Skip to the text

Judges · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Judges 11 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και ο Ιεφθάε ο Γαλααδίτης ήτο δυνατός εν ισχύϊ· και ήτο υιός γυναικός πόρνης, και εγέννησεν ο Γαλαάδ τον Ιεφθάε. 2 Και εγέννησεν η γυνή του Γαλαάδ εις αυτόν υιούς· και ηυξήθησαν οι υιοί της γυναικός και απέβαλον τον Ιεφθάε, λέγοντες προς αυτόν, Δεν θέλεις κληρονομήσει εν τω οίκω του πατρός ημών· διότι είσαι υιός γυναικός ξένης. 3 Και έφυγεν ο Ιεφθάε από προσώπου των αδελφών αυτού και κατώκησεν εν τη γη Τώβ· και συνήχθησαν εις τον Ιεφθάε άνθρωποι ποταποί και εξήρχοντο μετ' αυτού. 4 Και μετά καιρόν οι υιοί Αμμών επολέμησαν εναντίον του Ισραήλ. 5 Και ότε επολέμησαν οι υιοί Αμμών εναντίον του Ισραήλ, οι πρεσβύτεροι της Γαλαάδ υπήγαν να παραλάβωσι τον Ιεφθάε εκ της γης Τωβ. 6 Και είπον προς τον Ιεφθάε, Ελθέ και γίνου αρχηγός ημών, διά να πολεμήσωμεν τους υιούς Αμμών. 7 Και είπεν ο Ιεφθάε προς τους πρεσβυτέρους της Γαλαάδ, Σεις δεν με εμισήσατε και με απεβάλετε εκ του οίκου του πατρός μου; διά τι λοιπόν ήλθετε τώρα προς εμέ, ότε ευρίσκεσθε εις αμηχανίαν; 8 Και είπαν οι πρεσβύτεροι της Γαλαάδ προς τον Ιεφθάε, Διά τούτο επεστρέψαμεν τώρα προς σέ· διά να έλθης μεθ' ημών και να πολεμήσης τους υιούς Αμμών και να ήσαι άρχων εφ' ημών, επί πάντων των κατοίκων της Γαλαάδ. 9 Και είπεν ο Ιεφθάε προς τους πρεσβυτέρους της Γαλαάδ, Εάν σεις με επαναφέρητε διά να πολεμήσω τους υιούς Αμμών, και ο Κύριος παραδώση αυτούς εις εμέ, εγώ θέλω είσθαι άρχων εφ' υμών; 10 Και είπαν οι πρεσβύτεροι της Γαλαάδ προς τον Ιεφθάε, Ο Κύριος ας ήναι μάρτυς μεταξύ ημών, εάν δεν κάμωμεν κατά τον λόγον σου. 11 Τότε υπήγεν ο Ιεφθάε μετά των πρεσβυτέρων της Γαλαάδ, και κατέστησεν αυτόν ο λαός εφ' εαυτού κεφαλήν και άρχοντα· και ελάλησεν ο Ιεφθάε πάντας τους λόγους αυτού ενώπιον του Κυρίου εν Μισπά. 12 Και απέστειλεν ο Ιεφθάε πρέσβεις προς τον βασιλέα των υιών Αμμών, λέγων, Τι έχεις να κάμης μετ' εμού και ήλθες εναντίον μου να πολεμήσης εν τη γη μου; 13 Και απεκρίθη ο βασιλεύς των υιών Αμμών προς τους πρέσβεις του Ιεφθάε, Διότι ο Ισραήλ έλαβε την γην μου, ότε ανέβαινεν εξ Αιγύπτου, από Αρνών έως Ιαβόκ και έως του Ιορδάνου· τώρα λοιπόν επίστρεψον αυτά εν ειρήνη. 14 Και απέστειλε πάλιν ο Ιεφθάε πρέσβεις προς τον βασιλέα των υιών Αμμών· 15 και είπε προς αυτόν, Ούτω λέγει ο Ιεφθάε· Ο Ισραήλ δεν έλαβε την γην του Μωάβ ουδέ την γην των υιών Αμμών· 16 αλλ' αφού ανέβη ο Ισραήλ εξ Αιγύπτου και επορεύθη διά της ερήμου εις την Ερυθράν θάλασσαν και ήλθεν εις Κάδης, 17 τότε ο Ισραήλ απέστειλε πρέσβεις προς τον βασιλέα του Εδώμ, λέγων, Ας περάσω, παρακαλώ, διά της γης σου· πλην ο βασιλεύς του Εδώμ δεν εισήκουσεν. Έτι δε και προς τον βασιλέα του Μωάβ απέστειλε· πλην και αυτός δεν συγκατένευσε· και εκάθισεν ο Ισραήλ εν Κάδης. 18 Τότε υπήγε διά της ερήμου και περιήλθε την γην του Εδώμ και την γην του Μωάβ και ήλθεν από ανατολών της γης του Μωάβ και εστρατοπέδευσε πέραν του Αρνών, και δεν εισήλθεν εις τα όρια του Μωάβ· διότι ο Αρνών ήτο όριον του Μωάβ. 19 Και απέστειλεν ο Ισραήλ πρέσβεις προς τον Σηών βασιλέα των Αμορραίων, βασιλέα της Εσεβών· και είπε προς αυτόν ο Ισραήλ, Ας περάσωμεν, παρακαλούμεν, διά της γης σου έως του τόπου μου. 20 Αλλ' ο Σηών δεν ενεπιστεύθη εις τον Ισραήλ να περάση διά του ορίου αυτού· όθεν εσύναξεν ο Σηών πάντα τον λαόν αυτού, και εστρατοπέδευσεν εν Ιαασά και επολέμησε τον Ισραήλ. 21 Και παρέδωκε Κύριος ο Θεός του Ισραήλ τον Σηών και πάντα τον λαόν αυτού εις την χείρα του Ισραήλ, και επάταξεν αυτούς· και ο Ισραήλ εκληρονόμησε πάσαν την γην των Αμορραίων, των κατοίκων της γης εκείνης. 22 Και εκληρονόμησαν πάντα τα όρια των Αμορραίων, από Αρνών έως Ιαβόκ και από της ερήμου έως του Ιορδάνου. 23 Και τώρα, αφού Κύριος ο Θεός του Ισραήλ εξεδίωξε τους Αμορραίους απ' έμπροσθεν του λαού αυτού Ισραήλ, συ θέλεις κληρονομήσει αυτούς; 24 συ δεν κληρονομείς ό,τι εκληροδότησεν εις σε Χεμώς ο Θεός σου; και ημείς, πάντα όσα εκληροδότησεν εις ημάς Κύριος ο Θεός ημών, ταύτα θέλομεν κληρονομήσει. 25 Και τώρα μήπως συ είσαί τι καλήτερος του Βαλάκ υιού του Σεπφώρ βασιλέως του Μωάβ; διεφιλονείκησεν εκείνος διόλου προς τον Ισραήλ ή επολέμησε ποτέ εναντίον αυτού, 26 αφού ο Ισραήλ κατώκησεν εις Εσεβών και εις τας κώμας αυτής, και εις Αροήρ και εις τας κώμας αυτής, και εις πάσας τας πόλεις τας πλησίον του Αρνών, τριακόσια έτη; διά τι λοιπόν εν τω διαστήματι τούτω δεν ηλευθερώσατε αυτά; 27 Εγώ λοιπόν δεν έπταισα εις σέ· αλλά συ πράττεις άδικα εις εμέ, πολεμών εναντίον μου. Ο Κύριος ο Κριτής ας κρίνη σήμερον αναμέσον των υιών Ισραήλ και των υιών Αμμών. 28 Αλλά δεν εισήκουσεν ο βασιλεύς των υιών Αμμών εις τους λόγους του Ιεφθάε, τους οποίους έστειλε προς αυτόν. 29 Τότε επήλθεν επί τον Ιεφθάε πνεύμα Κυρίου, και αυτός επέρασε διά της Γαλαάδ και του Μανασσή, και επέρασε διά της Μισπά της Γαλαάδ, και από Μισπά της Γαλαάδ επέρασεν επί τους υιούς Αμμών. 30 Και ευχήθη ο Ιεφθάε ευχήν προς τον Κύριον, και είπεν, Εάν τωόντι παραδώσης τους υιούς Αμμών εις την χείρα μου, 31 τότε ό,τι εξέλθη εκ των θυρών του οίκου μου εις συνάντησίν μου, όταν επιστρέφω εν ειρήνη από των υιών Αμμών, θέλει είσθαι του Κυρίου, και θέλω προσφέρει αυτό εις ολοκαύτωμα. 32 Τότε διέβη ο Ιεφθάε προς τους υιούς Αμμών διά να πολεμήση αυτούς· και παρέδωκεν αυτούς ο Κύριος εις την χείρα αυτού. 33 Και επάταξεν αυτούς, από Αροήρ έως της εισόδου Μινίθ, είκοσι πόλεις, και έως της πεδιάδος των αμπελώνων, εν σφαγή μεγάλη σφόδρα. Και εταπεινώθησαν οι υιοί Αμμών έμπροσθεν των υιών Ισραήλ. 34 Και ήλθεν ο Ιεφθάε εις Μισπά προς τον οίκον αυτού· και ιδού, η θυγάτηρ αυτού εξήρχετο εις συνάντησιν αυτού μετά τυμπάνων και χορών· και αύτη ήτο μονογενής· εκτός αυτής δεν είχεν ούτε υιόν ούτε θυγατέρα. 35 Και ως είδεν αυτήν, διέσχισε τα ιμάτια αυτού και είπεν, Οίμοι θυγάτηρ μου· όλως κατελύπησάς με, και συ είσαι εκ των καταθλιβόντων με· διότι εγώ ήνοιξα το στόμα μου προς τον Κύριον, και δεν δύναμαι να λάβω οπίσω τον λόγον μου. 36 Εκείνη δε είπε προς αυτόν, Πάτερ μου, εάν ήνοιξας το στόμα σου προς τον Κύριον, κάμε εις εμέ κατ' εκείνο το οποίον εξήλθεν εκ του στόματός σου· αφού ο Κύριος έκαμεν εκδίκησιν εις σε από των εχθρών σου, από των υιών Αμμών. 37 Και είπε προς τον πατέρα αυτής, Ας γείνη εις εμέ το πράγμα τούτο· άφες με δύο μήνας, διά να υπάγω να περιέλθω τα όρη και να κλαύσω την παρθενίαν μου, εγώ και αι σύντροφοί μου. 38 Ο δε είπεν, Υπαγε· και απέστειλεν αυτήν διά δύο μήνας, και υπήγεν αυτή μετά των συντρόφων αυτής και έκλαυσε την παρθενίαν αυτής επί τα όρη. 39 Και εις το τέλος των δύο μηνών επέστρεψε προς τον πατέρα αυτής· και έκαμεν εις αυτήν κατά την ευχήν αυτού την οποίαν ευχήθη· και αυτή δεν εγνώρισεν άνδρα. Και έγεινεν έθος εις τον Ισραήλ, 40 να υπάγωσιν αι θυγατέρες του Ισραήλ από χρόνου εις χρόνον, να θρηνώσι την θυγατέρα του Ιεφθάε του Γαλααδίτου, τέσσαρας ημέρας κατ' έτος.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Gilead

    Father of Jephthah

    Father of Jephthah by a prostitute, whose other sons by his wife drove Jephthah out of the family.

    Cited in the guide: Judges 11:1; Judges 11:2

  • Jephthah

    Gileadite judge and warrior

    Mighty warrior, son of Gilead and a prostitute, driven out by his half-brothers but recalled by the elders of Gilead to fight the Ammonites; he made a vow that fell on his only…

    Cited in the guide: Judges 11:1; Judges 11:11; Judges 11:30–31

  • Jephthah's daughter

    Jephthah's only child

    Unnamed only child of Jephthah, who came out with tambourines to meet him after the victory over Ammon, accepted his vow, mourned her virginity two months in the mountains, and…

    Cited in the guide: Judges 11:34; Judges 11:35; Judges 11:39–40

Cross references (35)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Hebrews 11:32; Judges 6:12; 2 Kings 5:1
  2. 2 Proverbs 2:16; Genesis 12:10; Deuteronomy 23:2; Proverbs 5:20; Galatians 4:30
  3. 3 Judges 9:4; 1 Samuel 22:2; 2 Samuel 10:8; Job 30:1–10; 1 Samuel 27:2
  4. 4 Judges 10:9
  5. 5 1 Corinthians 1:27–29; Acts 7:35–39; Psalm 118:22–23; 1 Samuel 11:12; Judges 10:17–18
  6. 7 Genesis 45:4–5; Revelation 3:9; Proverbs 17:17; Isaiah 60:14; Acts 7:9–14
  7. 8 Judges 10:18; Exodus 9:28; Exodus 10:17; 1 Kings 13:6; Exodus 8:28
  8. 9 Numbers 32:20–29
  9. 10 Jeremiah 42:5; Genesis 31:50; Genesis 16:5; Jeremiah 29:23; 1 Samuel 24:12
  10. 11 1 Samuel 10:17; Judges 20:1; Judges 10:17; James 1:5; James 1:17
  11. 12 Matthew 18:15–16; Proverbs 25:8–9; Deuteronomy 2:26; Numbers 20:14; 2 Kings 14:8–12
  12. 13 Genesis 32:22; Numbers 21:24–26; Proverbs 19:9; Deuteronomy 2:37; Proverbs 19:5
  13. 14 1 Peter 3:11; Hebrews 12:14; Psalm 120:7; Romans 12:18
  14. 15 Deuteronomy 2:19; Deuteronomy 2:9; 2 Chronicles 20:10; Numbers 21:13–15; Numbers 21:27–30
  15. 16 Numbers 14:25; Deuteronomy 1:40; Numbers 20:1; Numbers 13:26; Joshua 5:6
  16. 17 Numbers 20:14–21; Deuteronomy 2:4–9; Numbers 20:1; Joshua 24:9; Deuteronomy 2:29
  17. 18 Numbers 21:4–13; Deuteronomy 2:1–8; Numbers 22:36; Numbers 33:37–44; Numbers 20:22
  18. 19 Deuteronomy 2:26–36; Numbers 21:21–35; Joshua 13:8–12; Deuteronomy 3:1–17
  19. 20 Psalm 135:10–12; Deuteronomy 2:32–34; Joshua 13:15–32; Numbers 21:23–25; Nehemiah 9:22
  20. 22 Deuteronomy 2:36
  21. 24 Micah 4:5; Numbers 21:29; Psalm 78:55; 1 Kings 11:7; Joshua 3:10
  22. 25 Micah 6:5; Joshua 24:9–10; Deuteronomy 23:3–4; Numbers 22:2–21
  23. 26 Deuteronomy 2:36; Joshua 12:2; Judges 9:22; Judges 5:31; Joshua 11:18
  24. 27 Genesis 18:25; Genesis 16:5; 1 Samuel 24:15; 1 Samuel 24:12; Genesis 31:53
  25. 28 Proverbs 16:18; 2 Kings 14:11
  26. 29 Judges 3:10; Numbers 11:25; Judges 13:25; 1 Samuel 10:10; Judges 10:17
  27. 30 Genesis 28:20; 1 Samuel 1:11; Ecclesiastes 5:4–5; Ecclesiastes 5:1–2; Numbers 30:2–16
  28. 31 Psalm 66:13–14; 1 Samuel 1:28; 1 Samuel 1:11; Leviticus 27:28–29; 1 Samuel 14:44
  29. 32 Judges 1:4; Judges 3:10; Judges 2:18
  30. 33 Ezekiel 27:17; Deuteronomy 2:36
  31. 34 Jeremiah 31:4; Exodus 15:20; Judges 11:11; Judges 10:17; Psalm 150:4
  32. 35 Matthew 14:7–9; Genesis 42:36–38; 2 Samuel 13:30–31; 1 Samuel 14:44–45; Genesis 37:34–35
  33. 36 Acts 21:13; Romans 16:4; Philippians 2:30; 2 Samuel 18:19; 2 Samuel 19:30
  34. 37 Luke 1:25; 1 Samuel 1:6
  35. 39 Isaiah 66:3; Judges 11:31; 1 Samuel 2:18; Leviticus 27:28–29; 1 Samuel 1:24

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences