Skip to the text

2 Samuel · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

2 Samuel 12 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και απέστειλεν ο Κύριος τον Νάθαν προς τον Δαβίδ. Και ήλθε προς αυτόν και είπε προς αυτόν, Ήσαν δύο άνδρες εν πόλει τινί, ο εις πλούσιος, ο δε άλλος πτωχός. 2 Ο πλούσιος είχε ποίμνια και βουκόλια πολλά σφόδρα· 3 ο δε πτωχός δεν είχεν άλλο, ειμή μίαν μικράν αμνάδα, την οποίαν ηγόρασε και έθρεψε· και εμεγάλωσε μετ' αυτού και μετά των τέκνων αυτού ομού· από του άρτου αυτού έτρωγε, και από του ποτηρίου αυτού έπινε, και εν τω κόλπω αυτού εκοιμάτο, και ήτο εις αυτόν ως θυγάτηρ. 4 Ήλθε δε τις διαβάτης προς τον πλούσιον και εφειδωλεύθη να λάβη εκ των ποιμνίων αυτού και εκ των αγέλων αυτού, διά να ετοιμάση εις τον οδοιπόρον τον ελθόντα προς αυτόν, και έλαβε την αμνάδα του πτωχού και ητοίμασεν αυτήν διά τον άνθρωπον τον ελθόντα προς αυτόν. 5 Και εξήφθη η οργή του Δαβίδ κατά του ανθρώπου σφόδρα· και είπε προς τον Νάθαν, Ζη Κύριος, άξιος θανάτου είναι ο άνθρωπος, όστις έπραξε τούτο· 6 και θέλει πληρώσει την αμνάδα τετραπλάσιον, επειδή έπραξε το πράγμα τούτο και επειδή δεν εσπλαγχνίσθη. 7 Και είπεν ο Νάθαν προς τον Δαβίδ, Συ είσαι ο άνθρωπος· ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· Εγώ σε έχρισα βασιλέα επί τον Ισραήλ, και εγώ σε ηλευθέρωσα εκ χειρός του Σαούλ· 8 και έδωκα εις σε τον οίκον του κυρίου σου και τας γυναίκας του κυρίου σου εις τον κόλπον σου, και έδωκα εις σε τον οίκον του Ισραήλ και του Ιούδα· και εάν τούτο ήτο ολίγον, ήθελον προσθέσει εις σε τοιαύτα και τοιαύτα· 9 διά τι κατεφρόνησας τον λόγον του Κυρίου, ώστε να πράξης το κακόν εις τους οφθαλμούς αυτού; Ουρίαν τον Χετταίον επάταξας εν ρομφαία, και την γυναίκα αυτού έλαβες εις σεαυτόν γυναίκα, και αυτόν εθανάτωσας εν τη ρομφαία των υιών Αμμών· 10 τώρα λοιπόν δεν θέλει αποσυρθή ποτέ ρομφαία εκ του οίκου σου· επειδή με κατεφρόνησας και έλαβες την γυναίκα Ουρίου του Χετταίου, διά να ήναι γυνή σου. 11 Ούτω λέγει Κύριος· Ιδού, θέλω επεγείρει εναντίον σου κακά εκ του οίκου σου, και θέλω λάβει τας γυναίκάς σου έμπροσθεν των οφθαλμών σου και δώσει αυτάς εις τον πλησίον σου, και θέλει κοιμηθή μετά των γυναικών σου ενώπιον του ηλίου τούτου· 12 διότι συ έπραξας κρυφίως· αλλ' εγώ θέλω κάμει τούτο το πράγμα έμπροσθεν παντός του Ισραήλ και κατέναντι του ηλίου. 13 Και είπεν ο Δαβίδ προς τον Νάθαν, Ημάρτησα εις τον Κύριον. Ο δε Νάθαν είπε προς τον Δαβίδ, Και ο Κύριος παρέβλεψε το αμάρτημά σου· δεν θέλεις αποθάνει· 14 επειδή όμως διά ταύτης της πράξεως έδωκας μεγάλην αφορμήν εις τους εχθρούς του Κυρίου να βλασφημώσι, διά τούτο το παιδίον το γεννηθέν εις σε εξάπαντος θέλει αποθάνει. 15 Και απήλθεν ο Νάθαν εις τον οίκον αυτού. Ο δε Κύριος επάταξε το παιδίον, το οποίον εγέννησεν η γυνή του Ουρίου εις τον Δαβίδ, και ηρρώστησε. 16 Και ικέτευσεν ο Δαβίδ τον Θεόν υπέρ του παιδίου· και ενήστευσεν ο Δαβίδ και εισελθών διενυκτέρευσε, κοιτόμενος κατά γης. 17 Και εσηκώθησαν οι πρεσβύτεροι του οίκου αυτού, και ήλθον προς αυτόν διά να σηκώσωσιν αυτόν από της γής· πλην δεν ηθέλησεν ουδέ έφαγεν άρτον μετ' αυτών. 18 Και την ημέραν την εβδόμην απέθανε το παιδίον. Και εφοβήθησαν οι δούλοι του Δαβίδ να αναγγείλωσι προς αυτόν ότι το παιδίον απέθανε· διότι έλεγον, Ιδού, ενώ έζη έτι το παιδίον, ελαλούμεν προς αυτόν, και δεν εισήκουε της φωνής ημών· πόσον λοιπόν κακόν θέλει κάμει, εάν είπωμεν προς αυτόν ότι το παιδίον απέθανεν; 19 Αλλ' ιδών ο Δαβίδ ότι οι δούλοι αυτού εψιθύριζον μετ' αλλήλων, ενόησεν ο Δαβίδ ότι το παιδίον απέθανεν· όθεν είπεν ο Δαβίδ προς τους δούλους αυτού, Απέθανε το παιδίον; οι δε είπον, Απέθανε. 20 Τότε εσηκώθη ο Δαβίδ από της γης και ελούσθη και ηλείφθη και ήλλαξε τα ιμάτια αυτού, και εισήλθεν εις τον οίκον του Κυρίου, και προσεκύνησεν· έπειτα εισήλθεν εις τον οίκον αυτού· και εζήτησε να φάγη και έβαλον έμπροσθεν αυτού άρτον, και έφαγεν. 21 Οι δε δούλοι αυτού είπον προς αυτόν, Τι είναι τούτο, το οποίον έκαμες; ενήστευες και έκλαιες περί του παιδίου, ενώ έζη· αφού δε απέθανε το παιδίον, εσηκώθης και έφαγες άρτον. 22 Και είπεν, Ενώ έτι έζη το παιδίον, ενήστευσα και έκλαυσα, διότι είπα, Τις εξεύρει; ίσως ο Θεός με ελεήση, και ζήση το παιδίον· 23 αλλά τώρα απέθανε· διά τι να νηστεύω; μήπως δύναμαι να επιστρέψω αυτό πάλιν; εγώ θέλω υπάγει προς αυτό, αυτό όμως δεν θέλει αναστρέψει προς εμέ. 24 Και παρηγόρησεν ο Δαβίδ την Βηθ-σαβεέ την γυναίκα αυτού, και εισήλθε προς αυτήν και εκοιμήθη μετ' αυτής, και εγέννησεν υιόν, και εκάλεσε το όνομα αυτού Σολομών· και ο Κύριος ηγάπησεν αυτόν. 25 Και έστειλε διά χειρός Νάθαν του προφήτου, και εκάλεσε το όνομα αυτού Ιεδιδία, διά τον Κύριον. 26 Ο δε Ιωάβ επολέμησεν εναντίον της Ραββά των υιών Αμμών, και εκυρίευσε την βασιλικήν πόλιν. 27 Και απέστειλεν ο Ιωάβ μηνυτάς προς τον Δαβίδ και είπεν, Επολέμησα εναντίον της Ραββά, μάλιστα εκυρίευσα την πόλιν των υδάτων· 28 τώρα λοιπόν σύναξον το επίλοιπον του λαού, και στρατοπέδευσον εναντίον της πόλεως και κυρίευσον αυτήν, διά να μη κυριεύσω εγώ την πόλιν, και ονομασθή το όνομά μου επ' αυτήν. 29 Και συνήθροισεν ο Δαβίδ πάντα τον λαόν, και υπήγεν εις Ραββά και επολέμησεν εναντίον αυτής και εκυρίευσεν αυτήν· 30 και έλαβε τον στέφανον του βασιλέως αυτών από της κεφαλής αυτού, το βάρος του οποίου ήτο εν τάλαντον χρυσίου με λίθους πολυτίμους· και ετέθη επί της κεφαλής του Δαβίδ· και λάφυρα της πόλεως εξέφερε πολλά σφόδρα· 31 και τον λαόν τον εν αυτή εξήγαγε και έβαλεν υπό πρίονας και υπό τριβόλους σιδηρούς και υπό πελέκεις σιδηρούς, και επέρασεν αυτούς διά της καμίνου των πλίνθων. Και ούτως έκαμεν εις πάσας τας πόλεις των υιών Αμμών. Τότε επέστρεψεν ο Δαβίδ και πας ο λαός εις Ιερουσαλήμ.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Bathsheba

    Wife of David, mother of Solomon

    Wife of David and mother of Solomon, remembered amid both sin and grace.

    Cited in the guide: 2 Samuel 11-12; 1 Kings 1-2; Matthew 1:6

  • David

    King of Israel

    The shepherd who became Israel's greatest king and a man after God's own heart.

    Cited in the guide: 1 Sam. 16 - 1 Kings 2; 2 Sam. 7; 1 Chron. 2:15; Matt. 1:6

  • Joab

    David's army commander

    Son of Zeruiah and commander of David's army, who killed Abner and Amasa, besieged Rabbah, killed Absalom in the oak, and carried out David's census.

    Cited in the guide: 2 Samuel 2:13; 2 Samuel 3:27; 2 Samuel 12:26

  • Nathan

    Prophet who rebuked David

    The prophet to whom David confided his wish to build a house for the ark, who carried the LORD's promise of an enduring house to David, rebuked him with the parable of the ewe…

    Cited in the guide: 2 Samuel 7:2; 2 Samuel 7:4; 2 Samuel 12:1

Cross references (29)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Psalm 51:1–19; 1 Kings 20:35–41; Judges 9:7–15; Isaiah 5:1–7; 1 Kings 13:1
  2. 2 2 Samuel 12:8; 2 Samuel 3:2–5; Job 1:3; 2 Samuel 5:13–16; 2 Samuel 15:16
  3. 3 Micah 7:5; 2 Samuel 11:3; Deuteronomy 13:6; Proverbs 5:18–19
  4. 4 James 1:14; 2 Samuel 11:3–4; Genesis 18:2–7
  5. 5 Genesis 38:24; Romans 2:1; 1 Samuel 26:16; Luke 6:41–42; 1 Samuel 25:21–22
  6. 6 Exodus 22:1; Proverbs 6:31; Luke 19:8; James 2:13
  7. 7 Matthew 14:14; 1 Samuel 16:13; 2 Samuel 22:1; 1 Samuel 18:21; 2 Samuel 22:49
  8. 8 Psalm 84:11; 2 Samuel 9:7; 2 Samuel 12:11; 2 Samuel 5:5; 2 Samuel 2:4
  9. 9 1 Samuel 15:19; Psalm 90:8; Amos 2:4; Jeremiah 18:10; Psalm 139:1–2
  10. 10 2 Samuel 18:14–15; Matthew 26:52; Romans 2:4; 2 Samuel 13:28–29; Genesis 20:3
  11. 11 2 Samuel 16:21–22; Deuteronomy 28:30; 2 Samuel 13:1–14; 2 Samuel 15:10; 2 Samuel 13:28–29
  12. 12 2 Samuel 16:22; Ecclesiastes 12:14; Luke 12:1–2; 1 Corinthians 4:5; 2 Samuel 11:4–15
  13. 13 Proverbs 28:13; 2 Samuel 24:10; Zechariah 3:4; Psalm 51:4; Micah 7:18–19
  14. 14 Romans 2:24; Isaiah 52:5; Psalm 89:31–33; Psalm 94:12; Proverbs 3:11–12
  15. 15 1 Samuel 25:38; Psalm 104:29; Deuteronomy 32:39; 1 Samuel 26:10; 2 Kings 15:5
  16. 16 2 Samuel 13:31; Jonah 3:9; Esther 4:16; 1 Kings 21:27; 2 Samuel 12:22
  17. 17 2 Samuel 3:35; 1 Samuel 28:23
  18. 18 Numbers 20:15
  19. 20 Job 1:20; Ruth 3:3; Lamentations 3:39–41; Job 2:10; Ecclesiastes 9:8
  20. 21 1 Corinthians 2:15
  21. 22 Isaiah 38:5; Isaiah 38:1–3; Jonah 3:9–10; Joel 1:14; Jonah 1:6
  22. 23 Genesis 37:35; Job 30:23; Luke 23:43; Job 7:8–10
  23. 24 Matthew 1:6; 1 Chronicles 28:5–6; 1 Chronicles 29:1; 1 Chronicles 22:9–10; 2 Samuel 7:12
  24. 25 2 Samuel 7:4; Nehemiah 13:26; 1 Kings 1:11; 1 Kings 1:23; 2 Samuel 12:1–14
  25. 26 1 Chronicles 20:1–3; Deuteronomy 3:11; 2 Samuel 11:25
  26. 27 Ezekiel 21:20; Deuteronomy 3:11; 2 Samuel 11:1
  27. 28 John 7:18
  28. 30 1 Chronicles 20:2
  29. 31 1 Chronicles 20:3; Amos 1:3; 2 Samuel 8:2; Psalm 21:8–9

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 12:1–6 Augustine of Hippo, On Christian Doctrine (Book III, Chapters 17–21)

    And David's anger being kindled against the man, he commanded that he should be put to death, and the lamb restored fourfold to the poor man; thus unwittingly condemning the sin he had wittingly committed. And when he had been shown this, and God's punishment had been denounced against him, he wiped out his sin in deep penitence.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  2. Quotes verse 12:7–9 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily LXXV)

    … Saul, and give thee all that pertained to thy master, and all the house of Israel and Judah, and if it had been little for thee, I would have added thus and thus; and wherefore hast thou done that which was evil in my sight?" For not for all sins are there the same punishments, but many and diverse, according …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  3. Quotes verse 12:13 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture II)

    … standing round: for he had seen in thought the angel-host of the Lord, and he trembled as seeing Him who is invisible; and to the messenger, or rather by him in answer to God who sent him, he said, I have sinned against the Lord.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)

  4. Quotes verse 12:1 Augustine of Hippo, Sermons on Selected Lessons of the New Testament (Sermon I)

    Luke ascends through Nathan another son of the same David, through whom he was purged from his sin. For we read, that Nathan was sent to him to reprove him, and that he might through repentance be healed.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)

  5. Quotes verse 12:1 Augustine of Hippo, Expositions on the Psalms (Psalm LI)

    Moreover her husband in war he caused to be killed: and after this deed there was sent to him Nathan the prophet; sent by the Lord, to reprove him for so great an outrage.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 8 (1888)