Saltar al texto

1 Reyes · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

1 Reyes 14 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público
Notas sobre este texto (2)

1 Κατ' εκείνον τον καιρόν ηρρώστησεν Αβιά ο υιός του Ιεροβοάμ. 2 Και είπεν ο Ιεροβοάμ προς την γυναίκα αυτού, Σηκώθητι, παρακαλώ, και μετασχηματίσθητι, ώστε να μη γνωρίσωσιν ότι είσαι γυνή του Ιεροβοάμ, και ύπαγε εις Σηλώ· ιδού, εκεί είναι Αχιά ο προφήτης, όστις είπε προς εμέ ότι θέλω βασιλεύσει επί τον λαόν τούτον· 3 και λάβε εις την χείρα σου δέκα άρτους και κολλύρια και σταμνίον μέλιτος και ύπαγε προς αυτόν· αυτός θέλει σοι αναγγείλει τι θέλει γείνει εις το παιδίον. 4 Και έκαμεν ούτως η γυνή του Ιεροβοάμ· και σηκωθείσα, υπήγεν εις Σηλώ και ήλθεν εις τον οίκον του Αχιά. Ο δε Αχιά δεν ηδύνατο να βλέπη· διότι οι οφθαλμοί αυτού ημβλυώπουν εκ του γήρατος αυτού. 5 Είχε δε ειπεί ο Κύριος προς τον Αχιά, Ιδού, η γυνή του Ιεροβοάμ έρχεται να ζητήση παρά σου λόγον περί του υιού αυτής, διότι είναι άρρωστος· ούτω και ούτω θέλεις λαλήσει προς αυτήν· διότι, όταν εισέλθη, θέλει προσποιηθή ότι είναι άλλη. 6 Και ως ήκουσεν ο Αχιά τον ήχον των ποδών αυτής, ενώ εισήρχετο εις την θύραν, είπεν, Είσελθε, γυνή του Ιεροβοάμ· διά τι προσποιείσαι ότι είσαι άλλη; αλλ' εγώ είμαι απόστολος προς σε σκληρών αγγελιών· 7 ύπαγε, ειπέ προς τον Ιεροβοάμ, ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· Επειδή εγώ σε ύψωσα εκ μέσου του λαού και σε κατέστησα ηγεμόνα επί τον λαόν μου Ισραήλ, 8 και διαρρήξας την βασιλείαν από του οίκου του Δαβίδ, έδωκα αυτήν εις σε, και συ δεν εστάθης καθώς ο δούλός μου Δαβίδ, όστις εφύλαξε τας εντολάς μου και όστις με ηκολούθησεν εξ όλης αυτού της καρδίας, εις το να κάμνη μόνον το ευθές ενώπιόν μου, 9 αλλ' υπερέβης εις το κακόν πάντας όσοι εστάθησαν πρότεροί σου, διότι υπήγες και έκαμες εις σεαυτόν άλλους θεούς και χωνευτά είδωλα, διά να με παροργίσης, και με απέρριψας οπίσω της ράχης σου. 10 διά τούτο, ιδού, θέλω φέρει κακόν επί τον οίκον του Ιεροβοάμ, και θέλω εξολοθρεύσει του Ιεροβοάμ τον ουρούντα εις τον τοίχον, τον πεφυλαγμένον και τον αφειμένον εν τω Ισραήλ, και θέλω σαρώσει κατόπιν του οίκου του Ιεροβοάμ, καθώς σαρόνει τις την κόπρον εωσού εκλείψη· 11 όστις εκ του Ιεροβοάμ αποθάνη εν τη πόλει, οι κύνες θέλουσι καταφάγει αυτόν· και όστις αποθάνη εν τω αγρώ, τα πετεινά του ουρανού θέλουσι καταφάγει αυτόν· διότι ο Κύριος ελάλησε. 12 Συ λοιπόν σηκωθείσα ύπαγε εις την οικίαν σου· ενώ οι πόδες σου εμβαίνουσιν εις την πόλιν, το παιδίον θέλει αποθάνει 13 και θέλει πενθήσει αυτό πας ο Ισραήλ, και θέλουσιν ενταφιάσει αυτό· διότι αυτό μόνον εκ του Ιεροβοάμ θέλει ελθεί εις τον τάφον, επειδή εν αυτώ ευρέθη τι καλόν ενώπιον Κυρίου, του Θεού του Ισραήλ, εν τω οίκω του Ιεροβοάμ. 14 Και θέλει αναστήσει ο Κύριος εις εαυτόν βασιλέα επί τον Ισραήλ, όστις θέλει εξολοθρεύσει τον οίκον του Ιεροβοάμ την ημέραν εκείνην· αλλά τι; τώρα μάλιστα. 15 Και θέλει πατάξει ο Κύριος τον Ισραήλ, ώστε να κινήται ως κάλαμος εν τω ύδατι, και θέλει εκριζώσει τον Ισραήλ εκ της γης ταύτης της αγαθής, την οποίαν έδωκεν εις τους πατέρας αυτών, και διασκορπίσει αυτούς πέραν του ποταμού· επειδή έκαμον τα άλση αυτών, διά να παροργίσωσι τον Κύριον· 16 και θέλει παραδώσει τον Ισραήλ εξ αιτίας των αμαρτιών του Ιεροβοάμ, όστις ημάρτησε και όστις έκαμε τον Ισραήλ να αμαρτήση. 17 Και εσηκώθη η γυνή του Ιεροβοάμ και ανεχώρησε και ήλθεν εις Θερσά· καθώς αυτή επάτησε το κατώφλιον της θύρας του οίκου, απέθανε το παιδίον· 18 και έθαψαν αυτό· και επένθησεν αυτό πας ο Ισραήλ, κατά τον λόγον του Κυρίου, τον οποίον ελάλησε διά του δούλου αυτού Αχιά του προφήτου. 19 Αι δε λοιπαί των πράξεων του Ιεροβοάμ, πως επολέμησε και τίνι τρόπω εβασίλευσεν, ιδού, είναι γεγραμμένα εν τω βιβλίω των χρονικών των βασιλέων του Ισραήλ. 20 Και αι ημέραι, τας οποίας εβασίλευσεν ο Ιεροβοάμ, ήσαν εικοσιδύο έτη· και εκοιμήθη μετά των πατέρων αυτού, και εβασίλευσεν αντ' αυτού Ναδάβ ο υιός αυτού. 21 Ο δε Ροβοάμ ο υιός του Σολομώντος εβασίλευσεν επί τον Ιούδαν. Τεσσαρακόντα και ενός έτους ήτο ο Ροβοάμ ότε έγεινε βασιλεύς, και εβασίλευσε δεκαεπτά έτη εν Ιερουσαλήμ, τη πόλει την οποίαν ο Κύριος εξέλεξεν εκ πασών των φυλών του Ισραήλ διά να θέση το όνομα αυτού εκεί. Και το όνομα της μητρός αυτού ήτο Νααμά η Αμμωνίτις. 22 Έπραξε δε ο Ιούδας πονηρά ενώπιον του Κυρίου και παρώξυναν αυτόν εις ζηλοτυπίαν με τας αμαρτίας αυτών, τας οποίας ημάρτησαν υπέρ πάντα όσα έπραξαν οι πατέρες αυτών. 23 Διότι και αυτοί ωκοδόμησαν εις εαυτούς τόπους υψηλούς, και έκαμον αγάλματα και άλση επί παντός υψηλού λόφου και υποκάτω παντός δένδρου πρασίνου. 24 Ήσαν δε έτι εν τη γη και σοδομίται και έπραττον κατά πάντα τα βδελύγματα των εθνών, τα οποία ο Κύριος εξεδίωξεν απ' έμπροσθεν των υιών Ισραήλ. 25 Και εν τω πέμπτω έτει της βασιλείας του Ροβοάμ, ανέβη Σισάκ ο βασιλεύς της Αιγύπτου εναντίον της Ιερουσαλήμ. 26 Και έλαβε τους θησαυρούς του οίκου του Κυρίου και τους θησαυρούς του οίκου του βασιλέως· τα πάντα έλαβεν· έλαβεν έτι πάσας τας χρυσάς ασπίδας, τας οποίας έκαμεν ο Σολομών. 27 Και αντί τούτων ο βασιλεύς Ροβοάμ έκαμε χαλκίνας ασπίδας και παρέδωκεν αυτάς εις τας χείρας των αρχόντων των δορυφόρων, οίτινες εφύλαττον την θύραν του οίκου του βασιλέως. 28 Και ότε εισήρχετο ο βασιλεύς εις τον οίκον του Κυρίου, εβάσταζον αυτάς οι δορυφόροι έπειτα επανέφερον αυτάς εις το οίκημα των δορυφόρων. 29 Αι δε λοιπαί των πράξεων του Ροβοάμ και πάντα όσα έκαμε, δεν είναι γεγραμμένα εν τω βιβλίω των χρονικών των βασιλέων του Ιούδα; 30 Ήτο δε πόλεμος αναμέσον Ροβοάμ και Ιεροβοάμ πάσας τας ημέρας. 31 Και εκοιμήθη ο Ροβοάμ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη μετά των πατέρων αυτού εν τη πόλει Δαβίδ. Και το όνομα της μητρός αυτού ήτο Νααμά η Αμμωνίτις. Εβασίλευσε δε αντ' αυτού Αβιάμ ο υιός αυτού.

Personas y lugares de este capítulo

Del árbol genealógico y los mapas bíblicos de este sitio (en inglés), solo donde esas guías citan este capítulo.

Personas

  • Abijah

    Sick son of Jeroboam

    Jeroboam's son who became ill; his mother went disguised to the prophet Ahijah, and the boy died as soon as she stepped over the threshold at Tirzah, the only one of Jeroboam's…

    Citado en la guía: 1 Kings 14:1

  • Ahijah

    Prophet of Shiloh

    Prophet whose word to Jeroboam is fulfilled when Rehoboam rejects the people's plea; his prophecy is also a source for Solomon's acts.

    Citado en la guía: 1 Kings 11:29; 1 Kings 12:15; 1 Kings 14:4

  • Naamah the Ammonite

    Mother of Rehoboam

    An Ammonite woman named as the mother of King Rehoboam, both when he began and when he ended his reign.

    Citado en la guía: 1 Kings 14:21; 1 Kings 14:31; 2 Chronicles 12:13

  • Nadab

    King of Israel, son of Jeroboam

    Jeroboam's son, who reigned two years, did evil, and was struck down by Baasha at Gibbethon.

    Citado en la guía: 1 Kings 14:20; 1 Kings 15:25; 1 Kings 15:27

  • Rehoboam

    King of Judah

    His harsh answer to the people split the kingdom of Israel in two.

    Citado en la guía: 1 Kings 12; 14:21-31; 2 Chron. 10-12; Matt. 1:7

  • Shishak

    King of Egypt

    King of Egypt who sheltered Jeroboam from Solomon and in Rehoboam's fifth year attacked Jerusalem and took the temple and palace treasures, including Solomon's gold shields.

    Citado en la guía: 1 Kings 11:40; 1 Kings 14:25; 2 Chronicles 12:2

Referencias cruzadas (31)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 2 Samuel 12:15; 1 Reyes 14:12–13; Éxodo 20:5; 1 Reyes 13:33–34; 1 Samuel 31:2
  2. 2 2 Samuel 14:2; 1 Reyes 11:29–38; 1 Samuel 28:8; 2 Crónicas 18:29; Josué 18:1
  3. 3 1 Samuel 9:7–8; 2 Reyes 4:42; 1 Reyes 13:7; Lucas 7:2–3; 2 Reyes 5:5
  4. 4 1 Reyes 11:29; 1 Samuel 4:15; 1 Samuel 3:2; Jeremías 7:12–14; Josué 18:1
  5. 5 2 Reyes 4:27; Salmo 139:1–4; Proverbios 21:30; Amós 3:7; 2 Reyes 6:8–12
  6. 6 1 Reyes 20:42; Hebreos 4:13; 1 Samuel 15:26; Daniel 5:17–28; Lucas 20:20–23
  7. 7 1 Reyes 16:2; 2 Samuel 12:7–8; 1 Samuel 15:16; 1 Samuel 2:27–30; 1 Reyes 12:24
  8. 8 1 Reyes 15:5; 1 Reyes 11:33–38; Hechos 13:36; 2 Crónicas 28:1; Hechos 13:22
  9. 9 Ezequiel 23:35; Nehemías 9:26; Salmo 50:17; 2 Crónicas 11:15; 1 Reyes 12:28
  10. 10 1 Reyes 21:21; Deuteronomio 32:36; 2 Reyes 14:26; 2 Reyes 9:8–9; Ezequiel 26:4
  11. 11 1 Reyes 16:4; Apocalipsis 19:17–18; Jeremías 15:3; 1 Reyes 21:23–24; Isaías 66:24
  12. 12 Juan 4:50–52; 2 Reyes 1:16; 1 Reyes 14:3; 1 Reyes 14:16–17; 2 Reyes 1:6
  13. 13 2 Crónicas 19:3; 2 Crónicas 12:12; Ezequiel 18:14–32; Job 19:28; Jeremías 22:10
  14. 14 1 Reyes 15:27–29; 2 Pedro 2:3; Santiago 5:9; Ezequiel 12:22–28; Ezequiel 7:2–7
  15. 15 Josué 23:15–16; Salmo 52:5; 2 Reyes 15:29; Deuteronomio 12:3–4; Éxodo 34:13–14
  16. 16 1 Reyes 15:30; 1 Reyes 13:34; 1 Reyes 16:2; 1 Reyes 15:34; 1 Reyes 12:30
  17. 17 1 Reyes 15:33; 1 Reyes 16:15; 1 Reyes 15:21; 1 Reyes 16:23; Cantar de los Cantares 6:4
  18. 18 1 Reyes 14:13
  19. 19 2 Crónicas 13:2–20; 1 Reyes 22:39; 1 Reyes 16:20; 1 Reyes 16:5; 1 Reyes 15:31
  20. 20 Job 14:12; Salmo 3:5; 1 Reyes 11:43; 1 Reyes 2:10; 1 Reyes 15:25–31
  21. 21 2 Crónicas 12:13; 1 Reyes 11:36; 1 Reyes 14:31; Deuteronomio 12:5; 1 Reyes 11:43
  22. 22 2 Crónicas 12:1; 1 Corintios 10:22; Salmo 78:58; Isaías 65:3–4; Jueces 3:12
  23. 23 Deuteronomio 12:2; Isaías 57:5; 2 Reyes 17:9–10; Ezequiel 16:24–25; Miqueas 5:14
  24. 24 Deuteronomio 23:17; 1 Corintios 6:9; 2 Reyes 23:7; 1 Reyes 15:12; Génesis 19:5
  25. 25 1 Reyes 11:40; 2 Crónicas 12:2–4; 2 Crónicas 12:9
  26. 26 1 Reyes 15:18; 2 Crónicas 9:15–16; 1 Reyes 7:51; 2 Reyes 24:13; Salmo 89:35–45
  27. 27 1 Samuel 22:17; 1 Samuel 8:11; 1 Reyes 14:1; 1 Reyes 18:46; 1 Reyes 14:5
  28. 28 2 Crónicas 12:11
  29. 29 1 Reyes 22:45; 1 Reyes 11:41; 2 Crónicas 12:15–16; 1 Reyes 14:19; 1 Reyes 15:23
  30. 30 1 Reyes 12:21; 1 Reyes 12:24; 1 Reyes 15:6–7; 2 Crónicas 12:15
  31. 31 2 Crónicas 12:16; Mateo 1:7; 1 Reyes 14:20–21; 1 Crónicas 3:10; 1 Reyes 15:3

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias