Skip to the text

Judges · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Judges 6 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και έπραξαν οι υιοί Ισραήλ πονηρά ενώπιον του Κυρίου· και παρέδωκεν αυτούς ο Κύριος εις την χείρα του Μαδιάμ επτά έτη. 2 Και κατίσχυσεν χειρ του Μαδιάμ επί τον Ισραήλ· εξ αιτίας των Μαδιανιτών έκαμον εις εαυτούς οι υιοί Ισραήλ τας φωλεάς εκείνας, τας επί των ορέων, και τα σπήλαια και τα οχυρώματα. 3 Και ότε έσπερνεν ο Ισραήλ, ανέβαινον οι Μαδιανίται και οι Αμαληκίται και οι κάτοικοι της ανατολής και ήρχοντο εναντίον αυτού· 4 και στρατοπεδεύοντες εναντίον αυτών διέφθειρον τα γεννήματα της γης, έως της εισόδου Γάζης, και δεν άφινον ζωοτροφίαν εις τον Ισραήλ, ούτε πρόβατον ούτε βουν ούτε όνον. 5 Διότι ανέβαινον αυτοί και τα ποίμνια αυτών και ήρχοντο μετά των σκηνών αυτών, πολυάριθμοι ως ακρίδες· αναρίθμητοι ήσαν και αυτοί και αι κάμηλοι αυτών· και εισήρχοντο εις την γην διά να φθείρωσιν αυτήν. 6 Και επτώχευσε σφόδρα ο Ισραήλ εξ αιτίας των Μαδιανιτών· διά τούτο οι υιοί Ισραήλ εβόησαν προς τον Κύριον. 7 Και ότε εβόησαν προς τον Κύριον οι υιοί Ισραήλ διά τους Μαδιανίτας, 8 τότε απέστειλεν ο Κύριος άνδρα προφήτην προς τους υιούς Ισραήλ, και είπε προς αυτούς, Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· Εγώ ανεβίβασα υμάς εξ Αιγύπτου και εξήγαγον υμάς εξ οίκου δουλείας, 9 και ελύτρωσα υμάς εκ χειρός των Αιγυπτίων και εκ χειρός πάντων των καταθλιβόντων υμάς, και εξεδίωξα αυτούς απ' έμπροσθεν υμών και έδωκα εις εσάς την γην αυτών· 10 και είπα προς εσάς, Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σας· δεν θέλετε σεβασθή τους θεούς των Αμορραίων, εν τη γη των οποίων κατοικείτε· και δεν υπηκούσατε εις την φωνήν μου. 11 Και ήλθεν άγγελος Κυρίου και εκάθισεν υπό την δρυν την εν Οφρά, την του Ιωάς του Αβί-εζερίτου· και Γεδεών ο υιός αυτού εκοπάνιζε σίτον εν τω ληνώ, διά να κρύψη αυτόν από των Μαδιανιτών. 12 Και εφάνη εις αυτόν άγγελος Κυρίου και είπε προς αυτόν, Ο Κύριος μετά σου, δυνατέ εν ισχύϊ. 13 Και είπε προς αυτόν ο Γεδεών, Ω κύριέ μου, αν ο Κύριος ήναι μεθ' ημών, διά τι λοιπόν εύρηκαν ημάς πάντα ταύτα; και που είναι πάντα τα θαυμάσια αυτού, τα οποία διηγήθησαν εις ημάς οι πατέρες ημών, λέγοντες, Δεν ανεβίβασεν ημάς ο Κύριος εξ Αιγύπτου; αλλά τώρα εγκατέλιπεν ημάς ο Κύριος και παρέδωκεν ημάς εις τας χείρας των Μαδιανιτών. 14 Και εμβλέψας προς αυτόν ο Κύριος είπεν, Ύπαγε εν τη δυνάμει σου ταύτη, και θέλεις σώσει τον Ισραήλ εκ της χειρός του Μαδιάμ· δεν σε απέστειλα εγώ; 15 Ο δε είπε προς αυτόν, Ω κύριέ μου, με τι θέλω σώσει τον Ισραήλ; ιδού, η οικογένειά μου είναι η ταπεινοτέρα μεταξύ του Μανασσή, και εγώ ο μικρότερος εν τω οίκω του πατρός μου. 16 Και είπε προς αυτόν ο Κύριος, Αλλ' εγώ θέλω είσθαι μετά σου και θέλεις πατάξει τους Μαδιανίτας ως άνδρα ένα. 17 Ο δε είπε προς αυτόν, Εάν λοιπόν εύρηκα χάριν εις τους οφθαλμούς σου, δείξόν μοι σημείον ότι συ είσαι ο λαλών μετ' εμού. 18 Μη αναχωρήσης εντεύθεν, δέομαι, εωσού έλθω προς σε και εκφέρω την προσφοράν μου και θέσω ενώπιόν σου. Ο δε είπε, Θέλω περιμείνει εωσού επιστρέψης. 19 Και εισήλθεν ο Γεδεών και ητοίμασεν ερίφιον εξ αιγών και άζυμα ενός εφά αλεύρου· το μεν κρέας έθεσεν εις κάνιστρον, τον δε ζωμόν έβαλεν εις χύτραν, και έφερεν έξω προς αυτόν υπό την δρυν και προσέφερε. 20 Και είπε προς αυτόν ο άγγελος του Θεού, Λάβε το κρέας και τα άζυμα και θες επί ταύτην την πέτραν, και τον ζωμόν επίχεε. Και έκαμεν ούτω. 21 Και εξέτεινεν ο άγγελος του Κυρίου το άκρον της ράβδου, την οποίαν είχεν εν τη χειρί αυτού, και ήγγισε το κρέας και τα άζυμα· και ανέβη πυρ εκ της πέτρας και κατέφαγε το κρέας και τα άζυμα. Τότε απήλθεν ο άγγελος του Κυρίου από των οφθαλμών αυτού. 22 Και ιδών ο Γεδεών ότι ήτο άγγελος Κυρίου, είπεν ο Γεδεών, Οίμοι, Κύριε Θεέ· διότι είδον τον άγγελον του Κυρίου πρόσωπον προς πρόσωπον. 23 Και είπε προς αυτόν ο Κύριος, Ειρήνη σοι· μη φοβού· δεν θέλεις αποθάνει. 24 Και ωκοδόμησεν εκεί ο Γεδεών θυσιαστήριον εις τον Κύριον και ωνόμασεν αυτό Ιεοβά-σαλώμ· έως της ημέρας ταύτης είναι εν Οφρά των Αβί-εζεριτών. 25 Και την αυτήν νύκτα είπεν ο Κύριος προς αυτόν, Λάβε τον βουν του πατρός σου και τον δεύτερον βουν τον επταετή, και κατεδάφισον τον βωμόν του Βάαλ, τον οποίον έχει ο πατήρ σου, και το άλσος το πλησίον αυτού κατάκοψον· 26 και οικοδόμησον θυσιαστήριον εις Κύριον τον Θεόν σου επί της κορυφής της πέτρας ταύτης, κατά το διατεταγμένον· και λάβε τον δεύτερον βουν και πρόσφερε ολοκαύτωμα με τα ξύλα του άλσους, το οποίον θέλεις κατακόψει. 27 Και έλαβεν ο Γεδεών δέκα άνδρας εκ των δούλων αυτού και έκαμε καθώς είπε προς αυτόν ο Κύριος· και επειδή εφοβήθη τον οίκον του πατρός αυτού και τους ανθρώπους της πόλεως, να κάμη τούτο την ημέραν, έκαμεν αυτό την νύκτα. 28 Και ότε οι άνθρωποι της πόλεως εξηγέρθησαν το πρωΐ, ιδού, ήτο κρημνισμένος ο βωμός του Βάαλ, και το άλσος το πλησίον αυτού κατακεκομμένον, και ο δεύτερος βους ώλοκαυτωμένος επί το θυσιαστήριον το ωκοδομημένον. 29 Και είπεν ο εις προς τον άλλον, Τις έκαμε το πράγμα τούτο; Και εξετάσαντες και ανερευνήσαντες είπον, Ο Γεδεών ο υιός του Ιωάς έκαμε το πράγμα τούτο. 30 Τότε οι άνθρωποι της πόλεως είπον προς τον Ιωάς, Έκβαλε τον υιόν σου διά να θανατωθή, επειδή εκρήμνισε τον βωμόν του Βάαλ και επειδή κατέκοψε το άλσος το πλησίον αυτού. 31 Και είπεν ο Ιωάς προς πάντας τους εξανισταμένους εναντίον αυτού, Μήπως σεις θέλετε διεκδικήσει υπέρ του Βάαλ; ή σεις θέλετε σώσει αυτόν; όστις διεκδικήση υπέρ αυτού θέλει θανατωθή έως πρωΐας· εάν ούτος ήναι Θεός, ας διεκδικήση υπέρ εαυτού, διότι εκρήμνισαν τον βωμόν αυτού. 32 Διά τούτο ωνόμασεν αυτόν εν τη ημέρα εκείνη Ιεροβάαλ, λέγων, Ας εκδικήση κατ' αυτού ο Βάαλ, διότι εκρήμνισε τον βωμόν αυτού. 33 Τότε συνήχθησαν ομού πάντες οι Μαδιανίται και οι Αμαληκίται και οι κάτοικοι της ανατολής και διέβησαν και εστρατοπέδευσαν εν τη κοιλάδι Ιεζραέλ. 34 Και το Πνεύμα του Κυρίου περιεχύθη επί τον Γεδεών, και εσάλπισεν εν σάλπιγγι και συνήχθησαν οι Αβί-εζερίται οπίσω αυτού. 35 Και εξαπέστειλε μηνυτάς προς πάντα τον Μανασσή, και συνήχθη και αυτός οπίσω αυτού· εξαπέστειλεν έτι μηνυτάς προς τον Ασήρ και προς τον Ζαβουλών και προς τον Νεφθαλί· και ανέβησαν εις συνάντησιν αυτών. 36 Και είπεν ο Γεδεών προς τον Θεόν, Εάν μέλλης να σώσης διά χειρός μου τον Ισραήλ, καθώς ελάλησας, 37 ιδού, εγώ θέλω βάλει τον πόκον του μαλλίου εις το αλώνιον· εάν γείνη δρόσος μόνον επί τον πόκον, εφ' όλην δε την γην ξηρασία, τότε θέλω γνωρίσει ότι θέλεις σώσει διά χειρός μου τον Ισραήλ, καθώς ελάλησας. 38 Και έγεινεν ούτω· διότι σηκωθείς την επαύριον το πρωΐ, επίεσε τον πόκον και εξέθλιψε δρόσον εκ του πόκου, λεκάνην πλήρη ύδατος. 39 Και είπεν ο Γεδεών προς τον Θεόν, Ας μη εξαφθή ο θυμός σου εναντίον μου, και θέλω λαλήσει μόνον ταύτην την φοράν· ας δοκιμάσω, δέομαι, ταύτην μόνην την φοράν εν τω πόκω· ας γείνη τώρα ξηρασία μόνον επί τον πόκον, εφ' όλην δε την γην ας ήναι δρόσος. 40 Και έκαμεν ο Θεός ούτω την νύκτα εκείνην· και έγεινε ξηρασία μόνον επί τον πόκον, εφ' όλην δε την γην ήτο δρόσος.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Gideon

    Judge who routed Midian

    Youngest son of Joash the Abiezrite, called by the angel of the LORD while threshing wheat at Ophrah, who tore down his father's Baal altar and so was named Jerubbaal, routed…

    Cited in the guide: Judges 6:11; Judges 6:32; Judges 7:7

  • Joash

    Father of Gideon

    Abiezrite of Ophrah and father of Gideon, who defended his son against the townsmen who wanted him killed for tearing down the altar of Baal, and in whose tomb Gideon was buried.

    Cited in the guide: Judges 6:11; Judges 6:29–31; Judges 8:32

Cross references (36)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Nehemiah 9:26–29; Judges 2:19–20; Judges 2:11; Numbers 31:1–3; Deuteronomy 28:15–68
  2. 2 Hebrews 11:38; 1 Samuel 13:6; 1 Samuel 14:11; Leviticus 26:17; Deuteronomy 28:47–48
  3. 3 Judges 7:12; Judges 6:33; Judges 3:13; Genesis 29:1; Job 1:3
  4. 4 Leviticus 26:16; Deuteronomy 28:51; Micah 6:15; Deuteronomy 28:33; Jeremiah 49:9–10
  5. 5 Judges 7:12; Judges 8:10; Isaiah 60:6; Jeremiah 49:32; Jeremiah 49:29
  6. 6 Judges 3:9; Psalm 50:15; Jeremiah 5:17; Psalm 106:43–44; Judges 3:15
  7. 8 Ezekiel 20:5–32; Psalm 136:10–16; Isaiah 63:9–14; Judges 2:1–3; Nehemiah 9:9–12
  8. 9 Psalm 44:2–3
  9. 10 Jeremiah 10:2; Jeremiah 9:13; Exodus 20:2–3; 2 Kings 17:35–39; Judges 2:2
  10. 11 Joshua 17:2; Hebrews 11:32; Judges 13:3; Judges 8:2; Isaiah 63:9
  11. 12 Joshua 1:5; Luke 1:28; Judges 2:18; Joshua 1:9; Judges 13:3
  12. 13 Psalm 77:7–9; 2 Chronicles 15:2; Isaiah 59:1–2; Psalm 44:1; Psalm 89:49
  13. 14 Joshua 1:5–9; Hebrews 11:34; 1 Samuel 12:11; Judges 4:6; Hebrews 11:32
  14. 15 Exodus 3:11; 1 Samuel 9:21; Exodus 4:10; Jeremiah 1:6; Ephesians 3:8
  15. 16 Joshua 1:5; Exodus 3:12; Acts 11:21; Mark 16:20; Isaiah 41:10
  16. 17 Psalm 86:17; Exodus 33:13; Isaiah 7:11; Genesis 15:8–17; Exodus 33:16
  17. 18 Genesis 18:5; Judges 13:15; Genesis 18:3; Genesis 19:3
  18. 19 Genesis 18:6–8; Leviticus 2:4; Judges 13:15–19
  19. 20 Judges 13:19; 1 Kings 18:33–34
  20. 21 Leviticus 9:24; 1 Kings 18:38; 2 Chronicles 7:1; 1 Chronicles 21:26; Judges 13:20
  21. 22 Genesis 32:30; Exodus 33:20; Deuteronomy 5:26; John 1:18; John 12:41
  22. 23 Daniel 10:19; Genesis 43:23; John 14:27; John 20:26; John 20:19
  23. 24 Genesis 22:14; Exodus 17:15; Ezekiel 48:35; Judges 8:32; Jeremiah 33:16
  24. 25 Exodus 34:13; Judges 3:7; 2 Corinthians 6:15–17; Matthew 10:37; Acts 5:29
  25. 26 1 Corinthians 14:40; 1 Corinthians 14:33; 2 Samuel 24:18
  26. 27 1 Thessalonians 2:4; John 2:5; Deuteronomy 4:1; John 3:2; John 15:14
  27. 30 Acts 26:9; Philippians 3:6; John 16:2; Jeremiah 26:11; Jeremiah 50:38
  28. 31 Ephesians 5:11; Jeremiah 10:5; Jeremiah 10:11; 1 Corinthians 8:4; Psalm 115:4–7
  29. 32 1 Samuel 12:11; Judges 7:1; 2 Samuel 11:21; Hosea 9:10; Jeremiah 11:13
  30. 33 Joshua 17:16; Judges 6:3; Romans 8:35–39; Psalm 27:2–3; Isaiah 8:9–10
  31. 34 2 Chronicles 24:20; 1 Chronicles 12:18; Judges 3:10; Judges 3:27; Romans 13:14
  32. 35 Judges 4:6; 2 Chronicles 30:6–12
  33. 36 Judges 6:14; Matthew 16:1; 2 Kings 20:9; Psalm 103:13–14; Judges 6:17–20
  34. 37 Matthew 15:24; Hosea 14:5; Matthew 10:5–6; Psalm 72:6; Hosea 6:3–4
  35. 38 Isaiah 35:7
  36. 39 Genesis 18:32; Psalm 107:33–35; Isaiah 50:2; Matthew 21:43; Isaiah 43:19–20

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 6:37 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book III, Chapter XVII)

    3. Gideon, that Israelite whom God chose, that he might save the people of Israel from the power of foreigners, foreseeing this gracious gift, changed his request, and prophesied that there would be dryness upon the fleece of wool (a type of the people), on which alone at first there had been dew; thus indicating that they should no longer …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Quotes verse 6:36–40 Augustine of Hippo, Expositions on the Psalms (Psalm XLVI)

    For this, ye know, happened in a certain miracle, the ground was dry, the fleece only was wet, yet rain in the fleece appeared not. So also the mystery of the New Testament appeared not in the nation of the Jews.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 8 (1888)