Skip to the text

Ruth · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Ruth 2 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Είχε δε η Ναομί συγγενή τινά του ανδρός αυτής, άνθρωπον δυνατόν εν ισχύϊ, εκ της συγγενείας του Ελιμέλεχ· και το όνομα αυτού Βοόζ. 2 Και είπεν η Ρούθ η Μωαβίτις προς την Ναομί, Ας υπάγω, παρακαλώ, εις τον αγρόν διά να συνάξω αστάχυα κατόπιν ούτινος εύρω χάριν εις τους οφθαλμούς· και είπε προς αυτήν, Ύπαγε, θυγάτηρ μου. 3 Και υπήγε και ελθούσα εσταχυολόγει εν τω αγρώ κατόπιν των θεριστών· και έτυχεν εν μέρει του αγρού του Βοόζ, όστις ήτο εκ της συγγενείας του Ελιμέλεχ. 4 Και ιδού, ο Βοόζ ήλθεν εκ Βηθλεέμ και είπε προς τους θεριστάς, Κύριος μεθ' υμών. Και απεκρίθησαν προς αυτόν, Κύριος να σε ευλογήση. 5 Τότε είπεν ο Βοόζ προς τον υπηρέτην αυτού, τον επιστάτην των θεριστών, Τίνος είναι η νέα αύτη; 6 Και ο υπηρέτης ο επιστάτης των θεριστών απεκρίθη και είπεν, είναι η νέα η Μωαβίτις, η επιστρέψασα μετά της Ναομί εκ γης Μωάβ· 7 και είπεν, Ας σταχυολογήσω, παρακαλώ, και ας συνάξω τι μεταξύ των δεματίων κατόπιν των θεριστών· και ήλθε και εστάθη από πρωΐας έως ταύτης της ώρας· ολίγον μόνον ανεπαύθη εν τη οικία. 8 Και είπεν ο Βοόζ προς την Ρούθ, Δεν ακούεις, θυγάτηρ μου; μη υπάγης να σταχυολογήσης εν άλλω αγρώ, μηδέ να αναχωρήσης εντεύθεν, αλλά μένε ενταύθα μετά των κορασίων μου· 9 ας ήναι οι οφθαλμοί σου επί τον αγρόν όπου θερίζουσι, και ύπαγε κατόπιν αυτών· δεν προσέταξα εγώ εις τους νέους να μη σε εγγίσωσι; και όταν διψήσης ύπαγε εις τα αγγεία και πίνε από ό,τι αντλήσωσιν οι νέοι. 10 Η δε έπεσε κατά πρόσωπον και προσεκύνησεν έως εδάφους και είπε προς αυτόν, Πως εγώ εύρηκα χάριν εις τους οφθαλμούς σου, ώστε να λάβης πρόνοιαν περί εμού, ενώ είμαι ξένη; 11 Και ο Βοόζ απεκρίθη και είπε προς αυτήν, Ανηγγέλθησαν προς εμέ ακριβώς πάντα όσα έκαμες εις την πενθεράν σου μετά τον θάνατον του ανδρός σου· και ότι αφήκας τον πατέρα σου και την μητέρα σου και την γην της γεννήσεώς σου, και ήλθες προς λαόν, τον οποίον δεν εγνώριζες πρότερον· 12 ο Κύριος να ανταμείψη το έργον σου, και ο μισθός σου να ήναι πλήρης παρά Κυρίου του Θεού του Ισραήλ, υπό τας πτέρυγας του οποίου ήλθες να σκεπασθής. 13 Η δε είπεν, Ας εύρω χάριν εις τους οφθαλμούς σου, κύριέ μου· επειδή με παρηγόρησας και επειδή ελάλησας ευμενώς προς την δούλην σου, αν και εγώ δεν είμαι ουδέ ως μία των θεραπαινίδων σου. 14 Και είπε προς αυτήν ο Βοόζ την ώραν του φαγητού, Ελθέ και φάγε εκ του άρτου και βρέξον το ψωμίον σου εις το όξος. Και αυτή εκάθισεν εις τα πλάγια των θεριστών· εκείνος δε έδωκεν εις αυτήν σίτον πεφρυγανισμένον, και έφαγε και εχορτάσθη και επερίσσευσε. 15 Και εσηκώθη να σταχυολογήση, και προσέταξεν ο Βοόζ εις τους νέους αυτού, λέγων, Και μεταξύ των δεματίων ας σταχυολογή, και μη επιπλήττετε αυτήν· 16 και μάλιστα αφίνετε να πίπτη τι από των χειροβόλων διά αυτήν και αφίνετε να συλλέγη και μη ελέγχετε αυτήν. 17 Και εσταχυολόγησεν εν τω αγρώ έως εσπέρας και εκοπάνισεν όσον εσταχυολόγησε· και ήτο έως εν εφά κριθής. 18 Και εσήκωσεν αυτό και εισήλθεν εις την πόλιν· και είδεν η πενθερά αυτής όσον εσταχυολόγησε· και εκβαλούσα η Ρούθ, έδωκεν εις αυτήν ό,τι είχε περισσεύσει αφού εχορτάσθη. 19 Και είπε προς αυτήν η πενθερά αυτής, Που εσταχυολόγησας σήμερον; και που εδούλευσας; ευλογημένος να ήναι εκείνος όστις έλαβε πρόνοιαν περί σου. Και εκείνη εφανέρωσε προς την πενθεράν αυτής εις τίνος αγρόν εδούλευσε και είπε, το όνομα του ανθρώπου, εις τον οποίον εδούλευσα σήμερον, είναι Βοόζ. 20 Και είπεν η Ναομί προς την νύμφην αυτής, Ευλογημένος παρά Κυρίου εκείνος όστις δεν αφήκε το έλεος αυτού προς τους ζώντας και προς τους τεθνεώτας. Και είπε προς αυτήν η Ναομί, Συγγενής ημών είναι ο άνθρωπος ούτος εκ των πλησίον συγγενών ημών. 21 Και είπεν η Ρούθ η Μωαβίτις, Αυτός με είπε προσέτι, Συ θέλεις μένει μετά των ανθρώπων μου, εωσού τελειώσωσιν όλον τον θερισμόν μου. 22 Και είπεν η Ναομί προς την Ρούθ την νύμφην αυτής, Είναι καλόν, θυγάτηρ μου, να εκβαίνης μετά των κορασίων αυτού, και να μη σε απαντήσωσιν εν άλλω αγρώ. 23 Και προσεκολλήθη εις τα κοράσια του Βοόζ διά να σταχυολογή, εωσού τελειώση ο θερισμός των κριθών και ο θερισμός του σίτου· και εκάθητο μετά της πενθεράς αυτής.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Boaz

    Kinsman-redeemer

    The kind landowner of Bethlehem who redeemed and married Ruth the Moabite.

    Cited in the guide: Ruth 2-4; 1 Chron. 2:11-12; Matt. 1:5

  • Elimelech

    Naomi's husband from Bethlehem

    Ephrathite of Bethlehem in Judah who took his wife Naomi and sons Mahlon and Chilion to Moab in a famine and died there, whose clan-relative Boaz later bought back his land.

    Cited in the guide: Ruth 1:2; Ruth 1:3; Ruth 2:1

  • Ruth

    Great-grandmother of David

    The loyal Moabite widow whose devotion made her great-grandmother of King David.

    Cited in the guide: Ruth 1-4; Matthew 1:5

Cross references (23)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Ruth 4:21; Ruth 3:12; Ruth 3:2; Matthew 1:5; Deuteronomy 8:17–18
  2. 2 Leviticus 23:22; Leviticus 19:9; Deuteronomy 24:19–21; Leviticus 19:16; Ruth 2:7
  3. 3 2 Thessalonians 3:12; Matthew 10:29; Luke 10:31; 1 Thessalonians 4:11–12; 2 Kings 8:5
  4. 4 Psalm 129:7–8; Luke 1:28; Judges 6:12; 2 Timothy 4:22; 2 Thessalonians 3:16
  5. 5 1 Chronicles 2:11–12; Ruth 4:21
  6. 6 Ruth 1:22; Matthew 24:45; Genesis 39:4; Ruth 1:19; Ruth 1:16
  7. 7 Proverbs 15:33; Proverbs 22:29; 1 Peter 5:5–6; Ephesians 5:21; Proverbs 13:4
  8. 8 2 Kings 5:13; Matthew 9:2; Song of Songs 1:7–8; 1 Samuel 3:16; 1 Samuel 3:6
  9. 9 1 John 5:18; Genesis 20:6; Matthew 10:42; 1 Corinthians 7:1; Psalm 105:15
  10. 10 1 Samuel 25:23; Ruth 2:13; Luke 1:48; Luke 17:16–18; Luke 1:43
  11. 11 Luke 14:33; Luke 18:29–30; Luke 5:11; Ruth 1:14–22; Psalm 45:10
  12. 12 Psalm 36:7; Psalm 91:4; Psalm 63:7; Psalm 17:8; Psalm 61:4
  13. 13 1 Samuel 1:18; Philippians 2:3; Genesis 33:8; Genesis 34:3; Genesis 33:10
  14. 14 Ruth 2:18; 2 Kings 4:43–44; Matthew 14:20; Deuteronomy 8:10; Luke 14:12–14
  15. 15 James 1:5
  16. 16 Romans 12:13; 1 John 3:17–18; Deuteronomy 24:19–21; Matthew 25:40; Proverbs 19:17
  17. 17 Proverbs 31:27; Ezekiel 45:11–12; Exodus 16:36
  18. 18 Ruth 2:14; 1 Timothy 5:4; John 6:12–13
  19. 19 Ruth 2:10; Psalm 41:1; 1 Kings 7:21; 2 Corinthians 9:13–15
  20. 20 2 Samuel 2:5; Ruth 3:9–10; Deuteronomy 25:5–7; Leviticus 25:25; Ruth 4:14
  21. 21 Song of Songs 1:7–8; Ruth 2:7–8; Ruth 2:22
  22. 22 Song of Songs 1:8; Proverbs 27:10
  23. 23 Ephesians 6:1–3; Deuteronomy 16:9; Proverbs 6:6–8; 1 Corinthians 15:33; Proverbs 13:20

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences