Skip to the text

2 Kings · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

2 Kings 5 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Ο δε Νεεμάν, ο στρατηγός του βασιλέως της Συρίας, ήτο ανήρ μέγας ενώπιον του κυρίου αυτού και τιμώμενος, επειδή ο Κύριος δι' αυτού έδωκε σωτηρίαν εις την Συρίαν· και ο άνθρωπος ήτο δυνατός εν ισχύϊ, λεπρός όμως. 2 Εξήλθον δε οι Σύριοι κατά τάγματα και έφερον αιχμάλωτον εκ της γης του Ισραήλ μικράν τινά κόρην· και υπηρέτει την γυναίκα του Νεεμάν. 3 Και είπε προς την κυρίαν αυτής, Είθε να ήτο ο κύριός μου έμπροσθεν του προφήτου του εν Σαμαρεία, διότι ήθελεν ιατρεύσει αυτόν από της λέπρας αυτού. 4 Και εισελθών ο Νεεμάν απήγγειλε προς τον κύριον αυτού, λέγων, Ούτω και ούτως ελάλησεν η κόρη η εκ της γης του Ισραήλ. 5 Και είπεν ο βασιλεύς της Συρίας, Ελθέ, ύπαγε, και θέλω στείλει επιστολήν προς τον βασιλέα του Ισραήλ. Και ανεχώρησε και έλαβεν εν τη χειρί αυτού δέκα τάλαντα αργυρίου και εξ χιλιάδας χρυσούς και δέκα αλλαγάς ενδυμάτων· 6 Και έφερε την επιστολήν προς τον βασιλέα του Ισραήλ, λέγουσαν, Και τώρα καθώς έλθη επιστολή αύτη προς σε, ιδού, έστειλα προς σε Νεεμάν τον δούλον μου, διά να ιατρεύσης αυτόν από της λέπρας αυτού. 7 Και καθώς ανέγνωσεν ο βασιλεύς του Ισραήλ την επιστολήν, διέσχισε τα ιμάτια αυτού, και είπε, Θεός είμαι εγώ, διά να θανατόνω και να ζωοποιώ, ώστε ούτος στέλλει προς εμέ να ιατρεύσω άνθρωπον από της λέπρας αυτού; γνωρίσατε λοιπόν, παρακαλώ, και ιδέτε ότι ούτος ζητεί πρόφασιν εναντίον μου. 8 Ως δε ήκουσεν ο Ελισσαιέ, ο άνθρωπος του Θεού, ότι ο βασιλεύς του Ισραήλ διέσχισε τα ιμάτια αυτού, απέστειλε προς τον βασιλέα, λέγων, Διά τι διέσχισας τα ιμάτιά σου; ας έλθη τώρα προς εμέ, και θέλει γνωρίσει ότι είναι προφήτης εν τω Ισραήλ. 9 Τότε ήλθεν ο Νεεμάν μετά των ίππων αυτού και μετά της αμάξης αυτού, και εστάθη εις την θύραν της οικίας του Ελισσαιέ. 10 Και απέστειλε προς αυτόν ο Ελισσαιέ μηνυτήν, λέγων, Ύπαγε και λούσθητι επτάκις εν τω Ιορδάνη, και θέλει επανέλθει η σαρξ σου εις σε, και θέλεις καθαρισθή. 11 Ο δε Νεεμάν εθυμώθη και ανεχώρησε και είπεν, Ιδού, εγώ έλεγον, Θέλει βεβαίως εξέλθει προς εμέ και θέλει σταθή και επικαλεσθή το όνομα Κυρίου του Θεού αυτού, και διακινήσει την χείρα αυτού επί τον τόπον και ιατρεύσει τον λεπρόν· 12 ο Αβανά και ο Φαρφάρ, ποταμοί της Δαμασκού, δεν είναι καλήτεροι υπέρ πάντα τα ύδατα του Ισραήλ; δεν ηδυνάμην να λουσθώ εν αυτοίς και να καθαρισθώ; Και στραφείς, ανεχώρησε μετά θυμού. 13 Επλησίασαν δε οι δούλοι αυτού και ελάλησαν προς αυτόν και είπον· Πάτερ μου, εάν ο προφήτης ήθελε σοι ειπεί μέγα πράγμα, δεν ήθελες κάμει αυτό; πόσω μάλλον τώρα, όταν σοι λέγη, Λούσθητι και καθαρίσθητι; 14 Τότε κατέβη και εβυθίσθη επτάκις εις τον Ιορδάνην, κατά τον λόγον του ανθρώπου του Θεού· και η σαρξ αυτού αποκατέστη ως σαρξ παιδίου μικρού, και εκαθαρίσθη. 15 Και επέστρεψε προς τον άνθρωπον του Θεού, αυτός και πάσα η συνοδία αυτού, και ήλθε και εστάθη έμπροσθεν αυτού· και είπεν, Ιδού, τώρα εγνώρισα ότι δεν είναι Θεός εν πάση τη γη, ειμή εν τω Ισραήλ· όθεν τώρα δέχθητι, παρακαλώ, δώρον παρά του δούλου σου. 16 Ο δε είπε, Ζη Κύριος, ενώπιον του οποίον παρίσταμαι, δεν θέλω δεχθή. Ο δε εβίαζεν αυτόν να δεχθή, αλλά δεν έστερξε. 17 Και είπεν ο Νεεμάν, Και αν μη, ας δοθή, παρακαλώ, εις τον δούλον σου δύο ημιόνων φορτίον εκ του χώματος τούτου, διότι ο δούλός σου δεν θέλει προσφέρει εις το εξής ολοκαύτωμα ουδέ θυσίαν εις άλλους θεούς, παρά μόνον εις τον Κύριον· 18 περί τούτου του πράγματος ας συγχωρήση ο Κύριος τον δούλον σου, ότι, όταν εισέρχηται ο κύριός μου εις τον οίκον του Ριμμών διά να προσκυνήση εκεί, και στηρίζηται επί την χείρα μου, και εγώ κλίνω εμαυτόν εν τω οίκω του Ριμμών, ενώ κλίνω εμαυτόν εν τω οίκω του Ριμμών, ο Κύριος ας συγχωρήση τον δούλον σου περί του πράγματος τούτου 19 Και είπε προς αυτόν, Ύπαγε εν ειρήνη. Και ανεχώρησεν απ' αυτού μικρόν τι διάστημα. 20 Είπε δε ο Γιεζεί, ο υπηρέτης του Ελισσαιέ του ανθρώπου του Θεού, Ιδού, εφείσθη ο κύριός μου του Νεεμάν τούτου του Συρίου, ώστε να μη λάβη εκ της χειρός αυτού εκείνο το οποίον έφερε· πλην, ζη Κύριος, εγώ θέλω τρέξει κατόπιν αυτού και θέλω λάβει τι παρ' αυτού. 21 Και έτρεξεν ο Γιεζεί κατόπιν του Νεεμάν. Και ότε είδεν αυτόν ο Νεεμάν τρέχοντα κατόπιν αυτού, επήδησεν εκ της αμάξης εις συνάντησιν αυτού και είπε, Καλώς έχετε; 22 Ο δε είπε, Καλώς· ο κύριός μου με απέστειλε, λέγων, Ιδού, ταύτην την ώραν ήλθον προς εμέ, εκ του όρους Εφραΐμ, δύο νέοι εκ των υιών των προφητών· δος εις αυτούς, παρακαλώ, εν τάλαντον αργυρίου και δύο αλλαγάς ενδυμάτων. 23 Και είπεν ο Νεεμάν, Λάβε ευχαρίστως δύο τάλαντα. Και εβίασεν αυτόν, και έδωσε τα δύο τάλαντα του αργυρίου εις δύο θυλάκια, μετά δύο αλλαγών ενδυμάτων· και επέθεσεν αυτά εις δύο εκ των δούλων αυτού, και εβάσταζον αυτά έμπροσθεν αυτού. 24 Και ότε ήλθεν εις Οφήλ, έλαβεν αυτά εκ των χειρών αυτών και εφύλαξεν εν τω οίκω· και απέλυσε τους άνδρας, και ανεχώρησαν. 25 Αυτός δε εισήλθε και εστάθη έμπροσθεν του κυρίου αυτού. Και είπε προς αυτόν ο Ελισσαιέ, Πόθεν, Γιεζεί; Ο δε είπεν, Ο δούλός σου δεν υπήγε πούποτε. 26 Και είπε προς αυτόν, Δεν υπήγεν η καρδία μου μετά σου, ότε ο άνθρωπος επέστρεψεν από της αμάξης αυτού εις συνάντησίν σου; είναι καιρός να λάβης αργύριον και να λάβης ιμάτια και ελαιώνας και αμπελώνας και πρόβατα και βόας και δούλους και δούλας; 27 διά τούτο η λέπρα του Νεεμάν θέλει κολληθή εις σε και εις το σπέρμα σου εις τον αιώνα. Και εξήλθεν απ' έμπροσθεν αυτού λελεπρωμένος ως χιών.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Gehazi

    Servant of Elisha

    Elisha's servant, who carried messages to the Shunammite woman, took gifts from Naaman by deceit and was struck with Naaman's leprosy, and later told the king of Elisha's wonders.

    Cited in the guide: 2 Kings 4:12; 2 Kings 4:31; 2 Kings 5:20

  • Naaman

    Aramean commander healed of leprosy

    The commander of the army of the king of Aram, a mighty man of valor with leprosy, who went to Elisha on the advice of an Israelite girl, washed seven times in the Jordan, and was…

    Cited in the guide: 2 Kings 5:1; 2 Kings 5:9; 2 Kings 5:14

Places

  • Damascus

    Today: Syria

    An ancient Aramean capital where Saul (Paul) was converted and first preached. He later escaped over its wall in a basket.

    Cited in the guide: Acts 9:3; Genesis 14:15; 2 Kings 5:12

Cross references (26)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Luke 4:27; Romans 15:18; Proverbs 21:31; Numbers 12:10–12; Esther 9:4
  2. 2 2 Kings 6:23; 2 Kings 13:20; Psalm 123:2; 1 Samuel 13:17–18; Judges 9:34
  3. 3 Numbers 11:29; Acts 26:29; Luke 17:12–14; 1 Corinthians 4:8; Matthew 11:5
  4. 4 1 Corinthians 1:26–27; 2 Kings 7:9–11; Mark 5:19; John 1:42–46; John 4:28–29
  5. 5 Judges 14:12; 2 Kings 8:8–9; Ecclesiastes 2:1; Genesis 45:22; Isaiah 5:5
  6. 7 1 Samuel 2:6; Genesis 30:2; 1 Kings 20:7; Deuteronomy 32:39; Hosea 6:1
  7. 8 2 Kings 5:15; 2 Samuel 3:31; 1 Kings 17:24; 1 Kings 18:36–37; Romans 11:13
  8. 9 Isaiah 60:14; 2 Kings 6:32; Acts 16:37–39; Acts 16:29–30; 2 Kings 3:12
  9. 10 John 9:7; 1 Corinthians 6:11; Leviticus 14:7; Matthew 15:23–26; Joshua 6:4
  10. 11 Proverbs 13:10; John 4:48; Matthew 15:27; 1 Corinthians 1:21–25; 1 Corinthians 2:14–16
  11. 12 Mark 1:9; Joshua 3:15–17; 2 Kings 2:14; 2 Kings 5:17; Proverbs 19:11
  12. 13 2 Kings 6:21; Job 32:8–9; 2 Kings 2:12; Revelation 7:14; 2 Kings 13:14
  13. 14 Job 33:25; Luke 4:27; Luke 5:13; Zechariah 14:8; John 2:5
  14. 15 Daniel 2:47; Daniel 6:26–27; Joshua 2:9–11; 2 Kings 5:8; Isaiah 44:8
  15. 16 2 Kings 5:26; 2 Kings 3:14; 2 Kings 5:20; Genesis 14:22–23; 1 Kings 13:8
  16. 17 Acts 26:18; 1 Peter 4:3; Romans 14:1; Exodus 20:24; 2 Kings 5:12
  17. 18 2 Kings 7:2; 2 Kings 7:17; Jeremiah 50:20; 2 Kings 17:35; 1 Kings 19:18
  18. 19 1 Samuel 1:17; Mark 5:34; Exodus 4:18; Matthew 9:16–17; Luke 8:48
  19. 20 2 Kings 4:12; Titus 1:7; 2 Kings 6:31; 2 Kings 4:36; 2 Kings 4:31
  20. 21 Acts 10:25–26; 2 Kings 4:26; Luke 7:6–7; 2 Kings 9:17–22; Acts 8:31
  21. 22 2 Kings 5:5; Jeremiah 9:5; John 8:44; Revelation 21:8; Acts 5:3–4
  22. 23 2 Kings 5:16; 2 Kings 2:17; Isaiah 30:6; Luke 11:54; 1 Kings 20:7
  23. 24 1 Kings 21:16; Joshua 7:21; Joshua 7:1; Joshua 7:11–12; Habakkuk 2:6
  24. 25 2 Kings 5:22; Proverbs 30:20; Acts 5:3–4; Ezekiel 33:31; John 13:26–30
  25. 26 Colossians 2:5; 1 Corinthians 5:3; 2 Kings 6:12; Acts 20:35; 2 Kings 5:16
  26. 27 Exodus 4:6; Numbers 12:10; 2 Kings 15:5; Joshua 7:25; 2 Kings 5:1

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 5:26 Augustine of Hippo, The City of God (Book XXII, Chapters 28–29)

    For, following the Septuagint version, these are the prophet's words: "Did not my heart go with thee, when the man came out of his chariot to meet thee, and thou tookedst his gifts?" Or, as the presbyter Jerome rendered it from the Hebrew, "Was not my heart present when the man turned from his chariot to meet thee?" The prophet …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  2. Quotes verse 5:11 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XXXI)

    "For I thought," saith he, "he will surely come out, and will lay on his hand." For in truth they who are more or less dull of temper, require sight and sensible things.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  3. Quotes verse 5:25 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture XVI)

    And when he came, Elisseus asked him; and like Peter, when he said, Tell me whether ye sold the land for so much? he also enquires, Whence comest thou, Gehazi?

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)