου· και ο Κύριος ήκουσε και εξήφθη η οργή αυτού· και εξεκαύθη μεταξύ αυτών πυρ Κυρίου και κατέφαγε το άκρον του στρατοπέδου. 2 Και εβόησεν ο λαός προς τον Μωϋσήν· και ο Μωϋσής προσηυχήθη προς τον Κύριον και έπαυσε το πυρ. 3 Και εκαλέσθη το όνομα του τόπου εκείνου Ταβερά, διότι εξεκαύθη μεταξύ αυτών πυρ Κυρίου. 4 Και το σύμμικτον πλήθος το μεταξύ αυτών, επεθύμησαν επιθυμίαν· και έκλαιον πάλιν και οι υιοί Ισραήλ, και είπαν, Τις θέλει δώσει εις ημάς κρέας να φάγωμεν; 5 ενθυμούμεθα τα οψάρια, τα οποία ετρώγομεν εν Αιγύπτω δωρεάν, τα αγγούρια και τα πεπόνια και τα πράσα και τα κρόμμυα και τα σκόρδα· 6 τώρα δε η ψυχή ημών είναι κατάξηρος· δεν είναι εις τους οφθαλμούς ημών ουδέν άλλο παρά τούτο το μάννα. 7 Το δε μάννα ήτο ως ο σπόρος του κοριάνδρου, και το χρώμα αυτού ως το χρώμα του βδελλίου. 8 Ο λαός περιεφέρετο συνάγων αυτό, και ήλεθον εις μύλον ή εκοπάνιζον αυτό εις ιγδίον και έψηνον αυτό εις χύτραν και έκαμνον εγκρυφίας εξ αυτού· και η γεύσις αυτού ήτο ως γεύσις λαγάνου εξ ελαίου. 9 Και ότε κατέβαινεν η δρόσος εις το στρατόπεδον την νύκτα, έπιπτε το μάννα επ' αυτής. 10 Και ήκουσεν ο Μωϋσής τον λαόν κλαίοντα κατά τας συγγενείας αυτών, έκαστον εις την θύραν της σκηνής αυτού· και εξήφθη η οργή του Κυρίου σφόδρα· εφάνη δε τούτο κακόν και εις τον Μωϋσήν. 11 Και είπεν ο Μωϋσής προς τον Κύριον, Διά τι εταλαιπώρησας τον δούλον σου; και διά τι δεν εύρηκα χάριν ενώπιόν σου, ώστε έβαλες επ' εμέ το φορτίον όλον του λαού τούτου; 12 μήπως εγώ συνέλαβον όλον τον λαόν τούτον; ή εγώ εγέννησα αυτούς, διά να μοι λέγης, Λάβε αυτόν εις τον κόλπον σου, καθώς βαστάζει η τροφός το θηλάζον βρέφος, εις την γην την οποίαν ώμοσας προς τους πατέρας αυτών; 13 πόθεν εις εμέ κρέατα να δώσω εις όλον τον λαόν τούτον; διότι κλαίουσι προς εμέ, λέγοντες, Δος εις ημάς κρέας να φάγωμεν· 14 δεν δύναμαι εγώ μόνος να βαστάσω όλον τον λαόν τούτον, διότι είναι πολύ βαρύ εις εμέ· 15 και αν κάμνης ούτως εις εμέ, θανάτωσόν με ευθύς, δέομαι, εάν εύρηκα χάριν ενώπιόν σου, διά να μη βλέπω την δυστυχίαν μου. 16 Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Σύναξον εις εμέ εβδομήκοντα άνδρας εκ των πρεσβυτέρων του Ισραήλ, τους οποίους γνωρίζεις ότι είναι πρεσβύτεροι του λαού και άρχοντες αυτών· και φέρε αυτούς εις την σκηνήν του μαρτυρίου, όπου θέλουσι σταθή μετά σου. 17 Και θέλω καταβή και λαλήσει εκεί μετά σού· και θέλω λάβει από του πνεύματος του επί σε και θέλω επιθέσει επ' αυτούς· και θέλουσι βαστάζει το φορτίον του λαού μετά σου, διά να μη βαστάζης αυτό συ μόνος. 18 Και ειπέ προς τον λαόν, Αγιάσατε εαυτούς διά την αύριον, και θέλετε φάγει κρέας· διότι εκλαύσατε εις τα ώτα του Κυρίου λέγοντες, Τις θέλει δώσει εις ημάς κρέας να φάγωμεν; διότι καλά ήμεθα εν Αιγύπτω. Διά τούτο θέλει σας δώσει κρέας ο Κύριος, και θέλετε φάγει· 19 δεν θέλετε φάγει μίαν ημέραν ούτε δύο ημέρας ούτε πέντε ημέρας ούτε δέκα ημέρας, ούτε είκοσι ημέρας· 20 ολόκληρον μήνα θέλετε φάγει, εωσού εξέλθη εκ των μυκτήρων σας και γείνη εις εσάς αηδία· διότι ηπειθήσατε εις τον Κύριον, όστις είναι μεταξύ σας, και εκλαύσατε ενώπιον αυτού, λέγοντες, Διά τι να αναχωρήσωμεν από της Αιγύπτου; 21 Και είπεν ο Μωϋσής, Εξακόσιαι χιλιάδες πεζών είναι ο λαός, εν μέσω των οποίων εγώ είμαι και συ είπας, Θέλω δώσει εις αυτούς κρέας, διά να φάγωσιν ολόκληρον μήνα. 22 Θέλουσι σφαχθή δι' αυτούς τα ποίμνια και αι αγέλαι, διά να εξαρκέσωσιν εις αυτούς; ή θέλουσι συναχθή ομού πάντα τα οψάρια της θαλάσσης δι' αυτούς, διά να εξαρκέσωσιν εις αυτούς; 23 Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Μήπως η χειρ του Κυρίου εσμικρύνθη; τώρα θέλεις ιδεί αν εκτελήται ο λόγος μου, ή ουχί. 24 Και εξήλθεν ο Μωϋσής και είπε προς τον λαόν τους λόγους του Κυρίου· και συνήγαγε τους εβδομήκοντα άνδρας εκ των πρεσβυτέρων του λαού και έστησεν αυτούς κύκλω της σκηνής. 25 Και κατέβη Κύριος εν νεφέλη και ελάλησε προς αυτόν, και έλαβεν από του πνεύματος του επ' αυτόν και επέθηκεν επί τους εβδομήκοντα άνδρας τους πρεσβυτέρους· και αφού εκάθησεν επ' αυτούς το πνεύμα, επροφήτευσαν αλλά δεν εξηκολούθησαν. 26 Έμειναν όμως δύο άνδρες εν τω στρατοπέδω, το όνομα του ενός Ελδάδ και το όνομα του δευτέρου Μηδάδ· και εκάθησεν επ' αυτούς το πνεύμα· και ούτοι ήσαν εκ των καταγεγραμμένων, δεν εξήλθον όμως εις την σκηνήν· και επροφήτευον εν τω στρατοπέδω. 27 Και έδραμε νεανίσκος τις και ανήγγειλε προς τον Μωϋσήν λέγων, Ο Ελδάδ και ο Μηδάδ προφητεύουσιν εν τω στρατοπέδω. 28 Και Ιησούς ο υιός του Ναυή, ο θεράπων του Μωϋσέως, ο εκλεκτός αυτού, απεκρίθη και είπε, Κύριέ μου Μωϋσή, εμπόδισον αυτούς. 29 Και είπε προς αυτόν ο Μωϋσής, Ζηλοτυπείς υπέρ εμού; είθε πας ο λαός του Κυρίου να ήσαν προφήται, και ο Κύριος να επέθετεν επ' αυτούς το πνεύμα αυτού 30 Και ανεχώρησεν ο Μωϋσής εις το στρατόπεδον, αυτός και οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ. 31 Και εξήλθεν άνεμος παρά Κυρίου και έφερεν ορτύκια από της θαλάσσης και έρριψεν αυτά επί το στρατόπεδον, έως μιας ημέρας οδόν εντεύθεν και έως μιας ημέρας οδόν εντεύθεν, κύκλω του στρατοπέδου· και ήσαν έως δύο πήχας επί το πρόσωπον της γης. 32 Και σηκωθείς ο λαός όλην εκείνην την ημέραν και όλην την νύκτα και όλην την ακόλουθον ημέραν, εσύναξαν τα ορτύκια· ο συνάξας το ολιγώτερον, εσύναξε δέκα χομόρ· και εξήπλονον αυτά κύκλω του στρατοπέδου δι' εαυτούς. 33 Ενώ δε το κρέας ήτο έτι εις τους οδόντας αυτών, πριν μασσηθή, εξήφθη η οργή του Κυρίου επί τον λαόν· και επάταξε Κύριος τον λαόν εν πληγή μεγάλη σφόδρα. 34 Και εκάλεσε το όνομα του τόπου εκείνου Κιβρώθ-αττααβά, διότι εκεί ετάφη ο λαός ο επιθυμητής. 35 Και ανεχώρησεν ο λαός από Κιβρώθ-αττααβά εις Ασηρώθ και έμεινεν εν Ασηρώθ.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Eldad

    Prophesied in the camp

    One of two men who remained in the camp when the seventy elders went out to the Tent, yet received the Spirit like them and prophesied in the camp.

    Cited in the guide: Numbers 11:26–27

  • Medad

    Prophesied in the camp

    One of two men who remained in the camp when the seventy elders went out to the Tent, yet received the Spirit like them and prophesied in the camp.

    Cited in the guide: Numbers 11:26–27

  • Moses

    Deliverer and lawgiver

    Drawn from the Nile, he led Israel out of Egypt and received God's Law.

    Cited in the guide: Exodus 2–Deuteronomy 34

Cross references (32)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Numbers 21:5; 2 Kings 1:12; Numbers 16:35; Exodus 16:9; 1 Corinthians 10:10
  2. 2 Numbers 21:7; James 5:16; Numbers 16:45–48; Exodus 32:31–32; Exodus 32:10–14
  3. 3 Deuteronomy 9:22
  4. 4 1 Corinthians 10:6; Exodus 12:38; Psalm 106:14; Psalm 78:18–20; 1 Corinthians 15:33
  5. 5 Exodus 16:3; Psalm 17:14; Philippians 3:19
  6. 6 Numbers 21:5; 2 Samuel 13:4
  7. 7 Exodus 16:31; Exodus 16:14–15; Genesis 2:12; 1 Corinthians 1:23–24; Revelation 2:17
  8. 8 Exodus 16:31; Exodus 16:16–18; John 6:27; Exodus 16:23; John 6:33–58
  9. 9 Exodus 16:13–14; Psalm 78:23–25; Psalm 105:40; Deuteronomy 32:2
  10. 10 Psalm 78:21; Numbers 16:27; Numbers 20:10–13; Psalm 106:32–33; Psalm 139:21
  11. 11 Deuteronomy 1:12; Exodus 5:22; Job 10:2; 2 Corinthians 11:28; Jeremiah 15:10
  12. 12 Isaiah 49:23; Isaiah 40:11; Exodus 13:5; 1 Thessalonians 2:7; Genesis 50:24
  13. 13 Matthew 15:33; Mark 8:4; John 6:5–9; Mark 9:23
  14. 14 Exodus 18:18; Deuteronomy 1:9–12; Zechariah 6:13; 2 Corinthians 2:16; Isaiah 9:6
  15. 15 Jonah 4:3; 1 Kings 19:4; Philippians 1:20–24; Jonah 4:8–9; Jeremiah 20:18
  16. 16 Exodus 24:1; Exodus 24:9; Deuteronomy 16:18; Genesis 46:27; Luke 10:17
  17. 17 1 Samuel 10:6; Numbers 11:25; 1 Corinthians 12:4–11; 2 Kings 2:9; 2 Kings 2:15
  18. 18 Exodus 19:10; Acts 7:39; Exodus 16:3–7; Numbers 11:4–6; Numbers 11:1
  19. 20 Psalm 106:15; Numbers 21:5; Psalm 78:27–30; 1 Samuel 10:19; Acts 13:41
  20. 21 Exodus 12:37; Numbers 1:46; Genesis 12:2; Exodus 38:26; Numbers 2:32
  21. 22 2 Kings 7:2; Matthew 15:33; Luke 1:18; Luke 1:34; John 6:6–7
  22. 23 Isaiah 59:1; Isaiah 50:2; Genesis 18:14; Luke 1:37; Numbers 23:19
  23. 24 Numbers 11:16; Numbers 11:26
  24. 25 Numbers 11:17; Joel 2:28–29; 1 Samuel 10:10; Numbers 12:5; 1 Corinthians 14:1–3
  25. 26 Jeremiah 36:5; 1 Samuel 20:26; 1 Samuel 10:22; Exodus 3:11; Exodus 4:13–14
  26. 28 Luke 9:49–50; Mark 9:38–40; John 3:26; Joshua 1:1; Exodus 33:11
  27. 29 1 Corinthians 14:5; Matthew 9:37–38; James 4:5; Luke 10:2; James 5:9
  28. 31 Exodus 16:13; Psalm 78:26–29; Psalm 105:40; Exodus 15:10; Psalm 135:7
  29. 32 Ezekiel 45:11; Exodus 16:36
  30. 33 Psalm 78:30–31; Psalm 106:14–15; Numbers 25:9; Numbers 16:49; Deuteronomy 28:27
  31. 34 Deuteronomy 9:22; 1 Corinthians 10:6; Numbers 33:16
  32. 35 Numbers 33:17; Numbers 12:16; Deuteronomy 1:1

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 11:4 Augustine of Hippo, On Christian Doctrine (Book IV, Chapter 21)

    … the outward act, the broth to the allurement of lust within, as it is written, And the mixed multitude that was among them fell a lusting; and the children of Israel also wept again and again and said, Who shall give us flesh to eat?' When the angel, then, stretched out his staff and touched the rock, and fire rose …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  2. Quotes verse 11:24 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture XVI)

    The seventy Elders were chosen; And the Lord came down in a cloud, and took of the Spirit that was upon Moses, and put it upon the seventy Elders; not that the Spirit was divided, but that His grace was distributed in proportion to the vessels, and the capacity of the recipients.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)

  3. Quotes verse 11:28 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture XVI)

    They were called, and they came not; my lord Moses, forbid them." "I cannot forbid them," he says, "for this grace is from Heaven; nay, so far am I from forbidding them, that I myself am thankful for it.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)

  4. Quotes verse 11:29 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture XVI)

    Wait for the proper season; and oh that all the Lord's people may be prophets, whenever the Lord shall give His Spirit upon them!" saying this also prophetically, whenever the Lord shall give; "For as yet then He has not given it; so thou hast it not yet."--Had not then Abraham this, and Isaac, and Jacob, and Joseph?

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)