Skip to the text

Genesis · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Genesis 32 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και απήλθεν ο Ιακώβ εις την οδόν αυτού· και συνήντησαν αυτόν οι άγγελοι του Θεού. 2 Και ότε είδεν αυτούς ο Ιακώβ είπε, Στρατόπεδον Θεού είναι τούτο· και εκάλεσε το όνομα του τόπου εκείνου, Μαχαναΐμ. 3 Και απέστειλεν ο Ιακώβ μηνυτάς έμπροσθεν αυτού προς Ησαύ τον αδελφόν αυτού εις την γην Σηείρ, εις τον τόπον του Εδώμ. 4 Και παρήγγειλεν εις αυτούς, λέγων, ούτω θέλετε ειπεί προς τον κύριόν μου τον Ησαύ, Ούτω λέγει ο δούλός σου Ιακώβ, μετά του Λάβαν παρώκησα, και διέμεινα έως του νύν· 5 και απέκτησα βόας και όνους πρόβατα και δούλους και δούλας· και απέστειλα να αναγγείλω προς τον κύριόν μου, διά να εύρω χάριν έμπροσθέν σου. 6 Και επέστρεψαν οι μηνυταί προς τον Ιακώβ, λέγοντες, Υπήγαμεν προς τον αδελφόν σου τον Ησαύ, και μάλιστα έρχεται εις συνάντησίν σου, και τετρακόσιοι άνδρες μετ' αυτού. 7 Εφοβήθη δε ο Ιακώβ σφόδρα και ήτο εν αμηχανία· και διήρεσε τον λαόν, τον μεθ' αυτού, και τα ποίμνια και τους βόας και τας καμήλους, εις δύο τάγματα· 8 λέγων, Εάν έλθη ο Ησαύ εις το εν τάγμα και πατάξη αυτό, το επίλοιπον τάγμα θέλει διασωθή. 9 Και είπεν ο Ιακώβ, Θεέ του πατρός μου Αβραάμ και Θεέ του πατρός μου Ισαάκ, Κύριε, όστις είπας προς εμέ· Επίστρεψον εις την γην σου και εις την συγγένειάν σου και θέλω σε αγαθοποιήσει· 10 πολύ μικρός είμαι ως προς πάντα τα ελέη και πάσαν την αλήθειαν τα οποία έκαμες εις τον δούλον σου· διότι με την ράβδον μου διέβην τον Ιορδάνην τούτον, και τώρα έγεινα δύο τάγματα· 11 σώσον με, δέομαί σου, εκ της χειρός του αδελφού μου, εκ της χειρός του Ησαύ· διότι φοβούμαι αυτόν, μήπως ελθών πατάξη εμέ και την μητέρα επί τα τέκνα· 12 συ δε είπας, Βέβαια θέλω σε αγαθοποιήσει, και θέλω καταστήσει το σπέρμα σου ως την άμμον της θαλάσσης, ήτις εκ του πλήθους δεν δύναται να αριθμηθή. 13 Και εκοιμήθη εκεί την νύκτα εκείνην· και έλαβεν εκ των όσα έτυχον εν τη χειρί αυτού, δώρον προς Ησαύ τον αδελφόν αυτού· 14 αίγας διακοσίας και τράγους είκοσι, πρόβατα διακόσια και κριούς είκοσι, 15 καμήλους θηλαζούσας μετά των τέκνων αυτών τριάκοντα, δαμάλια τεσσαράκοντα και ταύρους δέκα, όνους θηλυκάς είκοσι και πωλάρια δέκα. 16 Και παρέδωκεν εις τας χείρας των δούλων αυτού, έκαστον ποίμνιον χωριστά· και είπε προς τους δούλους αυτού, Περάσατε έμπροσθέν μου και αφήσατε διάστημα μεταξύ ποιμνίου και ποιμνίου. 17 Και εις τον πρώτον παρήγγειλε, λέγων, Όταν σε συναντήση Ησαύ ο αδελφός μου, και σε ερωτήση λέγων, Τίνος είσαι; και που υπάγεις; και τίνος είναι ταύτα, τα οποία έχεις έμπροσθέν σου; 18 τότε θέλεις ειπεί, Ταύτα είναι του δούλου σου του Ιακώβ, δώρα στελλόμενα προς τον κύριόν μου Ησαύ· και ιδού, και αυτός οπίσω ημών. 19 ούτω παρήγγειλε και εις τον δεύτερον, και εις τον τρίτον και εις πάντας τους ακολουθούντας οπίσω των ποιμνίων, λέγων, Κατά τους λόγους τούτους θέλετε λαλήσει προς τον Ησαύ, όταν εύρητε αυτόν· 20 και θέλετε ειπεί, Ιδού, οπίσω ημών και αυτός ο δούλός σου Ιακώβ. Διότι έλεγε, Θέλω εξιλεώσει το πρόσωπον αυτού με το δώρον, το προπορευόμενον έμπροσθέν μου· και μετά ταύτα θέλω ιδεί το πρόσωπον αυτού· ίσως θέλει με δεχθή. 21 Το δώρον λοιπόν επέρασεν έμπροσθεν αυτού· αυτός δε έμεινε την νύκτα εκείνην εν τω στρατοπέδω. 22 Σηκωθείς δε την νύκτα εκείνην, έλαβε τας δύο γυναίκας αυτού και τας δύο θεραπαίνας αυτού και τα ένδεκα παιδία αυτού και διέβη το πέρασμα του Ιαβόκ. 23 Και έλαβεν αυτούς και διεβίβασεν αυτούς τον χείμαρρον· διεβίβασε και τα υπάρχοντα αυτού. 24 Ο δε Ιακώβ έμεινε μόνος· και επάλαιε μετ' αυτού άνθρωπος έως τα χαράγματα της αυγής· 25 ιδών δε ότι δεν υπερίσχυσε κατ' αυτού, ήγγισε την άρθρωσιν του μηρού αυτού· και μετετοπίσθη η άρθρωσις του μηρού του Ιακώβ, ενώ επάλαιε μετ' αυτού. 26 Ο δε είπεν, Άφες με να απέλθω, διότι εχάραξεν η αυγή. Και αυτός είπε, δεν θέλω σε αφήσει να απέλθης, εάν δεν με ευλογήσης. 27 Και είπε προς αυτόν, Τι είναι το όνομά σου; Ο δε είπεν, Ιακώβ. 28 Και εκείνος είπε, Δεν θέλει καλεσθή πλέον το όνομά σου Ιακώβ, αλλά Ισραήλ· διότι ενίσχυσας μετά Θεού, και μετά ανθρώπων θέλεις είσθαι δυνατός. 29 Ηρώτησε δε ο Ιακώβ λέγων, Φανέρωσόν μοι, παρακαλώ, το όνομά σου. Ο δε είπε, Διά τι ερωτάς το όνομά μου; Και ευλόγησεν αυτόν εκεί. 30 Και εκάλεσεν Ιακώβ το όνομα του τόπου εκείνον Φανουήλ, λέγων, Διότι είδον τον Θεόν πρόσωπον προς πρόσωπον, και εφυλάχθη η ζωή μου. 31 Και ανέτειλεν ο ήλιος επ' αυτού, καθώς διέβη το Φανουήλ· εχώλαινε δε κατά τον μηρόν αυτού. 32 Διά τούτο μέχρι της σήμερον δεν τρώγουσιν οι υιοί του Ισραήλ τον ναρκωθέντα μυώνα, όστις είναι επί της αρθρώσεως του μηρού· διότι εκείνος ήγγισε την άρθρωσιν του μηρού του Ιακώβ κατά τον μυώνα τον ναρκωθέντα.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Jacob

    Father of the tribes

    He wrestled with God through the night and rose as Israel, father of twelve tribes.

    Cited in the guide: Genesis 25–35; 46–49

  • Rachel

    Matriarch, mother of Joseph

    Jacob's beloved wife, mother of Joseph and Benjamin, who died in childbirth.

    Cited in the guide: Genesis 29-35

Cross references (27)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Psalm 91:11; Psalm 34:7; Ephesians 3:10; Hebrews 1:4; 2 Kings 6:16–17
  2. 2 2 Samuel 2:8; Joshua 5:14; Joshua 21:38; 1 Kings 2:8; Luke 2:13
  3. 3 Joshua 24:4; Genesis 25:30; Genesis 14:6; Genesis 33:14; Deuteronomy 2:5
  4. 4 1 Peter 3:6; 1 Kings 20:32; Genesis 33:8; Genesis 32:18; Genesis 27:37
  5. 5 Genesis 33:8; Genesis 33:15; Job 6:22; Genesis 33:11; 2 Samuel 16:4
  6. 6 Genesis 33:1; Amos 5:19; Genesis 32:11; Genesis 27:40–41; Genesis 32:8
  7. 7 Genesis 35:3; Genesis 32:11; Psalm 107:6; Proverbs 2:11; 2 Corinthians 1:8–10
  8. 8 Genesis 33:1–3; Matthew 10:16
  9. 9 Genesis 31:42; Psalm 34:4–6; Genesis 31:3; Genesis 28:13; Genesis 31:13
  10. 10 Psalm 18:35; Genesis 24:27; 2 Samuel 7:18; 1 Timothy 1:12–15; Job 42:5–6
  11. 11 Psalm 59:1–2; Proverbs 18:19; Matthew 6:13; Psalm 31:2; Daniel 3:17
  12. 12 Genesis 28:13–15; Hebrews 6:17; Titus 1:2; Genesis 22:17; Genesis 46:3–4
  13. 13 Proverbs 18:16; Genesis 43:11; Proverbs 17:8; Proverbs 19:6; Proverbs 21:14
  14. 14 Job 1:3; Deuteronomy 8:18; Job 42:12; Genesis 31:16; Genesis 31:9
  15. 16 Isaiah 28:26; Matthew 10:16; Proverbs 2:11; Genesis 33:8–9; Psalm 112:5
  16. 17 Genesis 33:3
  17. 18 Genesis 32:4–5
  18. 20 Job 42:8–9; Proverbs 21:14; Proverbs 16:14; 2 Timothy 2:25; Genesis 43:11
  19. 22 Deuteronomy 3:16; Deuteronomy 2:37; Joshua 12:2; 1 Timothy 5:8; Genesis 35:22–26
  20. 24 Hosea 12:3–5; Ephesians 6:12; Genesis 32:28; Luke 13:24; Genesis 32:30
  21. 25 2 Corinthians 12:7–9; Hosea 12:3–4; Genesis 32:32; Matthew 26:41; Isaiah 45:11
  22. 26 Hosea 12:4; Psalm 115:12–13; 2 Corinthians 12:8–9; Psalm 67:1; 1 Chronicles 4:10
  23. 28 Revelation 2:17; Genesis 35:10; Isaiah 62:2–4; Hosea 12:3–5; Genesis 27:33–36
  24. 29 Job 11:7; Isaiah 9:6; Judges 13:16–18; Hosea 6:1; Genesis 27:28–29
  25. 30 Exodus 24:10–11; Numbers 12:8; Isaiah 6:5; Deuteronomy 5:24; Genesis 16:13
  26. 31 2 Corinthians 12:7; Malachi 4:2; Genesis 19:15; Psalm 38:17; Genesis 32:25
  27. 32 1 Samuel 5:5

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 32:28–30 Augustine of Hippo, The City of God (Book XVII, Chapters 12–13)

    … eternal, and of right belongs eternally to Jerusalem the free mother, where the genuine people of Israel shall be: for this name is interpreted "Seeing God;" in the desire of which reward a pious life is to be led through faith in this miserable pilgrimage.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  2. Quotes verse 32:26 Augustine of Hippo, Sermons on Selected Lessons of the New Testament (Sermon LXXII)

    And said to Him, "I will not let Thee go, except Thou bless me." When the conqueror was blessed by the Conquered, Christ was figured.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)

  3. Quotes verse 32:28 Augustine of Hippo, Sermons on Selected Lessons of the New Testament (Sermon LXXII)

    But this Jacob, when he received another name, heard the same words, "Thou shalt not be called Jacob, but Israel shalt thou be called." Search the Scriptures, and see how that he was always called both, both Jacob and Israel.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)