Skip to the text

John · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

John 12 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Ο Ιησούς λοιπόν προ εξ ημερών του πάσχα ήλθεν εις Βηθανίαν, όπου ήτο ο Λάζαρος ο αποθανών, τον οποίον ανέστησεν εκ νεκρών. 2 Και έκαμαν εις αυτόν δείπνον εκεί, και η Μάρθα υπηρέτει· ο δε Λάζαρος ήτο εις εκ των συγκαθημένων μετ' αυτού. 3 Τότε η Μαρία, λαβούσα μίαν λίτραν μύρου νάρδου καθαράς πολυτίμου, ήλειψε τους πόδας του Ιησού και με τας τρίχας αυτής εσπόγγισε τους πόδας αυτού· η δε οικία επλήσθη εκ της οσμής του μύρου. 4 Λέγει λοιπόν εις εκ των μαθητών αυτού, ο Ιούδας Σίμωνος ο Ισκαριώτης, όστις έμελλε να παραδώση αυτόν· 5 Διά τι τούτο το μύρον δεν επωλήθη τριακόσια δηνάρια και εδόθη εις τους πτωχούς; 6 Είπε δε τούτο ουχί διότι έμελεν αυτόν περί των πτωχών, αλλά διότι ήτο κλέπτης και είχε το γλωσσόκομον και εβάσταζε τα βαλλόμενα εις αυτό. 7 Είπε λοιπόν ο Ιησούς· Άφες αυτήν, εις την ημέραν του ενταφιασμού μου εφύλαξεν αυτό. 8 Διότι τους πτωχούς πάντοτε έχετε μεθ' εαυτών, εμέ όμως πάντοτε δεν έχετε. 9 Έμαθε δε όχλος πολύς εκ των Ιουδαίων ότι είναι εκεί, και ήλθον ουχί διά τον Ιησούν μόνον, αλλά διά να ίδωσι και τον Λάζαρον, τον οποίον ανέστησεν εκ νεκρών. 10 Συνεβουλεύθησαν δε οι αρχιερείς, διά να θανατώσωσι και τον Λάζαρον, 11 διότι πολλοί εκ των Ιουδαίων δι' αυτόν υπήγαινον και επίστευον εις τον Ιησούν. 12 Τη επαύριον όχλος πολύς ο ελθών εις την εορτήν, ακούσαντες ότι έρχεται ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα, 13 έλαβον τα βαΐα των φοινίκων και εξήλθον εις υπάντησιν αυτού και έκραζον· Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ. 14 Ευρών δε ο Ιησούς ονάριον, εκάθησεν επ' αυτό, καθώς είναι γεγραμμένον· 15 Μη φοβού, θύγατερ Σιών· ιδού, ο βασιλεύς σου έρχεται καθήμενος επί πώλου όνου. 16 Ταύτα όμως δεν ενόησαν οι μαθηταί αυτού κατ' αρχάς, αλλ' ότε εδοξάσθη ο Ιησούς, τότε ενεθυμήθησαν ότι ταύτα ήσαν γεγραμμένα δι' αυτόν, και ταύτα έκαμον εις αυτόν. 17 Εμαρτύρει λοιπόν ο όχλος, ο ων μετ' αυτού ότε εφώναξε τον Λάζαρον εκ του μνημείου και ανέστησεν αυτόν εκ νεκρών. 18 Διά τούτο και υπήντησεν αυτόν ο όχλος, διότι ήκουσεν ότι έκαμε το θαύμα τούτο. 19 Οι Φαρισαίοι λοιπόν είπον προς αλλήλους· Βλέπετε ότι δεν ωφελείτε ουδέν; ιδού, ο κόσμος οπίσω αυτού υπήγεν. 20 Ήσαν δε τινές Έλληνες μεταξύ των αναβαινόντων διά να προσκυνήσωσιν εν τη εορτή. 21 Ούτοι λοιπόν ήλθον προς τον Φίλιππον τον από Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, και παρεκάλουν αυτόν, λέγοντες· Κύριε, θέλομεν να ίδωμεν τον Ιησούν. 22 Έρχεται ο Φίλιππος και λέγει προς τον Ανδρέαν, και πάλιν ο Ανδρέας και ο Φίλιππος λέγουσι προς τον Ιησούν. 23 Ο δε Ιησούς απεκρίθη προς αυτούς λέγων· Ήλθεν η ώρα διά να δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου. 24 Αληθώς, αληθώς σας λέγω, Εάν ο κόκκος του σίτου δεν πέση εις την γην και αποθάνη, αυτός μόνος μένει· εάν όμως αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει. 25 Όστις αγαπά την ψυχήν αυτού, θέλει απολέση αυτήν, και όστις μισεί την ψυχήν αυτού εν τω κόσμω τούτω, εις ζωήν αιώνιον θέλει φυλάξει αυτήν. 26 Εάν εμέ υπηρετή τις, εμέ ας ακολουθή, και όπου είμαι εγώ, εκεί θέλει είσθαι και ο υπηρέτης ο εμός· και εάν τις εμέ υπηρετή, θέλει τιμήσει αυτόν ο Πατήρ. 27 Τώρα η ψυχή μου είναι τεταραγμένη· και τι να είπω; Πάτερ, σώσον με εκ της ώρας ταύτης. Αλλά διά τούτο ήλθον εις την ώραν ταύτην. 28 Πάτερ, δόξασόν σου το όνομα. Ήλθε λοιπόν φωνή εκ του ουρανού· Και εδόξασα και πάλιν θέλω δοξάσει. 29 Ο όχλος λοιπόν ο παρεστώς και ακούσας έλεγεν ότι έγεινε βροντή· άλλοι έλεγον· Άγγελος ελάλησε προς αυτόν. 30 Απεκρίθη ο Ιησούς και είπεν· Η φωνή αύτη δεν έγεινε δι' εμέ, αλλά διά σας. 31 Τώρα είναι κρίσις του κόσμου τούτου, τώρα ο άρχων του κόσμου τούτου θέλει εκβληθή έξω. 32 Και εγώ εάν υψωθώ εκ της γης, θέλω ελκύσει πάντας προς εμαυτόν. 33 Τούτο δε έλεγε, δεικνύων με ποίον θάνατον έμελλε να αποθάνη. 34 Απεκρίθη προς αυτόν ο όχλος· Ημείς ηκούσαμεν εκ του νόμου Ότι ο Χριστός μένει εις τον αιώνα, και πως συ λέγεις Ότι πρέπει να υψωθή ο Υιός του ανθρώπου; τις είναι ούτος ο Υιός του ανθρώπου; 35 Είπε λοιπόν προς αυτούς ο Ιησούς· Έτι ολίγον καιρόν το φως είναι μεθ' υμών· περιπατείτε ενόσω έχετε το φως, διά να μη σας καταφθάση το σκότος· και όστις περιπατεί εν τω σκότει δεν εξεύρει που υπάγει. 36 Ενόσω έχετε το φως, πιστεύετε εις το φως, διά να γείνητε υιοί του φωτός. Ταύτα ελάλησεν ο Ιησούς, και απελθών εκρύφθη απ' αυτών. 37 Αλλ' ενώ έκαμε τόσα θαύματα έμπροσθεν αυτών, δεν επίστευον εις αυτόν· 38 διά να πληρωθή ο λόγος του προφήτου Ησαΐου, τον οποίον είπε· Κύριε, τις επίστευσεν εις το κήρυγμα ημών; και ο βραχίων του Κυρίου εις τίνα απεκαλύφθη; 39 Διά τούτο δεν ηδύναντο να πιστεύωσι διότι πάλιν είπεν ο Ησαΐας· 40 Ετύφλωσε τους οφθαλμούς αυτών και εσκλήρυνε την καρδίαν αυτών, διά να μη ίδωσι με τους οφθαλμούς και νοήσωσι με την καρδίαν και επιστρέψωσι, και ιατρεύσω αυτούς. 41 Ταύτα είπεν ο Ησαΐας, ότε είδε την δόξαν αυτού και ελάλησε περί αυτού. 42 Αλλ' όμως και εκ των αρχόντων πολλοί επίστευσαν εις αυτόν, πλην διά τους Φαρισαίους δεν ώμολόγουν, διά να μη γείνωσιν αποσυνάγωγοι. 43 Διότι ηγάπησαν την δόξαν των ανθρώπων μάλλον παρά την δόξαν του Θεού. 44 Ο δε Ιησούς έκραξε και είπεν· Ο πιστεύων εις εμέ δεν πιστεύει εις εμέ, αλλ' εις τον πέμψαντά με, 45 και ο θεωρών εμέ θεωρεί τον πέμψαντά με. 46 Εγώ ήλθον φως εις τον κόσμον, διά να μη μείνη εν τω σκότει πας ο πιστεύων εις εμέ. 47 Και εάν τις ακούση τους λόγους μου και δεν πιστεύση, εγώ δεν κρίνω αυτόν· διότι δεν ήλθον διά να κρίνω τον κόσμον, αλλά διά να σώσω τον κόσμον. 48 Ο αθετών εμέ και μη δεχόμενος τους λόγους μου, έχει τον κρίνοντα αυτόν· ο λόγος, τον οποίον ελάλησα, εκείνος θέλει κρίνει αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα· 49 διότι εγώ απ' εμαυτού δεν ελάλησα, αλλ' ο πέμψας με Πατήρ αυτός μοι έδωκεν εντολήν τι να είπω και τι να λαλήσω· 50 και εξεύρω ότι η εντολή αυτού είναι ζωή αιώνιος. Όσα λοιπόν λαλώ εγώ, καθώς μοι είπεν ο Πατήρ, ούτω λαλώ.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Lazarus

    Brother of Martha and Mary

    A man of Bethany, brother of Mary and Martha, whom Jesus loved and raised from the dead and who was later at table with Him.

    Cited in the guide: John 11:1; John 11:5; John 12:1

Places

  • Bethany

    Today: West Bank (al-Eizariya)

    Bethany was Jesus' lodging near Jerusalem during Passion week and the home of Lazarus. Luke sets the Ascension close by.

    Cited in the guide: John 11:1; John 12:1; Luke 24:50

Cross references (50)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Mark 14:3–8; Luke 24:50; John 11:1; Matthew 21:17; John 11:55
  2. 2 Luke 22:27; Revelation 3:20; Luke 10:38–42; John 12:9–10; Mark 14:3
  3. 3 Mark 14:3–9; John 11:2; Luke 10:38–39; Luke 7:37–38; Matthew 26:6–13
  4. 4 Matthew 10:4; 1 Samuel 17:28–29; John 18:2–5; John 13:2; Luke 6:16
  5. 5 Luke 12:33; Luke 18:22; Mark 14:4–5; Matthew 26:8–9; Luke 6:41
  6. 6 John 13:29; Psalm 50:16–20; James 2:6; James 2:2; 2 Kings 5:20–27
  7. 7 Matthew 26:12; Mark 14:6; Matthew 27:57–60; Matthew 26:10; Mark 15:42–47
  8. 8 Deuteronomy 15:11; Mark 14:7; Matthew 26:11; John 12:35; John 13:33
  9. 9 Acts 4:14; John 11:43–45; Acts 3:10–11
  10. 10 Luke 16:31; Genesis 4:4–10; Matthew 2:16; John 11:47–53; Job 40:8–9
  11. 11 John 11:45; Acts 13:45; James 3:14–16; John 12:18; John 15:18–25
  12. 12 Mark 11:7–10; Luke 19:35–38; Matthew 21:4–9; John 11:55–56
  13. 13 Psalm 118:25–26; Revelation 15:3; Luke 19:35–38; Matthew 21:9–11; Revelation 7:9
  14. 14 Zechariah 9:9; Mark 11:1–7; Matthew 21:1–7; Luke 19:29–35
  15. 15 Zechariah 9:9; Isaiah 62:11; Zephaniah 3:16–17; Isaiah 35:4–5; 2 Samuel 16:2
  16. 16 John 2:22; John 14:26; John 7:39; John 12:23; Acts 2:36
  17. 17 1 John 5:9–12; Revelation 1:2; Acts 1:22; John 12:9; Acts 5:32
  18. 18 John 12:11
  19. 19 Acts 17:6; Psalm 22:27; Acts 4:16–17; 1 John 2:2; John 3:26
  20. 20 John 7:35; Isaiah 11:10; Acts 17:4; 1 Kings 8:41–43; Mark 7:26
  21. 21 Matthew 2:2; Luke 19:2–4; John 14:8–9; John 6:40; Matthew 11:21
  22. 22 Luke 9:49–50; John 1:40–41; Mark 10:13–14; John 6:8; Matthew 10:5
  23. 23 John 13:31–32; John 17:1–5; Mark 14:41; 1 Peter 2:9–10; Isaiah 49:5–6
  24. 24 1 Corinthians 15:36–38; Hebrews 2:9–10; Isaiah 53:10–12; John 12:32–33; Psalm 72:16
  25. 25 Matthew 10:39; Luke 9:23–24; Mark 8:35; Luke 17:33; Matthew 16:25
  26. 26 Colossians 3:24; Galatians 1:10; 1 Samuel 2:30; John 10:27; John 17:24
  27. 27 John 12:23; Isaiah 38:15; Hebrews 5:7; Mark 14:33–36; Matthew 26:42
  28. 28 John 13:31–32; Matthew 26:42; Revelation 5:9–14; John 11:40–44; Isaiah 49:3–7
  29. 29 Job 37:2–5; Revelation 6:1; Revelation 14:2; Exodus 19:16; Ezekiel 10:5
  30. 30 John 11:42; 2 Corinthians 8:9; John 11:15; John 5:34
  31. 31 2 Corinthians 4:4; 1 John 3:8; 1 John 5:19; John 14:30; Ephesians 6:12
  32. 32 John 3:14; John 8:28; 1 Peter 2:24; 1 John 2:2; John 1:7
  33. 33 John 18:32; John 21:19
  34. 34 Ezekiel 37:24–25; Isaiah 9:7; Daniel 7:14; Psalm 110:4; Daniel 2:44
  35. 35 John 12:46; John 16:16; Ephesians 5:8; 1 John 1:6–7; John 8:12
  36. 36 Ephesians 5:8; 1 Thessalonians 5:5; John 8:59; Luke 16:8; John 1:7
  37. 37 Luke 16:31; John 1:11; John 15:24; Matthew 11:20; John 11:42
  38. 38 Isaiah 53:1; Romans 10:16; Romans 10:20; 1 Corinthians 1:24; 2 Corinthians 4:3–6
  39. 39 John 5:44; Isaiah 6:9–10; 2 Peter 2:14; John 10:38; John 6:44
  40. 40 Isaiah 6:10; Matthew 13:13–15; Luke 8:10; Mark 4:12; Isaiah 57:18–19
  41. 41 Isaiah 6:1–5; John 1:14; Isaiah 6:9–10; John 1:18; John 5:39
  42. 42 John 7:13; Isaiah 51:7; John 9:22; Proverbs 29:25; Matthew 10:32
  43. 43 John 5:44; Matthew 23:5–7; John 5:41; Luke 16:15; 2 Corinthians 10:18
  44. 44 Matthew 10:40; John 5:24; John 13:20; Mark 9:37; John 7:28
  45. 45 John 14:9–10; 2 Corinthians 4:6; Colossians 1:15; Hebrews 1:3; John 12:41
  46. 46 John 8:12; Psalm 36:9; John 9:5; Isaiah 42:7; John 12:35–36
  47. 47 John 3:17; John 12:48; John 8:15–16; 1 Timothy 1:15–16; 1 John 4:14
  48. 48 Luke 10:16; Hebrews 9:27–28; Romans 2:16; 2 Thessalonians 1:8; John 3:17–20
  49. 49 John 14:10; John 8:26; John 5:30; John 17:8; Deuteronomy 18:18
  50. 50 John 17:3; John 6:68; 1 John 5:20; John 6:63; 1 Timothy 1:16

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Commentary 12:44 Augustine of Hippo, Sermons on Selected Lessons of the New Testament (Sermon XC)

    What is it, Brethren, which we have heard the Lord saying, "He that believeth on Me, believeth not on Me, but on Him that sent Me"?

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)

  2. Commentary 12:12 Augustine of Hippo, Tractates on the Gospel of John (Chapter XII — 12-26)

    After our Lord's raising of one to life, who had been four days dead, to the utter amazement of the Jews, some of whom believed on seeing it, and others perished in their envy, because of that sweet savor which is unto life to some, and to others unto death; after He had sat down to meat with Lazarus--the one …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 7 (1888)

  3. Commentary 12:8 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of John (Homily LXVI)

    As wealth is wont to hurl into destruction those who are not heedful, so also is power; the first leads into covetousness, the second into pride.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 14 (1889)

  4. Quotes verse 12:27 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book I, Chapter VIII)

    … again, was indicated when He said, "My soul is exceeding sorrowful, even unto death;" her fear by the words, "Father, if it be possible, let this cup pass from Me;" and her perplexity, too, when He said, "And what I shall say, I know not."

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  5. Quotes verse 12:35 Augustine of Hippo, Confessions (Book X, Chapters XXIII–XXVIII)

    For there is yet a little light in men; let them walk--let them "walk," that the "darkness" seize them not.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 1 (1886)