Skip to the text

Genesis · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Genesis 39 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Ο δε Ιωσήφ κατεβιβάσθη εις την Αίγυπτον· και ο Πετεφρής ο αυλικός του Φαραώ, ο άρχων των σωματοφυλάκων, άνθρωπος Αιγύπτιος, ηγόρασεν αυτόν εκ των χειρών των Ισμαηλιτών, οίτινες κατεβίβασαν αυτόν εκεί. 2 Και ήτο ο Κύριος μετά του Ιωσήφ, και ήτο άνθρωπος ευοδούμενος· και ευρίσκετο εν τω οίκω του κυρίου αυτού Αιγυπτίου. 3 Και είδεν ο κύριος αυτού, ότι ο Κύριος ήτο μετ' αυτού, και ευώδωνεν ο Κύριος εις τας χείρας αυτού πάντα όσα έκαμνε. 4 Και εύρηκεν ο Ιωσήφ χάριν έμπροσθεν αυτού και υπηρέτει αυτόν· και κατέστησεν αυτόν επιστάτην επί του οίκου αυτού· και πάντα όσα είχε, παρέδωκεν εις τας χείρας αυτού. 5 Και εξ εκείνου του καιρού, αφού κατέστησεν αυτόν επιστάτην επί του οίκου αυτού και επί πάντων όσα είχεν, ευλόγησεν ο Κύριος τον οίκον του Αιγυπτίου εξ αιτίας του Ιωσήφ· και ήτο η ευλογία του Κυρίου επί πάντα όσα είχεν, εν τω οίκω και εν τοις αγροίς. 6 Και παρέδωκε πάντα όσα είχεν εις τας χείρας του Ιωσήφ· και δεν ήξευρεν εκ των υπαρχόντων αυτού ουδέν, πλην του άρτου τον οποίον έτρωγεν. Ήτο δε ο Ιωσήφ ευειδής και ώραίος την όψιν. 7 Και μετά τα πράγματα ταύτα, η γυνή του κυρίου αυτού έρριψε τους οφθαλμούς αυτής επί τον Ιωσήφ· και είπε, Κοιμήθητι μετ' εμού. 8 Αλλ' εκείνος δεν ήθελε, και είπε προς την γυναίκα του κυρίου αυτού, Ιδού· ο κύριός μου δεν γνωρίζει ουδέν εκ των όσα είναι μετ' εμού εν τω οίκω· και πάντα όσα έχει, παρέδωκεν εις τας χείρας μου· 9 δεν είναι εν τω οίκω τούτω ουδείς μεγαλήτερός μου, ούτε είναι απηγορευμένον εις εμέ άλλο τι πλην σου, διότι είσαι η γυνή αυτού· και πως να πράξω τούτο το μέγα κακόν, και να αμαρτήσω εναντίον του Θεού; 10 Αν και ελάλει προς τον Ιωσήφ καθ' εκάστην ημέραν, ούτος όμως δεν υπήκουσεν εις αυτήν να κοιμηθή μετ' αυτής, διά να συνευρεθή μετ' αυτής. 11 Και ημέραν τινά εισήλθεν ο Ιωσήφ εις την οικίαν διά να κάμη τα έργα αυτού, και ουδείς εκ των ανθρώπων του οίκου ήτο εκεί εν τω οίκω. 12 Και εκείνη ήρπασεν αυτόν από του ιματίου αυτού, λέγουσα, Κοιμήθητι μετ' εμού· αλλ' εκείνος αφήσας το ιμάτιον αυτού εις τας χείρας αυτής, έφυγε, και εξήλθεν έξω. 13 Και ως είδεν ότι αφήκε το ιμάτιον αυτού εις τας χείρας αυτής και έφυγεν έξω, 14 εβόησε προς τους ανθρώπους της οικίας αυτής και ελάλησε προς αυτούς, λέγουσα, Ίδετε, έφερεν εις ημάς άνθρωπον Εβραίον διά να μας εμπαίξη· εισήλθε προς εμέ διά να κοιμηθή μετ' εμού και εγώ εβόησα μετά φωνής μεγάλης· 15 και ως ήκουσεν ότι ύψωσα την φωνήν μου και εβόησα, αφήσας το ιμάτιον αυτού παρ' εμοί έφυγε και εξήλθεν έξω. 16 Και απέθεσε το ιμάτιον αυτού παρ' αυτή, εωσού ήλθεν ο κύριος αυτού εις τον οίκον αυτού. 17 Και είπε προς αυτόν κατά τους λόγους τούτους, λέγουσα, Ο δούλος ο Εβραίος, τον οποίον έφερες εις ημάς, εισήλθε προς εμέ διά να με εμπαίξη, 18 και ως ύψωσα την φωνήν μου και εβόησα, αφήσας το ιμάτιον αυτού παρ' εμοί, έφυγεν έξω. 19 Και ως ήκουσεν ο κύριος αυτού τους λόγους της γυναικός αυτού, τους οποίους ελάλησε προς αυτόν, λέγουσα, Ούτω μοι έκαμεν ο δούλός σου, εξήφθη η οργή αυτού. 20 Και λαβών ο κύριος του Ιωσήφ αυτόν, έβαλεν αυτόν εις την οχυράν φυλακήν, εις τον τόπον όπου οι δέσμιοι του βασιλέως ήσαν πεφυλακισμένοι και έμενεν εκεί εν τη οχυρά φυλακή. 21 Αλλ' ο Κύριος ήτο μετά του Ιωσήφ και επέχεεν εις αυτόν έλεος, και έδωκε χάριν εις αυτόν έμπροσθεν του αρχιδεσμοφύλακος. 22 Και παρέδωκεν ο αρχιδεσμοφύλαξ εις τας χείρας του Ιωσήφ πάντας τους δεσμίους, τους εν τη οχυρά φυλακή· και πάντα όσα επράττοντο εκεί, αυτός έκαμνεν αυτά. 23 Ο αρχιδεσμοφύλαξ δεν εθεώρει ουδέν εκ των όσα ήσαν εις τας χείρας αυτού· διότι ο Κύριος ήτο μετ' αυτού και ο Κύριος ευώδονεν όσα αυτός έκαμνε.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Joseph

    Ruler in Egypt

    Betrayed and enslaved, he rose to rule Egypt and saved his family from famine.

    Cited in the guide: Genesis 37; 39–50

  • Potiphar

    Pharaoh's captain of the guard

    An Egyptian officer of Pharaoh and captain of the guard who bought Joseph from the Ishmaelites, put him in charge of his household, and had him thrown into prison after his wife's…

    Cited in the guide: Genesis 37:36; Genesis 39:1; Genesis 39:4

Cross references (20)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Genesis 37:28; Psalm 105:17; Genesis 37:36; Genesis 37:25; Acts 7:9
  2. 2 1 Samuel 18:14; Psalm 91:15; Jeremiah 15:20; Genesis 26:28; Acts 7:9–10
  3. 3 Psalm 1:3; 2 Chronicles 26:5; 1 Samuel 18:14; Genesis 30:27; Matthew 5:16
  4. 4 Genesis 39:21–22; Genesis 19:19; Proverbs 27:18; Genesis 39:8; Genesis 24:2
  5. 5 Genesis 30:27; 2 Samuel 6:11–12; Acts 27:24; Psalm 72:17; Genesis 12:2
  6. 6 1 Samuel 16:12; Luke 19:17; Proverbs 31:11; Genesis 29:17; Genesis 39:23
  7. 7 Ezekiel 16:34; 2 Samuel 13:11; 2 Peter 2:14; Ezekiel 16:32; Ezekiel 23:12–16
  8. 8 Proverbs 22:14; Proverbs 23:26–28; Proverbs 9:13–18; Proverbs 1:10; Proverbs 7:5
  9. 9 2 Samuel 12:13; Genesis 20:6; Genesis 42:18; 1 John 3:9; Luke 12:48
  10. 10 1 Peter 2:11; 1 Corinthians 15:33; 2 Timothy 2:22; 1 Corinthians 6:18; 1 Thessalonians 5:22
  11. 11 Ephesians 5:3; Ephesians 5:12; Malachi 3:5; Proverbs 9:17; Jeremiah 23:24
  12. 12 2 Timothy 2:22; Proverbs 7:13–27; Ecclesiastes 7:26; 1 Peter 2:11; Proverbs 5:8
  13. 14 Matthew 26:59; Genesis 40:15; Psalm 120:3; Genesis 39:17; Proverbs 10:18
  14. 16 Psalm 37:32; Psalm 37:12; Titus 3:3; Jeremiah 9:3–5; Jeremiah 4:22
  15. 17 Exodus 23:1; Psalm 55:3; 1 Kings 18:17; Proverbs 12:19; 1 Kings 21:9–13
  16. 19 2 Thessalonians 2:11; Proverbs 18:17; Job 29:16; Proverbs 29:12; Acts 25:16
  17. 20 Genesis 40:15; 1 Peter 2:19; Genesis 41:9–14; 2 Timothy 2:9; Genesis 40:1–3
  18. 21 Isaiah 41:10; Exodus 3:21; 1 Peter 3:17; Acts 7:9–10; Isaiah 43:2
  19. 22 Genesis 40:3–4; Genesis 39:4; Genesis 39:9; 1 Samuel 2:30; Genesis 39:6–7
  20. 23 Isaiah 43:2; Psalm 1:3; Genesis 39:2–3; Daniel 6:22; Genesis 49:23–24

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 39:17 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily LXXXIV)

    "Thou broughtest in unto us here an Hebrew servant to mock us." It was not this man that mocked thee, O wretched and unhappy woman, but the devil that told thee that thou couldest break down the adamant.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)