Saltar al texto

Números · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Números 22 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Και σηκωθέντες οι υιοί Ισραήλ εστρατοπέδευσαν εις τας πεδιάδας του Μωάβ, παρά τον Ιορδάνην, κατέναντι της Ιεριχώ. 2 Και Βαλάκ ο υιός του Σεπφώρ είδε πάντα όσα έκαμεν ο Ισραήλ εις τους Αμορραίους. 3 Και εφοβήθη ο Μωάβ τον λαόν σφόδρα, διότι ήσαν πολλοί· και ήτο ο Μωάβ εις αμηχανίαν εξ αιτίας των υιών Ισραήλ. 4 Και είπεν ο Μωάβ προς τους πρεσβυτέρους του Μαδιάμ, Τώρα θέλει καταφάγει το πλήθος τούτο πάντα τα πέριξ ημών, καθώς ο βους κατατρώγει τον χόρτον της πεδιάδος. Και Βαλάκ ο υιός του Σεπφώρ ήτο βασιλεύς των Μωαβιτών κατ' εκείνον τον καιρόν. 5 Και απέστειλε πρέσβεις προς τον Βαλαάμ, υιόν του Βεώρ, εις Φεθορά, κειμένην πλησίον του ποταμού της γης των υιών του λαού αυτού, διά να προσκαλέση αυτόν, λέγων, Ιδού, λαός εξήλθεν εξ Αιγύπτου· ιδού, περικαλύπτει το πρόσωπον της γης, και κάθηται εναντίον μου· 6 τώρα λοιπόν ελθέ, σε παρακαλώ, καταράσθητί μοι τον λαόν τούτον, διότι είναι δυνατώτερός μου· ίσως υπερισχύσω, να πατάξωμεν αυτούς και να εκδιώξω αυτούς εκ της γής· επειδή εξεύρω, ότι όντινα ευλογήσης είναι ευλογημένος, και όντινα καταρασθής είναι κατηραμένος. 7 Και υπήγαν οι πρεσβύτεροι του Μωάβ και οι πρεσβύτεροι του Μαδιάμ, φέροντες τα δώρα της μαντείας εις τας χείρας αυτών· και ήλθον προς Βαλαάμ και είπον προς αυτόν τους λόγους του Βαλάκ. 8 Ο δε είπε προς αυτούς, Μείνατε ενταύθα ταύτην την νύκτα και θέλω αποκριθή εις εσάς ό,τι λαλήση ο Κύριος προς εμέ. Και έμειναν μετά του Βαλαάμ οι άρχοντες του Μωάβ. 9 Και ήλθεν ο Θεός εις τον Βαλαάμ και είπε, Τι θέλουσιν οι άνθρωποι ούτοι μετά σου; 10 Και είπεν ο Βαλαάμ προς τον Θεόν, Βαλάκ ο υιός του Σεπφώρ, βασιλεύς του Μωάβ, απέστειλε προς εμέ λέγων, 11 Ιδού, λαός εξήλθεν εξ Αιγύπτου και κατεκάλυψε το πρόσωπον της γής· ελθέ τώρα, καταράσθητί μοι αυτόν· ίσως υπερισχύσω να νικήσω αυτόν και να εκδιώξω αυτόν. 12 Και είπεν ο Θεός προς τον Βαλαάμ, Μη υπάγης μετ' αυτών· μη καταρασθής τον λαόν, διότι είναι ευλογημένος. 13 Και σηκωθείς την αυγήν ο Βαλαάμ είπε προς τους άρχοντας του Βαλάκ, Υπάγετε εις την γην σας· διότι δεν μοι συγχωρεί ο Κύριος να έλθω μεθ' υμών. 14 Και σηκωθέντες οι άρχοντες του Μωάβ, ήλθον προς τον Βαλάκ και είπον, Δεν θέλει ο Βαλαάμ να έλθη μεθ' ημών. 15 Και ο Βαλάκ απέστειλε πάλιν άρχοντας περισσοτέρους και εντιμοτέρους τούτων· 16 και ήλθον προς τον Βαλαάμ και είπον προς αυτόν, ούτω λέγει Βαλάκ ο υιός του Σεπφώρ· Μη εμποδισθής, σε παρακαλώ, να έλθης προς εμέ· 17 διότι θέλω σε τιμήσει με μεγάλας τιμάς, και θέλω κάμει παν ό,τι μοι είπης· ελθέ λοιπόν, παρακαλώ, καταράσθητί μοι τον λαόν τούτον. 18 Και απεκρίθη ο Βαλαάμ και είπε προς τους δούλους του Βαλάκ, Και εάν μοι δώση ο Βαλάκ την οικίαν αυτού πλήρη αργυρίου και χρυσίου, δεν δύναμαι να παραβώ τον λόγον Κυρίου του Θεού μου, διά να κάμω ολιγώτερον ή περισσότερον· 19 διά τούτο μείνατε ενταύθα, παρακαλώ, και σεις την νύκτα ταύτην, διά να ίδω τι θέλει ειπεί ότι ο Κύριος προς εμέ. 20 Και ήλθεν ο Θεός προς τον Βαλαάμ την νύκτα και είπε προς αυτόν, Εάν έλθωσιν οι άνθρωποι διά να σε καλέσωσι, σηκωθείς ύπαγε μετ' αυτών· πλην ό,τι σοι είπω, τούτο θέλεις κάμει. 21 Και εσηκώθη ο Βαλαάμ το πρωΐ, και εσαμάρωσε την όνον αυτού και υπήγε μετά των αρχόντων του Μωάβ. 22 Και εξήφθη η οργή του Θεού ότι υπήγε· και εστάθη άγγελος Κυρίου εν τη οδώ έμπροσθεν αυτού, διά να εναντιωθή εις αυτόν· αυτός δε εκάθητο επί της όνου αυτού και δύο δούλοι αυτού ήσαν μετ' αυτού· 23 και ιδούσα η όνος τον άγγελον του Κυρίου ιστάμενον εν τη οδώ, και την ρομφαίαν αυτού γεγυμνωμένην εν τη χειρί αυτού, εξέκλινεν η όνος εκ της οδού και υπήγαινεν προς την πεδιάδα· και εκτύπησεν ο Βαλαάμ την όνον, διά να επαναφέρη αυτήν εις την οδόν. 24 Αλλ' ο άγγελος του Κυρίου εστάθη εν μιά στενή οδώ των αμπελώνων, όπου ήτο φραγμός εντεύθεν και φραγμός εντεύθεν· 25 και ιδούσα η όνος τον άγγελον του Κυρίου, προσέθλιψεν εαυτήν προς τον τοίχον και συνέθλιψε τον πόδα του Βαλαάμ εις τον τοίχον· αυτός δε εκτύπησεν αυτήν πάλιν. 26 Και ο άγγελος του Κυρίου υπήγε παρεμπρός, και εστάθη εν στενώ τόπω, όπου δεν ήτο οδός διά να εκκλίνη δεξιά ή αριστερά· 27 και ιδούσα η όνος τον άγγελον του Κυρίου, συνεκάθησεν υποκάτω του Βαλαάμ· και θυμωθείς ο Βαλαάμ, εκτύπησε την όνον διά της ράβδου. 28 Και ήνοιξεν ο Κύριος το στόμα της όνου· και είπε προς τον Βαλαάμ, Τι σοι έκαμα, και με εκτύπησας τρίτην ταύτην φοράν; 29 Και είπεν ο Βαλαάμ προς την όνον, Διότι με ενέπαιξας· είθε να είχον μάχαιραν εν τη χειρί μου, διότι τώρα ήθελον σε θανατώσει. 30 Και η όνος είπε προς τον Βαλαάμ, Δεν είμαι εγώ η όνος σου, επί της οποίας εκάθιζες αφ' ου χρόνου με έχεις έως της ημέρας ταύτης; ήμην πότε συνειθισμένη να κάμνω ούτως εις σε; Ο δε είπεν, Ουχί. 31 Και ήνοιξεν ο Κύριος τους οφθαλμούς του Βαλαάμ, και είδε τον άγγελον του Κυρίου ιστάμενον εν τη οδώ και την ρομφαίαν αυτού γεγυμνωμένην εν τη χειρί αυτού· και κύψας προσεκύνησεν επί πρόσωπον αυτού. 32 Και είπε προς αυτόν ο άγγελος του Κυρίου, Διά τι εκτύπησας την όνον σου τρίτην ταύτην φοράν; ιδού, εγώ εξήλθον διά να σοι εναντιωθώ, διότι ο δρόμος σου είναι διεστραμμένος ενώπιόν μου· 33 και ιδούσά με η όνος εξέκλινεν απ' εμού τρίτην ταύτην φοράν· άλλως, εάν δεν εξέκλινεν απ' εμού τώρα σε μεν ήθελον φονεύσει, εκείνην δε ήθελον αφήσει ζώσαν. 34 Και είπεν ο Βαλαάμ προς τον άγγελον του Κυρίου, Ημάρτησα· διότι δεν ήξευρον ότι συ έστεκες εν τη οδώ εναντίον μου· όθεν τώρα, εάν δεν ήναι αρεστόν εις σε, επιστρέφω. 35 Και είπεν ο άγγελος του Κυρίου προς τον Βαλαάμ, Ύπαγε μετά των ανθρώπων· πλην ό,τι σοι είπω, τούτο θέλεις λαλήσει. Και υπήγεν ο Βαλαάμ μετά των αρχόντων του Βαλάκ. 36 Και ακούσας ο Βαλάκ ότι ήρχετο ο Βαλαάμ, εξήλθε να προϋπαντήση αυτόν, έως εις πόλιν τινά του Μωάβ, κειμένην εν τοις ορίοις του Αρνών, όστις είναι το έσχατον όριον. 37 Και είπεν ο Βαλάκ προς τον Βαλαάμ, Δεν απέστειλα προς σε μετά σπουδής να σε καλέσω; διά τι δεν ήλθες προς εμέ; μήπως δεν είμαι ικανός να σε τιμήσω; 38 Και είπεν ο Βαλαάμ προς τον Βαλάκ, Ιδού, ήλθον προς σέ· έχω τώρα την δύναμιν να λαλήσω τι; όντινα λόγον βάλη ο Θεός εις το στόμα μου, τούτον θέλω λαλήσει. 39 Και υπήγεν ο Βαλαάμ μετά του Βαλάκ, και ήλθον εις Κιριάθ-ουζώθ. 40 Και εθυσίασεν ο Βαλάκ βόας και πρόβατα, και έπεμψεν εξ αυτών προς τον Βαλαάμ και προς τους άρχοντας τους μετ' αυτού. 41 Και το πρωΐ έλαβεν ο Βαλάκ τον Βαλαάμ, και ανεβίβασεν αυτόν επί τους υψηλούς τόπους του Βάαλ, και εκείθεν είδε την άκραν του λαού.

Personas y lugares de este capítulo

Del árbol genealógico y los mapas bíblicos de este sitio (en inglés), solo donde esas guías citan este capítulo.

Personas

  • Balaam

    Diviner hired to curse Israel

    The son of Beor from Pethor, hired by Balak to curse Israel, who could only bless Israel after the angel of the LORD stopped his donkey, and who was later killed by the sword…

    Citado en la guía: Numbers 22:5; Numbers 22:12; Numbers 24:3

  • Balak

    King of Moab who hired Balaam

    The son of Zippor and king of Moab, who feared Israel and hired Balaam to curse them, but each oracle from the high places turned into a blessing.

    Citado en la guía: Numbers 22:2; Numbers 22:4; Numbers 23:2

  • Beor

    Father of Balaam

    The father of the diviner Balaam, whose home was Pethor by the Euphrates.

    Citado en la guía: Numbers 22:5; Numbers 24:3; Deuteronomy 23:4

  • Moses

    Deliverer and lawgiver

    Drawn from the Nile, he led Israel out of Egypt and received God's Law.

    Citado en la guía: Exodus 2–Deuteronomy 34

  • Zippor

    Father of King Balak

    The father of Balak, king of Moab.

    Citado en la guía: Numbers 22:2; Numbers 22:4; Joshua 24:9

Referencias cruzadas (36)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 Números 33:48–50; Números 32:19; Josué 3:16; Números 21:20; Deuteronomio 34:1
  2. 2 Jueces 11:25; Números 21:20–35; Números 21:3
  3. 3 Éxodo 15:15; Isaías 23:5; Josué 9:24; Josué 2:10–11; Deuteronomio 2:25
  4. 4 Números 25:15–18; Números 31:8; Jeremías 48:38; Números 22:2; Josué 13:21–22
  5. 5 Deuteronomio 23:4; Miqueas 6:5; Josué 24:9; Judas 11; Números 23:7
  6. 6 Números 24:9; Números 23:7–8; 1 Reyes 22:13; 1 Samuel 17:43; Génesis 12:3
  7. 7 Miqueas 3:11; 1 Samuel 9:7–8; 2 Pedro 2:15; Isaías 56:11; 1 Timoteo 6:9–10
  8. 8 Números 23:12; Números 22:19–20; Jeremías 12:2; Números 12:6; Ezequiel 33:31
  9. 9 Génesis 20:3; Números 22:20; Génesis 3:9–11; Daniel 4:31–32; Éxodo 4:2
  10. 12 Deuteronomio 23:5; Efesios 1:3; Romanos 11:29; Números 23:19–20; Génesis 12:2
  11. 13 Números 22:14; Deuteronomio 23:5
  12. 14 Números 22:13; Números 22:37
  13. 15 Hechos 10:7–8; Números 22:7–8
  14. 17 Números 24:11; Mateo 4:8–9; Números 23:2–3; Ester 7:9; Deuteronomio 16:9
  15. 18 Números 24:13; 2 Crónicas 18:13; 1 Reyes 22:14; Números 23:26; Números 22:38
  16. 19 Judas 11; 2 Pedro 2:15; 2 Pedro 2:3; 1 Timoteo 6:9–10; Números 22:7–8
  17. 20 Números 24:13; Números 23:26; Números 23:12; Números 22:35; 2 Tesalonicenses 2:9–12
  18. 21 Proverbios 1:15–16
  19. 22 Lamentaciones 2:4; Números 22:32; Éxodo 4:24; Éxodo 23:20; Oseas 12:4–5
  20. 23 Judas 11; 2 Pedro 2:16; 1 Corintios 1:27–29; Jeremías 8:7; Hechos 22:9
  21. 25 Job 5:13–15; Isaías 47:12
  22. 26 Oseas 2:6; Isaías 26:11
  23. 27 Proverbios 14:16; Santiago 1:19; Proverbios 27:3–4
  24. 28 2 Pedro 2:16; Lucas 1:37; Éxodo 4:11; 1 Corintios 1:19; Romanos 8:22
  25. 29 Proverbios 12:10; Proverbios 12:16; Mateo 15:19; Eclesiastés 9:3
  26. 30 2 Pedro 2:16; 1 Corintios 1:27–28
  27. 31 Génesis 21:19; Lucas 24:31; Hechos 26:18; Números 24:16; Números 24:4
  28. 32 Proverbios 28:18; Números 22:22; Hechos 13:10; Proverbios 14:2; Proverbios 28:6
  29. 33 Números 16:33–35; Números 14:37; 1 Reyes 13:24–28
  30. 34 1 Samuel 15:24; Job 34:31–32; 2 Samuel 12:13; 1 Samuel 15:30; 1 Samuel 26:21
  31. 35 2 Tesalonicenses 2:9–12; Isaías 37:26–29; Salmo 81:12; Números 22:20–21
  32. 36 Hechos 28:15; Jeremías 48:20; Isaías 16:2; Deuteronomio 2:24; Génesis 18:2
  33. 37 Números 24:11; Juan 5:44; Mateo 4:8–9; Salmo 75:6; Lucas 4:6
  34. 38 Números 22:18; Proverbios 19:21; Números 23:26; Números 23:16; 1 Reyes 22:14
  35. 40 Números 23:14; Proverbios 1:16; Génesis 31:54; Números 23:30; Números 23:2
  36. 41 Números 23:13; Números 25:2–3; Números 21:28; Deuteronomio 12:2; Jeremías 48:35

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias

Lo que dijeron los Padres

Pasajes de los Padres de la Iglesia que comentan o citan este capítulo, tal como aparecen en la edición de Schaff (traducciones inglesas del siglo XIX, de dominio público). Los textos están en inglés.

Cómo se eligieron

«Comentario» es el comienzo de una homilía o exposición sobre este capítulo (homilías de san Juan Crisóstomo; tratados, sermones y comentarios a los Salmos de san Agustín). «Cita» es una frase en la que las notas de la propia edición identifican la cita de un versículo de este capítulo; solo se conserva si el texto coincide con el versículo. Solo se usan obras de autoría segura. Los Salmos siguen la numeración hebrea (Agustín usa la de los Setenta: su Salmo 50 es aquí el 51).

  1. Cita 22:12 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book V, Chapter XXVII)

    "Thou shall not go with them, neither shalt thou curse the people." He does not hint at anything with regard to the people, for they all lay before his view, but [he refers] to the mystery of Christ pointed out beforehand.

    Leer en contexto · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)