Skip to the text

1 Kings · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

1 Kings 21 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Μετά δε ταύτα τα πράγματα Ναβουθαί ο Ιεζραηλίτης είχεν αμπελώνα εν Ιεζραέλ, πλησίον του παλατίου του Αχαάβ βασιλέως της Σαμαρείας. 2 Και ελάλησεν ο Αχαάβ προς τον Ναβουθαί, λέγων, Δος μοι τον αμπελώνά σου, διά να έχω αυτόν κήπον λαχάνων, επειδή είναι πλησίον του οίκου μου· και θέλω σοι δώσει αντ' αυτού αμπελώνα καλήτερον παρ' αυτού· ή, αν ήναι αρεστόν εις σε, θέλω σοι δώσει το αντίτιμον αυτού εις αργύριον. 3 Ο δε Ναβουθαί είπε προς τον Αχαάβ, Μη γένοιτο εις εμέ παρά Θεού, να δώσω την κληρονομίαν των πατέρων μου εις σε. 4 Και ήλθεν ο Αχαάβ εις τον οίκον αυτού σκυθρωπός και δυσηρεστημένος διά τον λόγον, τον οποίον ελάλησε προς αυτόν Ναβουβαί ο Ιεζραηλίτης, ειπών, Δεν θέλω σοι δώσει την κληρονομίαν των πατέρων μου. Και επλαγίασεν επί της κλίνης αυτού και απέστρεψε το πρόσωπον αυτού και δεν έφαγεν άρτον. 5 Και ήλθε προς αυτόν Ιεζάβελ η γυνή αυτού και είπε προς αυτόν, Διά τι το πνεύμά σου είναι περίλυπον, ώστε δεν τρώγεις άρτον; 6 Ο δε είπε προς αυτήν, Επειδή ελάλησα προς Ναβουθαί τον Ιεζραηλίτην, και είπα προς αυτόν, Δος μοι τον αμπελώνά σου δι' αργυρίου· ή, αν αγαπάς, θέλω σοι δώσει άλλον αμπελώνα αντ' αυτού. και εκείνος απεκρίθη, Δεν θέλω σοι δώσει τον αμπελώνά μου. 7 Και είπε προς αυτόν Ιεζάβελ η γυνή αυτού, Συ τώρα βασιλεύεις επί τον Ισραήλ; σηκώθητι, φάγε άρτον, και ας ήναι εύθυμος η καρδία σου· εγώ θέλω σοι δώσει τον αμπελώνα Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου. 8 Τότε έγραψεν επιστολάς εν ονόματι του Αχαάβ και εσφράγισε διά της σφραγίδος αυτού, και απέστειλε τας επιστολάς προς τους πρεσβυτέρους και προς τους άρχοντας, τους όντας εν τη πόλει αυτού, τους κατοικούντας μετά του Ναβουβαί. 9 Και έγραφεν εν ταις επιστολαίς, λέγουσα, Κηρύξατε νηστείαν και καθίσατε τον Ναβουθαί επί κεφαλής του λαού· 10 και παρακαθίσατε δύο άνδρας κακούς αντικρύ αυτού, και ας μαρτυρήσωσι κατ' αυτού, λέγοντες, Συ εβλασφήμησας τον Θεόν και τον βασιλέα· και εκβάλετε αυτόν και λιθοβολήσατε αυτόν, και ας αποθάνη. 11 Και έκαμον οι άνδρες της πόλεως αυτού, οι πρεσβύτεροι και οι άρχοντες οι κατοικούντες εν τη πόλει αυτού, καθώς εμήνυσε προς αυτούς η Ιεζάβελ, κατά το γεγραμμένον εν ταις επιστολαίς τας οποίας έστειλε προς αυτούς. 12 Εκήρυξαν νηστείαν και εκάθησαν τον Ναβουθαί επί κεφαλής του λαού· 13 και εισήλθον δύο άνδρες κακοί και εκάθισαν αντικρύ αυτού· και εμαρτύρησαν οι άνδρες οι κακοί κατ' αυτού, κατά του Ναβουθαί, ενώπιον του λαού, λέγοντες, Ο Ναβουθαί εβλασφήμησε τον Θεόν και τον βασιλέα. Τότε εξέβαλον αυτόν έξω της πόλεως και ελιθοβόλησαν αυτόν με λίθους, και απέθανε. 14 Και απέστειλαν προς την Ιεζάβελ, λέγοντες, Ο Ναβουβαί ελιθοβολήθη και απέθανε. 15 Και ως ήκουσεν η Ιεζάβελ ότι ο Ναβουβαί ελιθοβολήθη και απέθανεν, είπεν η Ιεζάβελ προς τον Αχαάβ, Σηκώθητι, κληρονόμησον τον αμπελώνα Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου, τον οποίον δεν ήθελε να σοι δώση δι' αργυρίου· διότι ο Ναβουθαί δεν ζη αλλ' απέθανε. 16 Και ως ήκουσεν ο Αχαάβ ότι ο Ναβουθαί απέθανεν, εσηκώθη ο Αχαάβ να καταβή εις τον αμπελώνα του Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου, διά να κληρονομήση αυτόν. 17 Και ήλθεν ο λόγος του Κυρίου προς Ηλίαν τον Θεσβίτην, λέγων, 18 Σηκώθητι, κατάβα εις συνάντησιν του Αχαάβ, βασιλέως του Ισραήλ, όστις κατοικεί εν Σαμαρεία· ιδού, εν τω αμπελώνι του Ναβουθαί είναι, όπου κατέβη διά να κληρονομήση αυτόν· 19 και θέλεις λαλήσει προς αυτόν, λέγων, Ούτω λέγει Κύριος· Εφόνευσας και έτι εκληρονόμησας; Και θέλεις λαλήσει προς αυτόν, λέγων, ούτω λέγει Κύριος· Εν τω τόπω, όπου οι κύνες έγλειψαν το αίμα του Ναβουθαί, θέλουσι γλείψει οι κύνες το αίμα σου, ναι, σου. 20 Και είπεν ο Αχαάβ προς τον Ηλίαν, Με εύρηκας, εχθρέ μου; Και απεκρίθη, Σε εύρηκα· διότι επώλησας σεαυτόν εις το να πράττης το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου. 21 Ιδού, λέγει Κύριος, Εγώ θέλω φέρει κακόν επί σε, και θέλω σαρώσει κατόπιν σου και εξολοθρεύσει του Αχαάβ τον ουρούντα προς τον τοίχον και τον πεφυλαγμένον και τον αφειμένον μεταξύ του Ισραήλ· 22 και θέλω καταστήσει τον οίκόν σου ως τον οίκον του Ιεροβοάμ υιού του Ναβάτ, και ως τον οίκον του Βαασά υιού του Αχιά, διά τον παροργισμόν τον οποίον με παρώργιαας, και έκαμες τον Ισραήλ να αμαρτήση. 23 Και περί της Ιεζάβελ έτι ελάλησεν ο Κύριος, λέγων, Οι κύνες θέλουσι καταφάγει την Ιεζάβελ πλησίον του προτειχίσματος της Ιεζραέλ· 24 όστις εκ του Αχαάβ αποθάνη εν τη πόλει, οι κύνες θέλουσι καταφάγει αυτόν· και όστις αποθάνη εν τω αγρώ, τα πετεινά του ουρανού θέλουσι καταφάγει αυτόν. 25 Ουδείς τωόντι δεν εστάθη όμοιος του Αχαάβ, όστις επώλησεν εαυτόν εις το να πράττη πονηρά ενώπιον του Κυρίου, όπως εκίνει αυτόν Ιεζάβελ η γυνή αυτού. 26 Και έπραξε βδελυρά σφόδρα ακολουθών τα είδωλα, κατά πάντα όσα έπραττον οι Αμορραίοι, τους οποίους ο Κύριος εξεδίωξεν απ' έμπροσθεν των υιών Ισραήλ. 27 Ως δε ήκουσεν ο Αχαάβ τους λόγους τούτους, διέρρηξε τα ιμάτια αυτού και έβαλε σάκκον επί την σάρκα αυτού και ενήστευσε, και εκοίτετο περιτετυλιγμένος σάκκον και εβάδιζε κεκυφώς. 28 Ήλθε δε ο λόγος του Κυρίου προς Ηλίαν τον Θεσβίτην, λέγων, 29 Είδες πως εταπεινώθη ο Αχαάβ ενώπιόν μου; επειδή εταπεινώθη ενώπιόν μου, δεν θέλω φέρει το κακόν εν ταις ημέραις αυτού· εν ταις ημέραις του υιού αυτού θέλω φέρει το κακόν επί τον οίκον αυτού.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Ahijah

    Father of Baasha

    Named as the father of Baasha, king of Israel, of the house of Issachar.

    Cited in the guide: 1 Kings 15:27; 1 Kings 15:33; 1 Kings 21:22

  • Naboth the Jezreelite

    Owner of the vineyard Ahab coveted

    The Jezreelite who refused to sell his vineyard next to Ahab's palace because it was the inheritance of his fathers, and who was stoned to death on the false testimony arranged by…

    Cited in the guide: 1 Kings 21:1; 1 Kings 21:3; 1 Kings 21:13

Cross references (28)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Joshua 19:18; 1 Kings 18:45–46; 2 Chronicles 28:22; Judges 6:33; Ezra 9:13–14
  2. 2 1 Samuel 8:14; James 1:14–15; 1 Timothy 6:9; Genesis 16:6; 2 Kings 9:27
  3. 3 Numbers 36:7; Leviticus 25:23; Ezekiel 46:18; Joshua 22:29; Genesis 44:7
  4. 4 1 Kings 20:43; James 1:14; Job 5:2; Habakkuk 2:9–12; 1 Kings 21:3
  5. 5 1 Kings 16:31; 2 Samuel 13:4; Genesis 3:6; Esther 4:5; 1 Kings 19:2
  6. 6 Esther 5:9–14; Proverbs 14:30; James 4:2–7; 1 Kings 21:2–4; 1 Timothy 6:9–10
  7. 7 Micah 7:3; 1 Samuel 8:4; Ecclesiastes 8:4; 1 Kings 21:15–16; Micah 2:1–2
  8. 8 Ezra 4:7–8; Numbers 11:16; 2 Kings 10:11; Esther 8:8–13; Deuteronomy 16:18–19
  9. 9 Isaiah 58:4; Luke 20:47; Matthew 2:8; Matthew 23:13; John 18:28
  10. 10 Exodus 22:28; Acts 6:11; Leviticus 24:15–16; Deuteronomy 19:15; Deuteronomy 13:13
  11. 11 2 Chronicles 24:21; Leviticus 19:15; Matthew 2:16; Micah 6:16; Acts 4:19
  12. 12 Isaiah 58:4; 1 Kings 21:8–10
  13. 13 2 Kings 9:26; Psalm 35:11; Job 2:9; Exodus 20:16; Proverbs 6:19
  14. 14 Ecclesiastes 5:8; 2 Samuel 11:14–24; Ecclesiastes 8:14
  15. 15 Proverbs 1:10–16; 1 Kings 21:7; Proverbs 4:17
  16. 16 Psalm 50:18; 2 Samuel 23:15–17; Isaiah 33:15; 2 Samuel 1:13–16; 2 Samuel 4:9–12
  17. 17 Psalm 9:12; Isaiah 26:21; 2 Kings 1:15–16; 2 Kings 5:26
  18. 18 1 Kings 13:32; 2 Chronicles 22:9
  19. 19 1 Kings 22:38; 2 Samuel 12:9; Habakkuk 2:12; Psalm 7:15–16; Genesis 3:11
  20. 20 Romans 7:14; 2 Kings 17:17; 1 Kings 21:25; 1 Kings 18:17; Revelation 11:10
  21. 21 1 Kings 14:10; 1 Samuel 25:22; 2 Kings 10:1–7; 2 Kings 10:11–14; 2 Kings 14:26
  22. 22 1 Kings 16:3; 1 Kings 14:16; 1 Kings 16:11; 1 Kings 15:29–30; 1 Kings 15:34
  23. 23 2 Kings 9:10; 2 Kings 9:30–37; 1 Kings 21:25
  24. 24 1 Kings 16:4; 1 Kings 14:11; Jeremiah 15:3; Ezekiel 39:18–20; Isaiah 14:19
  25. 25 Proverbs 22:14; 1 Kings 21:20; 1 Kings 16:30–33; Ecclesiastes 7:26; Acts 14:2
  26. 26 2 Kings 21:11; Genesis 15:16; Leviticus 18:25–30; Ezekiel 18:12; Leviticus 20:22–23
  27. 27 2 Kings 6:30; Genesis 37:34; 2 Samuel 3:31; Job 16:15; Joel 1:13
  28. 29 2 Peter 3:9; Micah 7:18; 2 Kings 9:25–26; Psalm 86:15; 2 Kings 9:33–10:7

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences