Saltar al texto

Lucas · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Lucas 1 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Επειδή πολλοί επεχείρησαν να συντάξωσι διήγησιν περί των μετά πληροφορίας βεβαιωμένων εις ημάς πραγμάτων, 2 καθώς παρέδοσαν εις ημάς οι απ' αρχής γενόμενοι αυτόπται και υπηρέται του λόγου, 3 εφάνη και εις εμέ εύλογον, όστις διηρεύνησα πάντα εξ αρχής ακριβώς, να σοι γράψω κατά σειράν περί τούτων, κράτιστε Θεόφιλε, 4 διά να γνωρίσης την βεβαιότητα των πραγμάτων, περί των οποίων κατηχήθης. 5 Υπήρξεν επί των ημερών Ηρώδου, του βασιλέως της Ιουδαίας, ιερεύς τις το όνομα Ζαχαρίας εκ της εφημερίας Αβιά, και η γυνή αυτού ήτο εκ των θυγατέρων του Ααρών, και το όνομα αυτής Ελισάβετ. 6 Ήσαν δε αμφότεροι δίκαιοι ενώπιον του Θεού, περιπατούντες εν πάσαις ταις εντολαίς και τοις δικαιώμασι του Κυρίου άμεμπτοι. 7 Και δεν είχον τέκνον, καθότι η Ελισάβετ ήτο στείρα, και αμφότεροι ήσαν προβεβηκότες εις την ηλικίαν αυτών. 8 Ενώ δε ιεράτευεν αυτός εν τη τάξει της εφημερίας αυτού ενώπιον του Θεού, 9 κατά το έθος της ιερατείας έπεσεν εις αυτόν ο κλήρος να θυμιάση εισελθών εις τον ναόν του Κυρίου· 10 και παν το πλήθος του λαού προσηύχετο έξω εν τη ώρα του θυμιάματος. 11 Εφάνη δε εις αυτόν άγγελος Κυρίου, ιστάμενος εκ δεξιών του θυσιαστηρίου του θυμιάματος· 12 και ο Ζαχαρίας ιδών εταράχθη, και φόβος επέπεσεν επ' αυτόν. 13 Είπε δε προς αυτόν ο άγγελος· Μη φοβού, Ζαχαρία· διότι εισηκούσθη η δέησίς σου, και η γυνή σου Ελισάβετ θέλει γεννήσει υιόν εις σε, και θέλεις καλέσει το όνομα αυτού Ιωάννην. 14 και θέλει είσθαι εις σε χαρά και αγαλλίασις, και πολλοί θέλουσι χαρή διά την γέννησιν αυτού. 15 Διότι θέλει είσθαι μέγας ενώπιον του Κυρίου, και οίνον και σίκερα δεν θέλει πίει, και θέλει πληρωθή Πνεύματος Αγίου έτι εκ κοιλίας της μητρός αυτού, 16 και πολλούς των υιών Ισραήλ θέλει επιστρέψει εις Κύριον τον Θεόν αυτών. 17 Και αυτός θέλει ελθεί προ προσώπου αυτού εν πνεύματι και δυνάμει Ηλίου, διά να επιστρέψη τας καρδίας των πατέρων εις τα τέκνα και τους απειθείς εις την φρόνησιν των δικαίων, διά να ετοιμάση εις τον Κύριον λαόν προδιατεθειμένον. 18 Και είπεν ο Ζαχαρίας προς τον άγγελον· Πως θέλω γνωρίσει τούτο; διότι εγώ είμαι γέρων, και η γυνή μου προβεβηκυία εις την ηλικίαν αυτής. 19 Και αποκριθείς ο άγγελος, είπε προς αυτόν· Εγώ είμαι Γαβριήλ ο παριστάμενος ενώπιον του Θεού, και απεστάλην διά να λαλήσω προς σε και να σε ευαγγελίσω ταύτα. 20 Και ιδού, θέλεις είσθαι σιωπών και μη δυνάμενος να λαλήσης έως της ημέρας, καθ' ην θέλουσι γείνει ταύτα, διότι δεν επίστευσας εις τους λόγους μου, οίτινες θέλουσιν εκπληρωθή εις τον καιρόν αυτών. 21 Και ο λαός περιέμενε τον Ζαχαρίαν, και εθαύμαζον ότι εβράδυνεν εν τω ναώ. 22 Ότε δε εξήλθε, δεν ηδύνατο να λαλήση προς αυτούς· και ενόησαν ότι οπτασίαν είδεν εν τω ναώ· και αυτός έκαμνεν εις αυτούς νεύματα και διέμενε κωφός. 23 Και αφού ετελείωσαν αι ημέραι της λειτουργίας αυτού, απήλθεν εις τον οίκον αυτού. 24 Μετά δε ταύτας τας ημέρας συνέλαβεν Ελισάβετ η γυνή αυτού, και έκρυπτεν εαυτήν πέντε μήνας, λέγουσα 25 ότι ούτως έκαμεν εις εμέ ο Κύριος εν ταις ημέραις, καθ' ας επέβλεψε να αφαιρέση το όνειδός μου μεταξύ των ανθρώπων. 26 Εν δε τω μηνί τω έκτω απεστάλη ο άγγελος Γαβριήλ υπό του Θεού εις πόλιν της Γαλιλαίας ονομαζομένην Ναζαρέτ, 27 προς παρθένον ηρραβωνισμένην με άνδρα ονομαζόμενον Ιωσήφ, εξ οίκου Δαβίδ, και το όνομα της παρθένου Μαριάμ. 28 Και εισελθών ο άγγελος προς αυτήν, είπε· Χαίρε, κεχαριτωμένη· ο Κύριος μετά σού· ευλογημένη συ εν γυναιξίν. 29 Εκείνη δε ιδούσα διεταράχθη διά τον λόγον αυτού, και διελογίζετο οποίος τάχα ήτο ο ασπασμός ούτος. 30 Και είπεν ο άγγελος προς αυτήν· Μη φοβού, Μαριάμ· διότι εύρες χάριν παρά τω Θεώ. 31 Και ιδού, θέλεις συλλάβει εν γαστρί και θέλεις γεννήσει υιόν και θέλεις καλέσει το όνομα αυτού Ιησούν. 32 Ούτος θέλει είσθαι μέγας και Υιός Υψίστου θέλει ονομασθή, και θέλει δώσει εις αυτόν Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαβίδ του πατρός αυτού, 33 και θέλει βασιλεύσει επί τον οίκον του Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού δεν θέλει είσθαι τέλος. 34 Είπε δε η Μαριάμ προς τον άγγελον. Πως θέλει είσθαι τούτο, επειδή άνδρα δεν γνωρίζω; 35 Και αποκριθείς ο άγγελος είπε προς αυτήν· Πνεύμα Άγιον θέλει επέλθει επί σε, και δύναμις του Υψίστου θέλει σε επισκιάσει· διά τούτο και το γεννώμενον εκ σου άγιον θέλει ονομασθή Υιός Θεού. 36 και ιδού, Ελισάβετ η συγγενής σου και αυτή συνέλαβεν υιόν εις το γήρας αυτής, και ούτος είναι μην έκτος εις αυτήν την καλουμένην στείραν· 37 διότι ουδέν πράγμα θέλει είσθαι αδύνατον παρά τω Θεώ. 38 Είπε δε η Μαριάμ· Ιδού, η δούλη του Κυρίου· γένοιτο εις εμέ κατά τον λόγον σου. Και ανεχώρησεν απ' αυτής ο άγγελος. 39 Σηκωθείσα δε η Μαριάμ εν ταις ημέραις ταύταις, υπήγε μετά σπουδής εις την ορεινήν εις πόλιν Ιούδα, 40 και εισήλθεν εις τον οίκον Ζαχαρίου και ησπάσθη την Ελισάβετ. 41 Και ως ήκουσεν η Ελισάβετ τον ασπασμόν της Μαρίας, εσκίρτησε το βρέφος εν τη κοιλία αυτής· και επλήσθη Πνεύματος Αγίου η Ελισάβετ 42 και ανεφώνησε μετά φωνής μεγάλης και είπεν· Ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου. 43 Και πόθεν μοι τούτο, να έλθη η μήτηρ του Κυρίου μου προς με; 44 Διότι ιδού, καθώς ήλθεν η φωνή του ασπασμού σου εις τα ώτα μου, εσκίρτησεν εν αγαλλιάσει το βρέφος εν τη κοιλία μου. 45 Και μακαρία η πιστεύσασα, διότι θέλει γείνει εκπλήρωσις των λαληθέντων προς αυτήν παρά Κυρίου. 46 Και είπεν η Μαριάμ· Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον 47 και ηγαλλίασε το πνεύμά μου εις τον Θεόν τον Σωτήρά μου, 48 διότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού. Επειδή ιδού, από του νυν θέλουσι με μακαρίζει πάσαι αι γενεαί· 49 διότι έκαμεν εις εμέ μεγαλεία ο δυνατός και άγιον το όνομα αυτού, 50 και το έλεος αυτού εις γενεάς γενεών επί τους φοβουμένους αυτόν. 51 Ενήργησε κραταιώς διά του βραχίονος αυτού· διεσκόρπισε τους υπερηφάνους κατά τα διανοήματα της καρδίας αυτών. 52 Εκρήμνισε δυνάστας από θρόνων και ύψωσε ταπεινούς, 53 πεινώντας ενέπλησεν από αγαθά και πλουτούντας εξαπέστειλε κενούς. 54 Εβοήθησεν Ισραήλ τον δούλον αυτού, ενθυμηθείς το έλεος αυτού, 55 Καθώς ελάλησε προς τους πατέρας ημών, προς τον Αβραάμ και προς το σπέρμα αυτού εις τον αιώνα. 56 Έμεινε δε η Μαριάμ μετ' αυτής ως τρεις μήνας και υπέστρεψεν εις τον οίκον αυτής. 57 Εις δε την Ελισάβετ συνεπληρώθη ο καιρός του να γεννήση, και εγέννησεν υιόν. 58 Και ήκουσαν οι γείτονες και οι συγγενείς αυτής ότι εμεγάλυνεν ο Κύριος το έλεος αυτού προς αυτήν, και συνέχαιρον αυτήν. 59 Και εν τη ογδόη ημέρα, ήλθον διά να περιτέμωσι το παιδίον, και ωνόμαζον αυτό κατά το όνομα του πατρός αυτού Ζαχαρίαν. 60 Και αποκριθείσα η μήτηρ αυτού, είπεν· Ουχί, αλλ' Ιωάννης θέλει ονομασθή. 61 Και είπον προς αυτήν ότι ουδείς υπάρχει εν τη συγγενεία σου, όστις καλείται με το όνομα τούτο. 62 Ηρώτων δε διά νευμάτων τον πατέρα αυτού τι όνομα ήθελε να δοθή εις αυτό. 63 Και ζητήσας πινακίδιον έγραψε, λέγων· Ιωάννης είναι το όνομα αυτού· και εθαύμασαν πάντες. 64 Ηνοίχθη δε το στόμα αυτού πάραυτα και η γλώσσα αυτού, και ελάλει ευλογών τον Θεόν. 65 Και έπεσε φόβος επί πάντας τους γείτονας αυτών, και καθ' όλην την ορεινήν της Ιουδαίας διελαλούντο πάντα τα πράγματα ταύτα, 66 και πάντες οι ακούσαντες έβαλον αυτά εν τη καρδία αυτών, λέγοντες· Τι άρα θέλει είσθαι το παιδίον τούτο; και χειρ Κυρίου ήτο μετ' αυτού. 67 Και Ζαχαρίας ο πατήρ αυτού επλήσθη Πνεύματος Αγίου και προεφήτευσε, λέγων· 68 Ευλογητός Κύριος ο Θεός του Ισραήλ, διότι επεσκέφθη και έκαμε λύτρωσιν εις τον λαόν αυτού, 69 και ανήγειρεν εις ημάς κέρας σωτηρίας εν τω οίκω Δαβίδ του δούλου αυτού, 70 καθώς ελάλησε διά στόματος των αγίων, των απ' αιώνος προφητών αυτού, 71 σωτηρίαν εκ των εχθρών ημών και εκ της χειρός πάντων των μισούντων ημάς, 72 διά να εκπληρώση το έλεος αυτού προς τους πατέρας ημών και να ενθυμηθή την αγίαν διαθήκην αυτού, 73 τον όρκον, τον οποίον ώμοσε προς Αβραάμ τον πατέρα ημών, ότι θέλει δώσει εις ημάς 74 να ελευθερωθώμεν εκ της χειρός των εχθρών ημών και να λατρεύωμεν αυτόν αφόβως 75 εν οσιότητι και δικαιοσύνη ενώπιον αυτού πάσας τας ημέρας της ζωής ημών. 76 Και συ, παιδίον, προφήτης του Υψίστου θέλεις ονομασθή. Διότι θέλεις προπορευθή προ προσώπου του Κυρίου εις το να ετοιμάσης τας οδούς αυτού, 77 εις το να δώσης γνώσιν σωτηρίας εις τον λαόν αυτού διά της αφέσεως των αμαρτιών αυτών 78 διά σπλάγχνα ελέους του Θεού ημών με τα οποία επεσκέφθη ημάς ανατολή εξ ύψους, 79 διά να φωτίση τους καθημένους εν σκότει και σκιά θανάτου, ώστε να κατευθύνη τους πόδας ημών εις οδόν ειρήνης. 80 Το δε παιδίον ηύξανε και εδυναμούτο κατά το πνεύμα, και ήτο εν ταις ερήμοις έως της ημέρας καθ' ην έμελλε να αναδειχθή προς τον Ισραήλ.

Personas y lugares de este capítulo

Del árbol genealógico y los mapas bíblicos de este sitio (en inglés), solo donde esas guías citan este capítulo.

Personas

  • Elizabeth

    Mother of John the Baptist

    A daughter of Aaron and wife of Zechariah, barren and well along in years, who conceived John; Luke 1:36 calls her a relative of Mary, and Mary stayed with her about three months.

    Citado en la guía: Luke 1:5; Luke 1:36; Luke 1:41

  • Gabriel

    Angel who explains visions

    The man-like heavenly figure who was told to make Daniel understand a vision and who came to him at the evening offering with insight. In Luke he announces the birth of John to…

    Citado en la guía: Daniel 8:16; Daniel 9:21; Luke 1:19

  • John the Baptist

    Forerunner who baptized Jesus

    Son of Zechariah, who preached in the wilderness and baptized in the Jordan, pointed to Jesus as the Lamb of God, rebuked Herod over Herodias and was imprisoned and beheaded.

    Citado en la guía: Matthew 3:1; Matthew 14:3; Luke 1:13

  • Joseph

    Legal father of Jesus

    The carpenter of Nazareth, a just man who became Jesus' legal father.

    Citado en la guía: Matt. 1:16-25; 2:13-23; Luke 1:27; 2:1-7

  • Mary

    Mother of Jesus

    The virgin mother of Jesus, a young woman of Nazareth who trusted God's word.

    Citado en la guía: Matthew 1; Luke 1-2

  • Theophilus

    Addressee of Luke

    The person to whom Luke wrote his orderly account so that he would know the certainty of what he had been taught.

    Citado en la guía: Luke 1:3; Acts 1:1

  • Zechariah

    Priest, father of John the Baptist

    A priest of the division of Abijah in the days of Herod, struck silent when the angel Gabriel promised his aged wife Elizabeth a son, and who named the child John.

    Citado en la guía: Luke 1:5; Luke 1:13; Luke 1:63

Referencias cruzadas (73)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 Hechos 1:1–3; 2 Pedro 1:16–19; Juan 20:31; 1 Timoteo 3:16; 2 Timoteo 4:17
  2. 2 Juan 15:27; Hechos 26:16; Hebreos 2:3; 2 Pedro 1:16; 1 Juan 1:1–3
  3. 3 Hechos 1:1; Hechos 26:25; Eclesiastés 12:9; Hechos 11:4; Hechos 15:19
  4. 4 Juan 20:31; Hechos 18:25; 1 Corintios 14:19; Gálatas 6:6; Romanos 2:18
  5. 5 1 Crónicas 24:10; Mateo 2:1; 1 Crónicas 24:19; Nehemías 12:4; Nehemías 12:17
  6. 6 Génesis 7:1; Génesis 17:1; Filipenses 2:15; 1 Reyes 9:4; Job 1:1
  7. 7 Hebreos 11:11; Génesis 18:11; Génesis 25:21; 1 Samuel 1:2; Génesis 17:17
  8. 8 2 Crónicas 8:14; 1 Crónicas 24:19; 2 Crónicas 31:2; Lucas 1:5; Éxodo 29:1
  9. 9 2 Crónicas 29:11; 1 Crónicas 23:13; Éxodo 30:7–8; Números 16:40; 1 Samuel 2:28
  10. 10 Levítico 16:17; Apocalipsis 8:3; Hebreos 4:14; Hebreos 9:24
  11. 11 Éxodo 40:26–27; Hechos 10:3–4; Jueces 13:3; Apocalipsis 9:13; Jueces 13:9
  12. 12 Jueces 6:22; Jueces 13:22; Lucas 2:9–10; Hechos 10:4; Apocalipsis 1:17
  13. 13 1 Samuel 2:21; Hechos 10:31; Salmo 113:9; Génesis 25:21; Salmo 127:3–5
  14. 14 Lucas 1:58; Proverbios 23:24; Proverbios 15:20; Génesis 21:6; Proverbios 23:15
  15. 15 Jeremías 1:5; Números 6:2–4; Efesios 5:18; Jueces 13:4–6; Gálatas 1:15
  16. 16 Mateo 21:32; Malaquías 3:1; Isaías 40:3–5; Mateo 3:1–6; Isaías 49:6
  17. 17 Malaquías 4:5–6; Mateo 11:14; Lucas 1:76; Juan 1:21–30; Mateo 17:11–12
  18. 18 Génesis 17:17; Génesis 18:12; Isaías 38:22; Lucas 1:7; Lucas 1:34
  19. 19 Lucas 1:26; Mateo 18:10; Daniel 8:16; Daniel 9:21–23; Lucas 2:10
  20. 20 Ezequiel 3:26; Ezequiel 24:27; Hebreos 6:18; 2 Timoteo 2:13; Lucas 1:22
  21. 21 Números 6:23–27
  22. 22 Juan 13:24; Hechos 12:17; Lucas 1:62; Hechos 21:40; Hechos 19:33
  23. 23 1 Crónicas 9:25; 2 Reyes 11:5–7
  24. 25 Génesis 30:22–23; Isaías 4:1; Isaías 54:1–4; Génesis 21:1–2; Génesis 25:21
  25. 26 Mateo 2:23; Lucas 1:19; Juan 7:41; Juan 1:45–46; Lucas 2:4
  26. 27 Mateo 1:18; Isaías 7:14; Mateo 1:16; Mateo 1:20–21; Mateo 1:23
  27. 28 Jueces 6:12; Daniel 10:19; Lucas 1:30; Efesios 1:6; Daniel 9:21–23
  28. 29 Hechos 10:17; Lucas 1:12; Hechos 10:4; Marcos 6:49–50; Lucas 2:19
  29. 30 Lucas 1:13; Romanos 8:31; Lucas 12:32; Isaías 41:10; Mateo 14:27
  30. 31 Isaías 7:14; Mateo 1:21; Mateo 1:25; Lucas 2:21; Mateo 1:23
  31. 32 Isaías 9:6–7; Isaías 16:5; 2 Samuel 7:11–13; Salmo 132:11; Lucas 1:35
  32. 33 Daniel 2:44; Hebreos 1:8; Daniel 7:13–14; Daniel 7:27; Salmo 89:35–37
  33. 35 Mateo 1:18; Juan 1:49; Mateo 1:20; Juan 1:34; Lucas 1:31–32
  34. 37 Mateo 19:26; Jeremías 32:27; Marcos 10:27; Jeremías 32:17; Lucas 18:27
  35. 38 Romanos 4:20–21; Salmo 119:38; Salmo 116:16; 2 Samuel 7:25–29
  36. 39 Lucas 1:65; Josué 15:48–59; Josué 10:40; Josué 20:7; Josué 21:9–11
  37. 41 Lucas 1:67; Lucas 1:44; Hechos 4:8; Hechos 2:4; Lucas 1:15
  38. 42 Jueces 5:24; Génesis 22:18; Lucas 1:28; Lucas 19:38; Lucas 1:48
  39. 43 Juan 20:28; Juan 13:13; Lucas 2:11; 1 Samuel 25:41; Lucas 20:42–44
  40. 45 Juan 20:29; Juan 11:40; Lucas 11:27–28; Lucas 1:20; 2 Crónicas 20:20
  41. 46 1 Samuel 2:1–10; Salmo 34:2–3; Salmo 35:9; Isaías 61:10; Salmo 103:1–2
  42. 47 Salmo 35:9; Habacuc 3:18; 1 Timoteo 2:3; Isaías 45:21–22; Tito 2:10
  43. 48 Salmo 138:6; 1 Corintios 1:26–28; Malaquías 3:12; 1 Samuel 1:11; Salmo 136:23
  44. 49 Efesios 3:20; Salmo 126:2–3; Salmo 111:9; Salmo 99:3; Jeremías 10:6
  45. 50 Salmo 103:17–18; Éxodo 20:6; Génesis 17:7; Salmo 118:4; Éxodo 34:6–7
  46. 51 Salmo 98:1; Isaías 52:10; 1 Samuel 2:3–4; Isaías 51:9; Romanos 1:21
  47. 52 Ezequiel 17:24; Santiago 4:10; Salmo 107:40–41; Lucas 18:14; 1 Samuel 2:6–8
  48. 53 Salmo 107:8–9; Lucas 6:21; Salmo 34:10; Lucas 6:24; Mateo 5:6
  49. 54 Salmo 98:3; Miqueas 7:20; Isaías 44:21; Isaías 49:14–16; Jeremías 31:20
  50. 55 Génesis 17:19; Salmo 105:6–10; Gálatas 3:16–17; Salmo 132:11–17; Génesis 22:18
  51. 57 Lucas 1:13; Génesis 21:2–3; Lucas 2:6–7; Números 23:19
  52. 58 Romanos 12:15; Rut 4:14–17; 1 Corintios 12:26; Lucas 1:14; Lucas 1:25
  53. 59 Génesis 17:12; Levítico 12:3; Lucas 2:21; Filipenses 3:5; Hechos 7:8
  54. 60 Lucas 1:13; 2 Samuel 12:25; Mateo 1:25; Lucas 1:63; Isaías 8:3
  55. 62 Lucas 1:22
  56. 63 Lucas 1:60; Isaías 30:8; Lucas 1:13; Habacuc 2:2; Jeremías 17:1
  57. 64 Lucas 1:20; Éxodo 4:15–16; Ezequiel 33:22; Jeremías 1:9; Daniel 4:34–37
  58. 65 Lucas 1:39; Hechos 5:5; Hechos 5:11; Hechos 2:43; Lucas 7:16
  59. 66 Hechos 11:21; Lucas 2:19; Lucas 2:51; Génesis 39:2; Lucas 9:44
  60. 67 Joel 2:28; Lucas 1:41; Lucas 1:15; 2 Pedro 1:21; Números 11:25
  61. 68 Salmo 106:48; Lucas 7:16; Salmo 111:9; Salmo 41:13; Éxodo 4:31
  62. 69 Salmo 18:2; Ezequiel 29:21; 2 Samuel 22:3; 1 Samuel 2:10; Salmo 89:17
  63. 70 Hechos 3:21–24; Romanos 1:2; 2 Pedro 1:21; Hechos 28:25; Génesis 49:10
  64. 71 Salmo 106:10; Jeremías 23:6; Deuteronomio 33:29; Sofonías 3:15–20; Jeremías 32:37
  65. 72 Levítico 26:42; Hebreos 6:13–18; Miqueas 7:20; Salmo 106:45; Génesis 28:14
  66. 73 Génesis 22:16–18; Deuteronomio 7:8; Salmo 105:9; Jeremías 11:5; Deuteronomio 7:12
  67. 74 Sofonías 3:15–17; 2 Timoteo 1:7; Isaías 54:13–14; Romanos 8:15; Hebreos 9:14
  68. 75 Efesios 4:24; Efesios 2:10; Tito 2:11–14; 2 Timoteo 1:9; Jeremías 31:33–34
  69. 76 Malaquías 3:1; Isaías 40:3–5; Marcos 1:2–3; Juan 1:23; Mateo 3:3
  70. 77 Hechos 5:31; Hechos 10:43; Hechos 2:38; Juan 1:34; Efesios 1:7
  71. 78 Malaquías 4:2; 2 Pedro 1:19; Apocalipsis 22:16; Números 24:17; Efesios 5:14
  72. 79 Isaías 9:2; Mateo 4:16; Hechos 26:18; Isaías 42:7; Efesios 5:8
  73. 80 Lucas 2:40; Marcos 1:3–4; Lucas 2:52; 1 Samuel 3:19–20; Mateo 3:1

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias

Lo que dijeron los Padres

Pasajes de los Padres de la Iglesia que comentan o citan este capítulo, tal como aparecen en la edición de Schaff (traducciones inglesas del siglo XIX, de dominio público). Los textos están en inglés.

Cómo se eligieron

«Comentario» es el comienzo de una homilía o exposición sobre este capítulo (homilías de san Juan Crisóstomo; tratados, sermones y comentarios a los Salmos de san Agustín). «Cita» es una frase en la que las notas de la propia edición identifican la cita de un versículo de este capítulo; solo se conserva si el texto coincide con el versículo. Solo se usan obras de autoría segura. Los Salmos siguen la numeración hebrea (Agustín usa la de los Setenta: su Salmo 50 es aquí el 51).

  1. Cita 1:33 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book III, Chapter VII)

    … Jacob to Emmanuel, they showed, by these gifts which they offered, who it was that was worshipped; myrrh, because it was He who should die and be buried for the mortal human race; gold, because He was a King, "of whose kingdom is no end;" and frankincense, because He was God, who also "was made known in Judea," and was …

    Leer en contexto · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Cita 1:34 Augustine of Hippo, The City of God (Book XVI, Chapters 22–24)

    … know," meaning that some sign might be given by which he might know the manner of those things which he had believed, just as it is not for lack of faith the Virgin Mary says, "How shall this be, seeing I know not a man?" for she inquired as to the way in which that should take place which she …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  3. Cita 1:4 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily I)

    Now Luke tells us also the cause wherefore he proceeds to write: "that thou mayest hold," saith he, "the certainty of the words wherein thou hast been instructed;" that is, that being continually reminded thou mayest hold to the certainty, and abide in certainty.

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  4. Cita 1:32 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture XII)

    Gabriel too testifies plainly to Mary, saying, And the Lord God shall give unto Him the throne of His father David.

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)

  5. Cita 1:78 Gregory of Nazianzus, Theological Orations (The Fourth Theological Oration, Which is the Second Concerning the Son)

    What greater destiny can befall man's humility than that he should be intermingled with God, and by this intermingling should be deified, and that we should be so visited by the Dayspring from on high, that even that Holy Thing that should be born should be called the Son of the Highest, and that there should be bestowed upon Him …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)