Skip to the text

2 Kings · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

2 Kings 9 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Ελισσαιέ δε ο προφήτης εκάλεσεν ένα εκ των υιών των προφητών και είπε προς αυτόν, Περίζωσον την οσφύν σου και λάβε εις την χείρα σου την φιάλην ταύτην του ελαίου και ύπαγε εις Ραμώθ-γαλαάδ· 2 και όταν εισέλθης εκεί, θέλεις ιδεί εκεί τον Ιηού, υιόν του Ιωσαφάτ, υιού του Νιμσί· και θέλεις εισέλθει και σηκώσει αυτόν εκ μέσου των αδελφών αυτού και θέλεις εισαγάγει αυτόν εις το ενδότερον δωμάτιον· 3 και λαβών την φιάλην του ελαίου, θέλεις επιχέει επί την κεφαλήν αυτού και ειπεί, Ούτω λέγει Κύριος· Σε έχρισα βασιλέα επί τον Ισραήλ· τότε ανοίξας την θύραν, φύγε και μη μείνης. 4 Και υπήγεν ο νέος, ο νέος ο προφήτης, εις Ραμώθ-γαλαάδ. 5 Και ότε ήλθεν, ιδού, οι άρχοντες του στρατεύματος εκάθηντο· και είπεν, Έχω λόγον προς σε, ω άρχων. Και ο Ιηού είπε, Προς τίνα εκ πάντων ημών; Ο δε είπε, προς σε, ω άρχων. 6 Και σηκωθείς εισήλθεν εις τον οίκον· και επέχεε το έλαιον επί την κεφαλήν αυτού και είπε προς αυτόν, Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· Σε έχρισα βασιλέα επί τον λαόν του Κυρίου, επί τον Ισραήλ· 7 και θέλεις πατάξει τον οίκον του Αχαάβ του κυρίου σου, διά να εκδικήσω τα αίματα των δούλων μου των προφητών και τα αίματα πάντων των δούλων του Κυρίου, εκ χειρός της Ιεζάβελ· 8 διότι πας ο οίκος του Αχαάβ θέλει εξολοθρευθή· και θέλω αφανίσει εκ του Αχαάβ τον ουρούντα εις τον τοίχον και τον κεκλεισμένον και τον αφειμένον εν τω Ισραήλ· 9 και θέλω καταστήσει τον οίκον του Αχαάβ ως τον οίκον του Ιεροβοάμ, υιού του Ναβάτ, και ως τον οίκον του Βαασά, υιού του Αχιά· 10 και την Ιεζάβελ οι κύνες θέλουσι καταφάγει εν τω αγρώ της Ιεζραέλ, και δεν θέλει είσθαι ο θάπτων αυτήν. Και ανοίξας την θύραν, έφυγε. 11 Και εξήλθεν ο Ιηού προς τους δούλους του κυρίου αυτού· και είπε τις προς αυτόν, Ειρήνη; διά τι ήλθε προς σε ο παράφρων ούτος; Ο δε είπε προς αυτούς, Σεις γνωρίζετε τον άνθρωπον και το λέγειν αυτού. 12 Και είπον, Ψευδές είναι· ειπέ εις ημάς, παρακαλούμεν. Ο δε είπεν, Ούτω και ούτως ελάλησε προς εμέ, λέγων, Ούτω λέγει Κύριος· σε έχρισα βασιλέα επί τον Ισραήλ. 13 Τότε έσπευσαν, και λαβόντες έκαστος το ιμάτιον αυτού, έβαλον υπ' αυτόν επί του υψηλοτέρου αναβαθμού· και εσάλπισαν εν σάλπιγγι, λέγοντες, Εβασίλευσεν ο Ιηού. 14 Και ο Ιηού, ο υιός του Ιωσαφάτ, υιού του Νιμσί, έκαμε συνωμοσίαν κατά του Ιωράμ. Ο δε Ιωράμ εφυλάττετο εν Ραμώθ-γαλαάδ, αυτός και άπας ο Ισραήλ, από προσώπου του Αζαήλ, βασιλέως της Συρίας. 15 Είχε δε επιστρέψει ο βασιλεύς Ιωράμ διά να ιατρευθή εν Ιεζραέλ από των τραυμάτων, τα οποία οι Σύριοι έκαμον εις αυτόν, ότε επολέμει εναντίον του Αζαήλ βασιλέως της Συρίας. Και είπεν ο Ιηού· Εάν ήναι η γνώμη σας, ας μη εξέλθη μηδείς φεύγων εκ της πόλεως, διά να υπάγη να απαγγείλη τούτο εν Ιεζραέλ. 16 Και ιππεύσας ο Ιηού, υπήγεν εις Ιεζραέλ· διότι ο Ιωράμ εκοίτετο εκεί. Και Οχοζίας ο βασιλεύς του Ιούδα είχε καταβή να ίδη τον Ιωράμ. 17 Ίστατο δε ο σκοπός επί του πύργου εν Ιεζραήλ και, ιδών την συνοδίαν του Ιηού ερχομένου, είπε, Συνοδίαν βλέπω. Και είπεν ο Ιωράμ· Λάβε επιβάτην και πέμψον εις συνάντησιν αυτών· και ας ερωτήση, Ειρήνη; 18 Υπήγε λοιπόν επιβάτης ίππου εις συνάντησιν αυτού και είπεν, Ούτω λέγει ο βασιλεύς· Ειρήνη; Και είπεν ο Ιηού, Τι σε μέλει περί ειρήνης; στρέψον οπίσω μου. Και ο σκοπός απήγγειλε, λέγων, Ο μηνυτής ήλθε μέχρις αυτών και δεν επέστρεψε. 19 Και απέστειλε δεύτερον επιβάτην ίππου· όστις, ελθών προς αυτούς, είπεν, Ούτω λέγει ο βασιλεύς· Ειρήνη; Και απεκρίθη ο Ιηού, Τι σε μέλει περί ειρήνης; στρέψον οπίσω μου. 20 Και απήγγειλεν ο σκοπός, λέγων, Ήλθε μέχρις αυτών και δεν επέστρεψεν· η δε πορεία είναι ως η πορεία του Ιηού υιού του Νιμσί· διότι οδεύει μανιωδώς. 21 Και είπεν ο Ιωράμ, Ζεύξατε. Και έζευξαν την άμαξαν αυτού. Και εξήλθον Ιωράμ ο βασιλεύς του Ισραήλ και Οχοζίας ο βασιλεύς του Ιούδα, έκαστος εν τη αμάξη αυτού, και υπήγαν εις συνάντησιν του Ιηού, και εύρον αυτόν εν τω αγρώ Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου. 22 Και ως είδεν ο Ιωράμ τον Ιηού, είπεν, Ειρήνη, Ιηού; Ο δε απεκρίθη, Τι ειρήνη, ενόσω πληθύνονται αι πορνείαι της Ιεζάβελ της μητρός σου και αι μαγείαι αυτής; 23 Και έστρεψεν ο Ιωράμ τας χείρας αυτού και έφυγε, λέγων προς τον Οχοζίαν, Δόλος, Οχοζία. 24 Και δράξας ο Ιηού το τόξον αυτού, επάταξε τον Ιωράμ μεταξύ των βραχιόνων αυτού· και το βέλος εξήλθε διά της καρδίας αυτού. Ο δε εκάμφθη εν τη αμάξη αυτού. 25 Και είπεν ο Ιηού προς τον Βιδκάρ, τον στρατηγόν αυτού· Λάβε και ρίψον αυτόν εις την μερίδα του αγρού του Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου· διότι ενθυμήθητι, ότε εγώ και συ επορευόμεθα έφιπποι οπίσω Αχαάβ του πατρός αυτού, ότι ο Κύριος επρόφερε κατ' αυτού την απόφασιν ταύτην· 26 Ναι, είδον χθές τα αίματα του Ναβουθαί και τα αίματα των υιών αυτού, λέγει Κύριος· και θέλω κάμει εις σε ανταπόδοσιν εν τη μερίδι ταύτη, λέγει Κύριος·-τώρα λοιπόν σήκωσον και ρίψον αυτόν εις την μερίδα ταύτην κατά τον λόγον του Κυρίου. 27 Ο δε Οχοζίας βασιλεύς του Ιούδα, ως είδε τούτο, έφυγε διά της οδού της οικίας του κήπου. Και κατεδίωξεν οπίσω αυτού ο Ιηού και είπε, Πατάξατε και τούτον εν τη αμάξη αυτού. Και έκαμον ούτω, κατά την ανάβασιν Γούρ, πλησίον του Ιβλεάμ. Και έφυγεν εις Μεγιδδώ και εκεί απέθανε. 28 Και έφεραν αυτόν οι δούλοι αυτού επί αμάξης εις Ιερουσαλήμ, και έθαψαν αυτόν εν τω τάφω αυτού, μετά των πατέρων αυτού, εν τη πόλει Δαβίδ. 29 Εβασίλευσε δε ο Οχοζίας επί Ιούδα κατά το ενδέκατον έτος του Ιωράμ υιού του Αχαάβ. 30 Και ήλθεν ο Ιηού εις Ιεζραέλ, και ακούσασα η Ιεζάβελ, έβαψε τους οφθαλμούς αυτής και εκαλλώπισε την κεφαλήν αυτής και διέκυψε διά του παραθύρου. 31 Και, ενώ εισήρχετο εις την πύλην ο Ιηού, είπεν, Ευτύχησεν ο Ζιμβρί, ο φονεύσας τον κύριον αυτού; 32 Ο δε, υψώσας το πρόσωπον αυτού προς το παράθυρον, είπε, Τις είναι μετ' εμού; τις; Και έκυψαν προς αυτόν δύο τρεις ευνούχοι. 33 Και είπε, Ρίψατε αυτήν κάτω. Και έρριψαν αυτήν κάτω, και ερραντίσθη εκ του αίματος αυτής προς τον τοίχον και προς τους ίππους· και κατεπάτησεν αυτήν. 34 Και αφού εισήλθε και έφαγε και έπιεν, είπεν, Υπάγετε να ίδητε τώρα την κατηραμένην ταύτην, και θάψατε αυτήν· διότι είναι θυγάτηρ βασιλέως. 35 Και υπήγαν διά να θάψωσιν αυτήν· πλην δεν εύρηκαν εις αυτήν παρά το κρανίον και τους πόδας και τας παλάμας των χειρών. 36 Και επιστρέψαντες απήγγειλαν προς αυτόν. Ο δε είπεν, Ούτος είναι ο λόγος του Κυρίου, τον οποίον ελάλησε διά του δούλου αυτού Ηλία του Θεσβίτου, λέγων, Εν τη μερίδι της Ιεζραέλ θέλουσι καταφάγει οι κύνες τας σάρκας της Ιεζάβελ· 37 και το πτώμα της Ιεζάβελ θέλει είσθαι ως κοπρία επί προσώπου του αγρού εν τη μερίδι Ιεζραέλ, ώστε να μη είπωσιν, Αύτη είναι η Ιεζάβελ.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Bidkar

    Jehu's officer

    Jehu's officer, whom Jehu ordered to throw Joram's body into the field of Naboth the Jezreelite.

    Cited in the guide: 2 Kings 9:25

  • Jehoshaphat

    Father of Jehu

    Named as the father of Jehu, the son of Nimshi.

    Cited in the guide: 2 Kings 9:2; 2 Kings 9:14

  • Jehu

    King who destroyed Ahab's house

    An army commander anointed king by a young prophet sent by Elisha, who killed Joram, Ahaziah of Judah and Jezebel, wiped out Ahab's house and Baal's worshipers, but did not turn…

    Cited in the guide: 1 Kings 19:16; 2 Kings 9:2; 2 Kings 9:6

  • Nimshi

    Ancestor of Jehu

    Named as the father of Jehoshaphat and so the forefather of Jehu, who is often called 'son of Nimshi'.

    Cited in the guide: 1 Kings 19:16; 2 Kings 9:2; 2 Kings 9:14

Cross references (34)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 1 Samuel 10:1; 2 Kings 4:29; 1 Samuel 16:1; 2 Kings 8:28–29; 1 Kings 1:39
  2. 2 2 Kings 9:5; 2 Kings 9:11; 2 Kings 9:14; 1 Kings 19:16–17; 1 Kings 22:25
  3. 3 1 Kings 19:16; Exodus 29:7; Proverbs 8:15–16; 1 Samuel 15:17; John 19:10–11
  4. 5 Judges 3:19
  5. 6 2 Chronicles 22:7; 1 Kings 19:16; 2 Kings 9:3; 1 Kings 14:7; 1 Kings 16:2
  6. 7 1 Kings 21:15; 1 Kings 18:4; Deuteronomy 32:43; 1 Kings 21:25; 1 Kings 21:21
  7. 8 Deuteronomy 32:36; 1 Samuel 25:22; 2 Kings 14:26; 2 Kings 10:17; 1 Kings 21:21–22
  8. 9 1 Kings 15:29; 1 Kings 21:22; 1 Kings 14:10–11; 1 Kings 16:11–12; 1 Kings 16:3–5
  9. 10 1 Kings 21:23; 2 Kings 9:35–36; Jeremiah 22:19; 2 Kings 9:3; Judges 3:26
  10. 11 Jeremiah 29:26; John 10:20; Acts 26:24; Hosea 9:7; 2 Kings 5:21
  11. 13 1 Kings 1:39; Mark 11:7–8; 1 Kings 1:34; Psalm 47:5–7; Matthew 21:7–8
  12. 14 2 Kings 8:28; 1 Kings 22:3; 2 Kings 10:9; 2 Kings 15:30; 1 Kings 15:27
  13. 15 2 Kings 8:29; 1 Samuel 27:9–11; 2 Chronicles 22:6
  14. 16 2 Chronicles 22:6–7; 2 Kings 8:28–29
  15. 17 1 Samuel 16:4; 1 Kings 2:15; Ezekiel 33:2–9; Acts 20:26–31; 1 Samuel 17:22
  16. 18 2 Kings 9:22; 2 Kings 9:19; Jeremiah 16:5; Isaiah 59:8; Isaiah 48:22
  17. 20 2 Samuel 18:27; Daniel 11:44; Habakkuk 1:6; 2 Kings 10:16; Habakkuk 3:12
  18. 21 1 Kings 21:1–7; 2 Chronicles 22:7; Micah 1:13; 1 Kings 20:14; Numbers 20:14
  19. 22 Nahum 3:4; 2 Chronicles 21:13; 1 Kings 16:30–33; 1 Kings 19:1–2; Revelation 2:20–23
  20. 23 2 Kings 11:14; 2 Chronicles 23:13
  21. 24 1 Kings 22:34; Job 20:23–25; 1 Thessalonians 5:3; Proverbs 21:30; Psalm 50:22
  22. 25 1 Kings 21:19; Isaiah 13:1; 1 Kings 21:24–29; Jeremiah 23:33–38; Malachi 1:1
  23. 26 1 Kings 21:19; Deuteronomy 24:16; 2 Chronicles 24:25; Exodus 20:5; Deuteronomy 5:9
  24. 27 Judges 1:27; Joshua 17:11; 2 Kings 23:29–30; Judges 5:19; Numbers 16:26
  25. 28 2 Kings 23:30; 2 Chronicles 35:24; 2 Kings 14:19–20; 2 Chronicles 25:28; 2 Kings 12:21
  26. 29 2 Chronicles 21:18–19; 2 Kings 8:24–25; 2 Chronicles 22:1–2; 2 Kings 8:16
  27. 30 Jeremiah 4:30; Ezekiel 23:40; Ezekiel 24:17; 1 Peter 3:3; 1 Timothy 2:9–10
  28. 31 1 Kings 16:9–20
  29. 32 1 Chronicles 12:18; Esther 1:10; Esther 2:21; Psalm 118:6; Psalm 124:1–2
  30. 33 Micah 7:10; 2 Kings 7:20; 1 Kings 21:11; 2 Kings 9:26; Malachi 4:3
  31. 34 1 Kings 16:31; 1 Kings 21:25; Isaiah 65:15; 1 Kings 18:41; Proverbs 10:7
  32. 35 Jeremiah 22:19; Job 31:3; Isaiah 14:18–20; Acts 12:23; Ecclesiastes 6:3
  33. 36 1 Kings 21:23; Leviticus 8:36; 2 Kings 14:25; 2 Samuel 12:25
  34. 37 Jeremiah 8:2; Jeremiah 16:4; Psalm 83:10; Jeremiah 25:33; Ecclesiastes 6:3

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences