Skip to the text

Luke · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Luke 14 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και ότε ήλθεν αυτός εις τον οίκον τινός των αρχόντων των Φαρισαίων το σάββατον διά να φάγη άρτον, εκείνοι παρετήρουν αυτόν. 2 Και ιδού, άνθρωπός τις υδρωπικός ήτο έμπροσθεν αυτού. 3 Και αποκριθείς ο Ιησούς, είπε προς τους νομικούς και Φαρισαίους, λέγων· Είναι τάχα συγκεχωρημένον να θεραπεύη τις εν τω σαββάτω; 4 Οι δε εσιώπησαν. Και πιάσας ιάτρευσεν αυτόν και απέλυσε. 5 Και αποκριθείς προς αυτούς είπε· Τίνος υμών ο όνος ή ο βους θέλει πέσει εις φρέαρ, και δεν θέλει ευθύς ανασύρει αυτόν εν τη ημέρα του σαββάτου; 6 Και δεν ηδυνήθησαν να αποκριθώσιν εις αυτόν προς ταύτα. 7 Είπε δε παραβολήν προς τους κεκλημένους, επειδή παρετήρει πως εξέλεγον τας πρωτοκαθεδρίας, λέγων προς αυτούς. 8 Όταν προσκληθής υπό τινός εις γάμους, μη καθήσης εις τον πρώτον τόπον, μήποτε είναι προσκεκλημένος υπ' αυτού εντιμότερός σου, 9 και ελθών εκείνος, όστις εκάλεσε σε και αυτόν, σοι είπη· Δος τόπον εις τούτον· και τότε αρχίσης με αισχύνην να λαμβάνης τον έσχατον τόπον. 10 Αλλ' όταν προσκληθής, ύπαγε και κάθησον εις τον έσχατον τόπον, διά να σοι είπη όταν έλθη εκείνος, όστις σε εκάλεσε· Φίλε, ανάβα ανωτέρω· τότε θέλεις έχει δόξαν ενώπιον των συγκαθημένων μετά σου. 11 Διότι πας ο υψών εαυτόν θέλει ταπεινωθή και ο ταπεινών εαυτόν θέλει υψωθή. 12 Έλεγε δε και προς εκείνον, όστις προσεκάλεσεν αυτόν. Όταν κάμνης γεύμα ή δείπνον, μη προσκάλει τους φίλους σου μηδέ τους αδελφούς σου μηδέ τους συγγενείς σου μηδέ γείτονας πλουσίους, μήποτε και αυτοί σε αντικαλέσωσι, και γείνη εις σε ανταπόδοσις. 13 Αλλ' όταν κάμνης υποδοχήν, προσκάλει πτωχούς, βεβλαμμένους, χωλούς, τυφλούς, 14 και θέλεις είσθαι μακάριος, διότι δεν έχουσι να σοι ανταποδώσωσιν· επειδή η ανταπόδοσις θέλει γείνει εις σε εν τη αναστάσει των δικαίων. 15 Ακούσας δε ταύτα εις των συγκαθημένων, είπε προς αυτόν· Μακάριος όστις φάγη άρτον εν τη βασιλεία του Θεού. 16 Ο δε είπε προς αυτόν· Άνθρωπος τις έκαμε δείπνον μέγα και εκάλεσε πολλούς· 17 και απέστειλε τον δούλον αυτού τη ώρα του δείπνου διά να είπη προς τους κεκλημένους· Έρχεσθε, επειδή πάντα είναι ήδη έτοιμα. 18 Και ήρχισαν πάντες με μίαν γνώμην να παραιτώνται. Ο πρώτος είπε προς αυτόν· Αγρόν ηγόρασα, και έχω ανάγκην να εξέλθω και να ίδω αυτόν· παρακαλώ σε, έχε με παρητημένον. 19 Και άλλος είπεν· Ηγόρασα πέντε ζεύγη βοών, και υπάγω να δοκιμάσω αυτά· παρακαλώ σε, έχε με παρητημένον. 20 και άλλος είπε· Γυναίκα ενυμφεύθην, και διά τούτο δεν δύναμαι να έλθω. 21 Και ελθών ο δούλος εκείνος, απήγγειλε προς τον κύριον αυτού ταύτα. Τότε οργισθείς ο οικοδεσπότης, είπε προς τον δούλον αυτού· Έξελθε ταχέως εις τας πλατείας και τας οδούς της πόλεως, και εισάγαγε εδώ τους πτωχούς και βεβλαμμένους και χωλούς και τυφλούς. 22 Και είπεν ο δούλος· Κύριε, έγεινεν ως προσέταξας, και είναι έτι τόπος. 23 Και είπεν ο κύριος προς τον δούλον· Έξελθε εις τας οδούς και φραγμούς και ανάγκασον να εισέλθωσι, διά να γεμισθή ο οίκός μου. 24 Διότι σας λέγω ότι ουδείς των ανδρών εκείνων των κεκλημένων θέλει γευθή του δείπνου μου. 25 Ήρχοντο δε μετ' αυτού όχλοι πολλοί. Και στραφείς είπε προς αυτούς· 26 Εάν τις έρχηται προς εμέ και δεν μισή τον πατέρα αυτού και την μητέρα και την γυναίκα και τα τέκνα και τους αδελφούς και τας αδελφάς, έτι δε και την εαυτού ζωήν, δεν δύναται να ήναι μαθητής μου. 27 Και όστις δεν βαστάζει τον σταυρόν αυτού και έρχεται οπίσω μου, δεν δύναται να ήναι μαθητής μου. 28 Διότι τις εξ υμών, θέλων να οικοδομήση πύργον, δεν κάθηται πρώτον και λογαριάζει την δαπάνην, αν έχη τα αναγκαία διά να τελειώση αυτόν; 29 μήποτε αφού βάλη θεμέλιον και δεν δύναται να τελειώση αυτόν, αρχίσωσι πάντες οι βλέποντες να εμπαίζωσιν αυτόν, 30 λέγοντες· Ότι ούτος ο άνθρωπος ήρχισε να οικοδομή και δεν ηδυνήθη να τελειώση. 31 Η τις βασιλεύς υπάγων να πολεμήση άλλον βασιλέα δεν κάθηται πρότερον και σκέπτεται εάν ήναι δυνατός με δέκα χιλιάδας να απαντήση τον ερχόμενον κατ' αυτού με είκοσι χιλιάδας; 32 Ει δε μη, ενώ αυτός είναι έτι μακράν, αποστέλλει πρέσβεις και ζητεί ειρήνην. 33 Ούτω λοιπόν πας όστις εξ υμών δεν απαρνείται πάντα τα εαυτού υπάρχοντα, δεν δύναται να ήναι μαθητής μου. 34 Καλόν το άλας· αλλ' εάν το άλας διαφθαρή, με τι θέλει αρτυθή; 35 δεν είναι πλέον χρήσιμον ούτε διά την γην ούτε διά την κοπρίαν· έξω ρίπτουσιν αυτό. Ο έχων ώτα διά να ακούη ας ακούη.

Cross references (32)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Mark 3:2; Psalm 62:4; Luke 20:20; Proverbs 23:7; Luke 6:7
  2. 3 Luke 6:9; Matthew 12:10; Mark 3:4; Luke 13:14–16; John 7:23
  3. 4 Matthew 22:46; Matthew 21:25–27
  4. 5 Luke 13:15; Exodus 23:4–5; Matthew 12:11–12
  5. 6 Luke 20:40; Acts 6:10; Luke 20:26; Luke 21:15; Luke 13:17
  6. 7 Philippians 2:3; Luke 11:43; Matthew 23:6; Luke 20:46; Mark 12:38–39
  7. 8 Proverbs 25:6–7
  8. 9 Proverbs 16:18; Proverbs 11:2; Proverbs 3:35; Esther 6:6–12; Ezekiel 28:2–10
  9. 10 Proverbs 25:6–7; Proverbs 15:33; Isaiah 60:14; Revelation 3:9; 1 Samuel 15:17
  10. 11 Luke 18:14; Matthew 23:12; Proverbs 29:23; James 4:6; 1 Peter 5:5
  11. 12 James 2:1–6; Matthew 5:46; Proverbs 22:16; Luke 6:32–36; Proverbs 14:20
  12. 13 Luke 14:21; Isaiah 58:10; Proverbs 14:31; Isaiah 58:7; Job 29:15–16
  13. 14 Proverbs 19:17; Acts 24:15; John 5:29; Matthew 6:4; Matthew 25:34–40
  14. 15 Revelation 19:9; Luke 22:30; Luke 13:29; Matthew 25:10; Matthew 8:11
  15. 16 Matthew 22:2–14; Revelation 22:17; Isaiah 55:1–7; Luke 14:16–24; Isaiah 25:6–7
  16. 17 Proverbs 9:1–5; John 7:37; Matthew 22:3–4; Luke 3:4–6; Matthew 10:1–4
  17. 18 Luke 18:24; Luke 17:26–31; 1 Timothy 6:9–10; Isaiah 29:11–12; Acts 18:5–6
  18. 20 Deuteronomy 24:5; 1 Corinthians 7:33; Luke 18:29–30; Luke 14:26–28; 1 Corinthians 7:29–31
  19. 21 Luke 14:13; Matthew 11:5; Luke 14:24; Matthew 22:7–8; Hebrews 2:3
  20. 22 John 14:2; 1 Timothy 2:5–6; Colossians 2:9; Ephesians 3:8; Revelation 7:4–9
  21. 23 Matthew 22:9–10; Colossians 1:28; 2 Corinthians 5:11; Acts 13:47–48; 2 Timothy 4:2
  22. 24 Matthew 21:43; Acts 13:46; Matthew 22:8; John 3:36; John 8:24
  23. 25 John 6:24–27
  24. 26 Matthew 10:37; John 12:25; Philippians 3:8; Acts 20:24; Psalm 73:25–26
  25. 27 Matthew 10:38; Luke 9:23–25; Mark 10:21; Matthew 16:24–26; Mark 8:34–37
  26. 28 Proverbs 24:27; Matthew 10:22; Joshua 24:19–24; Luke 14:33; Acts 21:13
  27. 30 Hebrews 6:11; 2 John 8; Hebrews 6:4–8; 2 Peter 2:19–22; Hebrews 10:38
  28. 31 Proverbs 20:18; Proverbs 25:8; 1 Kings 20:11; 2 Kings 18:20–22
  29. 32 Acts 12:20; 2 Kings 10:4–5; Job 40:9; Luke 12:58; James 4:6–10
  30. 33 Philippians 3:7–8; 1 John 2:15–16; Luke 5:28; Luke 14:26; Luke 18:28–30
  31. 34 Matthew 5:13; Colossians 4:6; Mark 9:49–50; Hebrews 2:4–8
  32. 35 Matthew 11:15; Revelation 2:11; Revelation 2:7; Luke 9:44; Matthew 13:9

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Commentary 14:16 Augustine of Hippo, Sermons on Selected Lessons of the New Testament (Sermon LXII)

    Holy lessons have been set forth before us, to which we should both give ear, and upon which by the Lord's help I would deliver some observations. In the Apostolic lesson thanks are rendered unto the Lord for the faith of the Gentiles, of course, because it was His work.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)

  2. Quotes verse 14:27 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book I, Chapters III–IV)

    They then represent the Saviour as having indicated this twofold faculty: first, the sustaining power, when He said, "Whosoever doth not bear his cross (Stauros), and follow after me, cannot be my disciple;" and again, "Taking up the cross, follow me;" but the separating power when He said, "I came not to send peace, but a sword." They also maintain …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  3. Quotes verse 14:26–35 Augustine of Hippo, Confessions (Book VIII, Chapters VI–VII)

    Thus both of them, being now Thine, were building a tower at the necessary cost, --of forsaking all that they had and following Thee.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 1 (1886)

  4. Quotes verse 14:26 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XXXV)

    For this reason Luke saith, "If any man come to me, and hate not his father, and mother, and wife, and children, and brethren, and sisters, yea, and his own life also, he cannot be my disciple;" not commanding simply to hate them, since this were even quite contrary to the law; but "when one desires to be loved more …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  5. Quotes verse 14:14 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book V, Chapter XXVII)

    John, therefore, did distinctly foresee the first "resurrection of the just," and the inheritance in the kingdom of the earth; and what the prophets have prophesied concerning it harmonize [with his vision].

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)