Skip to the text

1 Kings · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

1 Kings 18 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και μετά πολλάς ημέρας ήλθεν ο λόγος του Κυρίου προς τον Ηλίαν κατά το τρίτον έτος, λέγων, Ύπαγε, φανερώθητι εις τον Αχαάβ· και θέλω δώσει βροχήν επί το πρόσωπον της γης. 2 Και υπήγεν ο Ηλίας να φανερωθή εις τον Αχαάβ. Η δε πείνα επεβάρυνεν εις την Σαμάρειαν. 3 Και εκάλεσεν ο Αχαάβ τον Οβαδία τον οικονόμον. Ο δε Οβαδία εφοβείτο τον Κύριον σφόδρα· 4 διότι, ότε η Ιεζάβελ εξωλόθρευε τους προφήτας του Κυρίου, ο Οβαδία έλαβεν εκατόν προφήτας και έκρυψεν αυτούς ανά πεντήκοντα εις σπήλαιον, και διέτρεφεν αυτούς εν άρτω και ύδατι. 5 Και είπεν ο Αχαάβ προς τον Οβαδία, Περίελθε εις την γην, εις πάσας τας πηγάς των υδάτων και εις πάντας τους χειμάρρους· ίσως εύρωμεν χόρτον, διά να σώσωμεν την ζωήν των ίππων και των ημιόνων και να μη στερηθώμεν τα κτήνη. 6 Εμέρισαν λοιπόν την γην εις εαυτούς, διά να διέλθωσιν αυτήν· ο μεν Αχαάβ απήλθε διά μιας οδού κατά μόνας, ο δε Οβαδία απήλθε δι' άλλης οδού κατά μόνας. 7 Και ενώ ήτο ο Οβαδία καθ' οδόν ιδού, ο Ηλίας συνήντησεν αυτόν· και εκείνος εγνώρισεν αυτόν και έπεσε κατά πρόσωπον αυτού και είπε, Συ είσαι, κύριέ μου Ηλία; 8 Ο δε είπε προς αυτόν, Εγώ· ύπαγε, ειπέ προς τον κύριόν σου, Ιδού, ο Ηλίας. 9 Και εκείνος είπε, Τι ημάρτησα, ώστε θέλεις να παραδώσης τον δούλον σου εις την χείρα του Αχαάβ, διά να με θανατώση; 10 Ζη Κύριος ο Θεός σου, δεν είναι έθνος ή βασίλειον, όπου δεν έστειλεν ο κύριός μου να σε ζητώσι και ότε έλεγον, Δεν είναι, αυτός ώρκιζε το βασίλειον και το έθνος, ότι δεν σε εύρηκαν. 11 Και τώρα συ λέγεις, Ύπαγε, ειπέ προς τον κύριόν σου, Ιδού, ο Ηλίας. 12 Και καθώς εγώ αναχωρήσω από σου, το πνεύμα του Κυρίου θέλει σε φέρει όπου δεν εξεύρω· και όταν υπάγω και αναγγείλω τούτο προς τον Αχαάβ, και δεν σε εύρη, θέλει με θανατώσει. Αλλ' ο δούλός σου φοβούμαι τον Κύριον εκ νεότητός μου. 13 Δεν απηγγέλθη προς τον κύριόν μου τι έκαμα, ότε η Ιεζάβελ εθανάτονε τους προφήτας του Κυρίου, τίνι τρόπω έκρυψα εκατόν άνδρας εκ των προφητών του Κυρίου ανά πεντήκοντα εις σπήλαιον, και διέθρεψα αυτούς εν άρτω και ύδατι; 14 Και τώρα συ λέγεις, Ύπαγε, ειπέ προς τον κύριόν σου, Ιδού, ο Ηλίας· αλλ' αυτός θέλει με θανατώσει. 15 Και είπεν Ηλίας, Ζη ο Κύριος των δυνάμεων, έμπροσθεν του οποίου παρίσταμαι, ότι σήμερον θέλω εμφανισθή εις αυτόν. 16 Υπήγε λοιπόν ο Οβαδία εις συνάντησιν του Αχαάβ και απήγγειλε προς αυτόν. Και ο Αχαάβ υπήγεν εις συνάντησιν του Ηλία. 17 Και ως είδεν ο Αχαάβ τον Ηλίαν, είπε προς αυτόν ο Αχαάβ, Συ είσαι ο διαταράττων τον Ισραήλ; 18 Ο δε είπε, Δεν διαταράττω εγώ τον Ισραήλ, αλλά συ και ο οίκος του πατρός σου· διότι σεις εγκατελίπετε τας εντολάς του Κυρίου και υπήγες κατόπιν των Βααλείμ· 19 τώρα λοιπόν απόστειλον, συνάθροισον προς εμέ πάντα τον Ισραήλ εις το όρος τον Κάρμηλον, και τους προφήτας του Βάαλ τους τετρακοσίους πεντήκοντα, και τους τετρακοσίους προφήτας των αλσών, οίτινες τρώγουσιν εις την τράπεζαν της Ιεζάβελ. 20 Και απέστειλεν ο Αχαάβ προς πάντας τους υιούς Ισραήλ και συνήθροισε τους προφήτας εις το όρος τον Κάρμηλον. 21 Και προσήλθεν ο Ηλίας προς πάντα τον λαόν και είπεν, Έως πότε χωλαίνετε μεταξύ δύο φρονημάτων; εάν ο Κύριος ήναι Θεός, ακολουθείτε αυτόν· αλλ' εάν ο Βάαλ, ακολουθείτε τούτον. Και ο λαός δεν απεκρίθη προς αυτόν λόγον. 22 Τότε είπεν ο Ηλίας προς τον λαόν, Εγώ μόνος έμεινα προφήτης του Κυρίου· οι δε προφήται του Βάαλ είναι τετρακόσιοι πεντήκοντα άνδρες· 23 ας δώσωσι λοιπόν εις ημάς δύο μόσχους· και ας εκλέξωσι τον ένα μόσχον δι' εαυτούς, και ας διαμελίσωσιν αυτόν και ας επιθέσωσιν αυτόν επί των ξύλων και πυρ ας μη βάλωσι και εγώ θέλω ετοιμάσει τον άλλον μόσχον και επιθέσει επί των ξύλων και πυρ δεν θέλω βάλει, 24 και επικαλέσθητε το όνομα των θεών σας, και εγώ θέλω επικαλεσθή το όνομα του Κυρίου· και ο Θεός, όστις εισακούση διά πυρός, ούτος ας ήναι ο Θεός. Και αποκριθείς πας ο λαός, είπε, Καλός ο λόγος. 25 Και είπεν ο Ηλίας προς τους προφήτας του Βάαλ, Εκλέξατε εις εαυτούς τον ένα μόσχον και ετοιμάσατε αυτόν πρώτοι διότι είσθε πολλοί· και επικαλέσθητε το όνομα των θεών σας, πυρ όμως μη βάλητε. 26 Και έλαβον τον μόσχον τον δοθέντα εις αυτούς και ητοίμασαν αυτόν, και επεκαλούντο το όνομα του Βάαλ από πρωΐας μέχρι μεσημβρίας, λέγοντες, Επάκουσον ημών, Βάαλ· και ουκ ην φωνή και ουκ ην ακρόασις· και επήδων περί το θυσιαστήριον, το οποίον ωκοδόμησαν. 27 Και περί την μεσημβρίαν ο Ηλίας μυκτηρίζων αυτούς έλεγεν, Επικαλείσθε μετά φωνής μεγάλης· διότι θεός είναι ή συνομιλεί ή ασχολείται ή είναι εις οδοιπορίαν ή ίσως κοιμάται και θέλει εξυπνήσει. 28 Και επεκαλούντο μετά φωνής μεγάλης και κατετέμνοντο κατά την συνήθειαν αυτών με μαχαίρας και με λόγχας, εωσού αίμα εξεχύθη επ' αυτούς. 29 Και αφού παρήλθεν η μεσημβρία, και αυτοί προεφήτευον μέχρι της ώρας της προσφοράς, και ουκ ην φωνή και ουκ ην ακρόασις και ουκ ην προσοχή, 30 τότε είπεν ο Ηλίας προς πάντα τον λαόν, Πλησιάσατε προς εμέ. Και πας ο λαός επλησίασε προς αυτόν. Και επιδιώρθωσε το θυσιαστήριον του Κυρίου, το κεκρημνισμένον. 31 Και έλαβεν ο Ηλίας δώδεκα λίθους, κατά τον αριθμόν των φυλών των υιών Ιακώβ, προς τον οποίον ήλθεν ο λόγος του Κυρίου, λέγων, Ισραήλ θέλει είσθαι το όνομά σου· 32 και ωκοδόμησε τους λίθους θυσιαστήριον εις το όνομα του Κυρίου· και έκαμεν αύλακα περί το θυσιαστήριον, χωρούσαν δύο μέτρα σπόρου. 33 Και εστοίβασε τα ξύλα και διεμέλισε τον μόσχον και επέθεσεν αυτόν επί των ξύλων. 34 Και είπε, Γεμίσατε ύδατος τέσσαρας υδρίας και χύσατε επί το ολοκαύτωμα και επί τα ξύλα. Και είπε, Δευτερώσατε· και εδευτέρωσαν. Και είπε, Τριττώσατε· και ετρίττωσαν. 35 Και περιέτρεχε το ύδωρ πέριξ του θυσιαστηρίου· και η αύλαξ έτι εγέμισεν ύδατος. 36 Και την ώραν της προσφοράς επλησίασεν Ηλίας ο προφήτης και είπε, Κύριε, Θεέ του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ισραήλ, ας γείνη γνωστόν σήμερον, ότι συ είσαι Θεός εν τω Ισραήλ και εγώ δούλός σου, και κατά τον λόγον σου έκαμα πάντα ταύτα τα πράγματα· 37 επάκουσόν μου, Κύριε, επάκουσόν μου, διά να γνωρίση ο λαός ούτος ότι συ Κύριος είσαι ο Θεός, και συ επέστρεψας την καρδίαν αυτών οπίσω. 38 Τότε έπεσε πυρ παρά Κυρίου και κατέφαγε το ολοκαύτωμα και τα ξύλα και τους λίθους και το χώμα, και έγλειψε το ύδωρ το εν τη αύλακι. 39 Και ότε είδε πας ο λαός, έπεσον κατά πρόσωπον αυτών και είπον, Ο Κύριος, αυτός είναι ο Θεός· ο Κύριος, αυτός είναι ο Θεός. 40 Και είπε προς αυτούς ο Ηλίας, Πιάσατε τους προφήτας του Βάαλ· μηδείς εξ αυτών ας μη διασωθή. Και επίασαν αυτούς· και κατεβίβασεν αυτούς ο Ηλίας εις τον χείμαρρον Κεισών και έσφαξεν αυτούς εκεί. 41 Και είπεν ο Ηλίας προς τον Αχαάβ, Ανάβα, φάγε και πίε. διότι είναι φωνή πλήθους βροχής. 42 Και ανέβη ο Αχαάβ διά να φάγη και να πίη. Ο δε Ηλίας ανέβη εις την κορυφήν του Καρμήλου και έκυψεν εις την γην και έβαλε το πρόσωπον αυτού αναμέσον των γονάτων αυτού, 43 και είπε προς τον υπηρέτην αυτού, Ανάβα τώρα, βλέψον προς την θάλασσαν. Και ανέβη και έβλεψε και είπε, Δεν είναι ουδέν. Ο δε είπεν, Ύπαγε πάλιν, έως επτάκις. 44 Και την εβδόμην φοράν είπεν, Ιδού, νέφος μικρόν, ως παλάμη ανθρώπου, αναβαίνει εκ της θαλάσσης. Και είπεν, Ανάβα, ειπέ προς τον Αχαάβ, Ζεύξον την άμαξάν σου, και κατάβα, διά να μη σε εμποδίση η βροχή. 45 Και εν τω μεταξύ ο ουρανός συνεσκότασεν εκ νεφών και ανέμου, και έγεινε βροχή μεγάλη. Και ανέβη ο Αχαάβ εις την άμαξαν αυτού και υπήγεν εις Ιεζραέλ. 46 Και χειρ Κυρίου εστάθη επί τον Ηλίαν· και συνέσφιγξε την οσφύν αυτού και έτρεχεν έμπροσθεν του Αχαάβ έως της εισόδου της Ιεζραέλ.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Ahab

    King of Israel, husband of Jezebel

    Son of Omri, who reigned twenty-two years in Samaria, married Jezebel and served Baal, took Naboth's vineyard, fought Ben-hadad of Aram, and died of an arrow wound at…

    Cited in the guide: 1 Kings 16:29; 1 Kings 16:30; 1 Kings 18:17

  • Elijah the Tishbite

    Prophet taken up in a whirlwind

    A prophet among the settlers of Gilead who announced a drought to Ahab, was fed by ravens, revived the widow's son at Zarephath, defeated Baal's prophets on Mount Carmel, heard…

    Cited in the guide: 1 Kings 17:1; 1 Kings 18:36; 1 Kings 19:9

  • Jezebel

    Queen of Israel, wife of Ahab

    Daughter of Ethbaal king of the Sidonians and wife of Ahab, who slaughtered the LORD's prophets, threatened Elijah, had Naboth stoned on false testimony, and was thrown down from…

    Cited in the guide: 1 Kings 16:31; 1 Kings 18:4; 1 Kings 19:2

  • Obadiah

    Ahab's palace steward who hid prophets

    The man in charge of Ahab's palace who greatly feared the LORD, hid a hundred prophets in caves when Jezebel slaughtered the LORD's prophets, and brought Elijah's message to Ahab.

    Cited in the guide: 1 Kings 18:3; 1 Kings 18:4; 1 Kings 18:7

Places

  • Mount Carmel

    Today: Northern Israel (near Haifa)

    A fertile ridge jutting into the sea near Haifa. Elijah's contest with the prophets of Baal here vindicated the Lord as the God who answers by fire.

    Cited in the guide: 1 Kings 18:20; 1 Kings 18:38

Cross references (43)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Luke 4:25; James 5:17; 1 Kings 18:15–40; Deuteronomy 28:12; 1 Kings 17:1
  2. 2 Joel 1:15–20; Leviticus 26:26; Psalm 27:1; Psalm 51:4; Isaiah 51:12
  3. 3 Nehemiah 7:2; 1 Kings 16:9; Matthew 10:28; Malachi 3:16; Genesis 41:40
  4. 4 1 Kings 18:13; Matthew 10:40–42; Matthew 25:35; Revelation 17:4–6; Matthew 21:35
  5. 5 Jeremiah 14:5–6; Joel 1:18; Joel 2:22; Habakkuk 3:17; Romans 8:20–22
  6. 6 Jeremiah 14:3
  7. 7 2 Kings 1:6–8; Isaiah 60:14; Genesis 44:16; Matthew 11:8; Genesis 50:18
  8. 8 1 Kings 18:3; Romans 13:7; 1 Peter 2:17–18
  9. 9 Exodus 5:21; 1 Kings 17:18; 1 Kings 18:12
  10. 10 1 Kings 17:1; Psalm 10:2; 1 Kings 18:15; 1 Samuel 29:6; 1 Kings 17:9
  11. 11 1 Kings 18:8; 1 Kings 18:14
  12. 12 Acts 8:39; 2 Kings 2:16; Ezekiel 8:3; Ezekiel 11:24; Ezekiel 40:1–2
  13. 13 1 Kings 18:4; Matthew 25:35; Acts 20:34; Matthew 10:41–42; Genesis 20:4–5
  14. 14 Matthew 10:28
  15. 15 1 Kings 17:1; 1 Kings 18:10; Job 25:3; Psalm 148:2–3; Jeremiah 8:2
  16. 17 Joshua 7:25; 1 Kings 21:20; Acts 16:20; Acts 17:6; Amos 7:10
  17. 18 2 Chronicles 15:2; 1 Kings 9:9; 1 Kings 16:31; Jeremiah 2:19; 1 Kings 21:25
  18. 19 Joshua 19:26; 1 Kings 16:33; 2 Peter 2:1; 2 Kings 2:25; 1 Samuel 15:12
  19. 20 1 Kings 22:9
  20. 21 Matthew 6:24; Joshua 24:15; 1 Corinthians 10:21–22; 2 Corinthians 6:14–16; 1 Samuel 7:3
  21. 22 1 Kings 19:10; 1 Kings 19:14; 1 Kings 20:13; 2 Timothy 4:3–4; 2 Peter 2:1–3
  22. 24 1 Kings 18:38; 1 Chronicles 21:26; Leviticus 9:24; 2 Chronicles 7:3; 2 Chronicles 7:1
  23. 26 Jeremiah 10:5; 1 Corinthians 8:4; Matthew 6:7; 1 Corinthians 12:2; Isaiah 44:17
  24. 27 Isaiah 41:23; Psalm 78:65–66; Ecclesiastes 11:9; Mark 4:38–39; 2 Chronicles 25:8
  25. 28 Leviticus 19:28; Deuteronomy 14:1; Mark 5:5; Mark 9:22; Micah 6:7
  26. 29 1 Kings 22:10; Exodus 29:39; 1 Corinthians 11:4–5; 1 Samuel 18:10; Galatians 4:8
  27. 30 2 Chronicles 33:16; 1 Kings 19:14; 1 Kings 19:10; Romans 11:3
  28. 31 2 Kings 17:34; Genesis 35:10; Genesis 32:28; Joshua 4:3–4; Joshua 4:20
  29. 32 Colossians 3:17; Exodus 20:24–25; 1 Corinthians 10:31; Judges 21:4; 1 Samuel 7:17
  30. 33 Genesis 22:9; Judges 6:20; John 11:39–40; Daniel 3:25; Daniel 3:19
  31. 34 2 Corinthians 4:2; 2 Corinthians 8:21
  32. 35 1 Kings 18:32; 1 Kings 18:38
  33. 36 1 Kings 18:29; 2 Kings 19:19; Exodus 3:6; 1 Kings 8:43; Matthew 22:32
  34. 37 Daniel 9:17–19; Luke 1:16–17; Ezekiel 36:25–27; Malachi 4:5–6; 1 Kings 18:24
  35. 38 Leviticus 9:24; 1 Chronicles 21:26; 2 Chronicles 7:1; Judges 6:21; 1 Kings 18:24
  36. 39 1 Kings 18:24; 2 Chronicles 7:3; 1 Kings 18:21; Judges 13:20; 1 Chronicles 21:16
  37. 40 Judges 4:7; Deuteronomy 18:20; Deuteronomy 13:5; Zechariah 13:2–3; Judges 5:21
  38. 41 1 Kings 18:1; Ecclesiastes 9:7; 1 Kings 17:1; Acts 27:34
  39. 42 Luke 6:12; 1 Kings 19:13; Genesis 24:52; 1 Kings 18:19–20; Ezra 9:6
  40. 43 Habakkuk 2:3; Luke 18:1; Luke 18:7; Genesis 32:26; Ephesians 6:18
  41. 44 Luke 12:54; Job 8:7; Micah 1:13; Zechariah 4:10; 1 Samuel 6:10
  42. 45 2 Kings 9:16; 1 Kings 21:23; 1 Kings 18:39–40; 2 Samuel 21:14; 1 Kings 21:1
  43. 46 Ezekiel 3:14; Ezekiel 1:3; 2 Kings 3:15; 2 Kings 9:1; Matthew 22:21

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 18:31 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book I, Chapters XVIII–XIX)

    … foot of the mountain, --the same number which was placed by Joshua in the river, and again, on the other side, the bearers of the ark of the covenant, --those stones which were set up by Elijah when the heifer was offered as a burnt-offering; the number, too, of the apostles; and, in fine, every event which embraces in it …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Quotes verse 18:18 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily LVII)

    … is not lawful for thee to have thy brother Philip's wife;" such as he was possessed of, who before him was like him, and after him shall be so again; who said to Ahab, "I do not trouble Israel, but thou, and thy father's house;" such as the prophets had, such as all the apostles.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  3. Quotes verse 18:21 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book III, Chapter VI)

    Elias, too, when all Israel was assembled at Mount Carmel, wishing to turn them from idolatry, says to them, "How long halt ye between two opinions? If the Lord be God, follow Him." And again, at the burnt-offering, he thus addresses the idolatrous priests: "Ye shall call upon the name of your gods, and I will call on the name …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  4. Quotes verse 18:36 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book III, Chapter VI)

    … directed them to that God upon whom he believed, and who was truly God; whom invoking, he exclaimed, "Lord God of Abraham, God of Isaac, and God of Jacob, hear me to-day, and let all this people know that Thou art the God of Israel."

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)