Skip to the text

Jeremiah · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Jeremiah 38 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και ήκουσαν Σεφατίας ο υιός του Ματθάν και Γεδαλίας ο υιός του Πασχώρ και Ιουχάλ ο υιός του Σελεμίου και Πασχώρ ο υιός του Μαλχίου τους λόγους, τους οποίους ο Ιερεμίας ελάλησε προς πάντα τον λαόν, λέγων, 2 Ούτω λέγει Κύριος· Όστις κάθηται εν τη πόλει ταύτη, θέλει αποθάνει υπό μαχαίρας, υπό πείνης και υπό λοιμού· αλλ' όστις εξέλθη προς τους Χαλδαίους, θέλει ζήσει· και η ζωή αυτού θέλει είσθαι ως λάφυρον εις αυτόν, και θέλει ζήσει· 3 ούτω λέγει Κύριος· Η πόλις αύτη θέλει εξάπαντος παραδοθή εις την χείρα του στρατεύματος του βασιλέως της Βαβυλώνος και θέλει κυριεύσει αυτήν. 4 Και είπον οι άρχοντες προς τον βασιλέα, Ας θανατωθή, παρακαλούμεν, ο άνθρωπος ούτος· διότι εκλύει ούτω τας χείρας των ανδρών των πολεμιστών των εναπολειφθέντων εν τη πόλει ταύτη και τας χείρας παντός του λαού, λαλών προς αυτούς τοιούτους λόγους· διότι ο άνθρωπος ούτος δεν ζητεί το καλόν του λαού τούτου αλλά το κακόν. 5 Και είπε Σεδεκίας ο βασιλεύς, Ιδού, εις την χείρα σας είναι· διότι ο βασιλεύς δεν δύναται ουδέν εναντίον σας. 6 Τότε έλαβον τον Ιερεμίαν, και έρριψαν αυτόν εις τον λάκκον του Μαλχίου υιού του Αμμέλεχ τον εν τη αυλή της φυλακής, και κατεβίβασαν τον Ιερεμίαν διά σχοινίων· και εν τω λάκκω δεν ήτο ύδωρ αλλά βόρβορος, και εχώθη ο Ιερεμίας εις τον βόρβορον. 7 Και ότε ήκουσεν Αβδέ-μέλεχ ο Αιθίοψ, εις των ευνούχων, ο εν τη οικία του βασιλέως, ότι έβαλον τον Ιερεμίαν εις τον λάκκον, ενώ ο βασιλεύς εκάθητο εν τη πύλη Βενιαμίν, 8 εξήλθεν ο Αβδέ-μέλεχ εκ της οικίας του βασιλέως και ελάλησε προς τον βασιλέα, λέγων, 9 Κύριέ μου βασιλεύ, οι άνθρωποι ούτοι έπραξαν κακά εις όσα έκαμον εις τον Ιερεμίαν τον προφήτην, τον οποίον έρριψαν εις τον λάκκον· και αυτός ήθελεν αποθάνει υπό πείνης εν τω τόπω όπου είναι, διότι δεν είναι πλέον άρτος εν τη πόλει. 10 Και προσέταξεν ο βασιλεύς τον Αβδέ-μέλεχ τον Αιθίοπα, λέγων, Λάβε εντεύθεν τριάκοντα ανθρώπους μετά σου και αναβίβασον τον Ιερεμίαν τον προφήτην εκ του λάκκου, πριν αποθάνη. 11 Και έλαβεν ο Αβδέ-μέλεχ τους ανθρώπους μεθ' εαυτού, και εισήλθεν εις την οικίαν του βασιλέως υπό το θησαυροφυλάκιον, και εκείθεν έλαβε παλαιά ράκη και παλαιά σεσηπότα αποφόρια και κατεβίβασεν αυτά διά σχοινίων εις τον λάκκον προς τον Ιερεμίαν. 12 Και είπε προς τον Ιερεμίαν Αβδέ-μέλεχ ο Αιθίοψ, Βάλε τώρα τα παλαιά ράκη και τα σεσηπότα αποφόρια υπό τας μασχάλας σου, υποκάτω των σχοινίων. Και έκαμεν ο Ιερεμίας ούτω. 13 Και έσυραν τον Ιερεμίαν διά των σχοινίων και ανεβίβασαν αυτόν εκ του λάκκου· και έμεινεν ο Ιερεμίας εν τη αυλή της φυλακής. 14 Και απέστειλε Σεδεκίας ο βασιλεύς και έφερε τον Ιερεμίαν τον προφήτην προς εαυτόν, εις την τρίτην είσοδον την εν τω οίκω του Κυρίου· και είπεν ο βασιλεύς προς τον Ιερεμίαν, Θέλω να σε ερωτήσω εν πράγμα· μη κρύψης απ' εμού μηδέν. 15 Και είπεν ο Ιερεμίας προς τον Σεδεκίαν, Εάν φανερώσω τούτο προς σε, δεν θέλεις τωόντι με θανατώσει; και εάν σε συμβουλεύσω, δεν θέλεις με ακούσει; 16 Και ώμοσε κρυφίως Σεδεκίας ο βασιλεύς προς τον Ιερεμίαν, λέγων, Ζη Κύριος, όστις έκαμεν εις ημάς την ψυχήν ταύτην, δεν θέλω σε θανατώσει ουδέ θέλω σε δώσει εις την χείρα των ανθρώπων τούτων, οίτινες ζητούσι την ψυχήν σου. 17 Και είπεν ο Ιερεμίας προς τον Σεδεκίαν, Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός των δυνάμεων, ο Θεός του Ισραήλ· Εάν τωόντι εξέλθης προς τους άρχοντας του βασιλέως της Βαβυλώνος, τότε η ψυχή σου θέλει ζήσει και η πόλις αύτη δεν θέλει κατακαυθή εν πυρί, και θέλεις ζήσει συ και ο οίκός σου. 18 αλλ' εάν δεν εξέλθης προς τους άρχοντας του βασιλέως της Βαβυλώνος, τότε η πόλις αύτη θέλει παραδοθή εις την χείρα των Χαλδαίων και θέλουσι κατακαύσει αυτήν εν πυρί και συ δεν θέλεις εκφύγει εκ της χειρός αυτών. 19 Και είπε Σεδεκίας ο βασιλεύς προς τον Ιερεμίαν, Εγώ φοβούμαι τους Ιουδαίους, οίτινες κατέφυγον προς τους Χαλδαίους, μήποτε με παραδώσωσιν εις την χείρα αυτών και με εμπαίξωσι. 20 Και είπεν ο Ιερεμίας, δεν θέλουσι σε παραδώσει. Υπάκουσον, παρακαλώ, εις την φωνήν του Κυρίου, την οποίαν εγώ λαλώ προς σέ· και θέλει είσθαι καλόν εις σε και η ψυχή σου θέλει ζήσει. 21 Εάν όμως συ δεν εξέλθης, ούτος είναι ο λόγος, τον οποίον ο Κύριος έδειξεν εις εμέ. 22 Και ιδού, πάσαι αι γυναίκες αι εναπολειφθείσαι εν τη οικία του βασιλέως του Ιούδα θέλουσιν αχθή προς τους άρχοντας του βασιλέως της Βαβυλώνος, και αύται θέλουσι λέγει, Οι άνδρες οι ειρηνικοί σου σε εδελέασαν και υπερίσχυσαν εναντίον σου· εβυθίσθησαν οι πόδες σου εις τον βόρβορον και αυτοί εσύρθησαν οπίσω· 23 και πάσαι αι γυναίκές σου και τα τέκνα σου θέλουσιν αχθή προς τους Χαλδαίους· και συ δεν θέλεις εκφύγει εκ της χειρός αυτών, αλλά θέλεις πιασθή υπό της χειρός του βασιλέως της Βαβυλώνος· και θέλεις κάμει την πόλιν ταύτην να κατακαυθή εν πυρί. 24 Και είπεν ο Σεδεκίας προς τον Ιερεμίαν, Ας μη μάθη μηδείς περί των λόγων τούτων και δεν θέλεις αποθάνει. 25 Και εάν οι άρχοντες ακούσωσιν ότι ώμίλησα μετά σου και έλθωσι προς σε και σοι είπωσιν, Ανάγγειλον προς ημάς τώρα τι ελάλησας προς τον βασιλέα, μη κρύψης αυτό αφ' ημών και δεν θέλομεν σε θανατώσει· και τι ο βασιλεύς ελάλησε προς σέ· 26 τότε θέλεις ειπεί προς αυτούς, Εγώ υπέβαλον την δέησίν μου ενώπιον του βασιλέως, διά να μη με επαναστρέψη εις την οικίαν του Ιωνάθαν, ώστε να αποθάνω εκεί. 27 Ήλθον δε πάντες οι άρχοντες προς τον Ιερεμίαν και ηρώτησαν αυτόν· και ανήγγειλε προς αυτούς κατά πάντας τους λόγους εκείνους, τους οποίους προσέταξεν ο βασιλεύς. Και αυτοί έπαυσαν να ομιλώσι μετ' αυτού, διότι δεν ηκούσθη το πράγμα. 28 Και έμεινεν ο Ιερεμίας εν τη αυλή της φυλακής, έως της ημέρας καθ' ην εκυριεύθη η Ιερουσαλήμ· και ήτο εκεί, ότε η Ιερουσαλήμ εκυριεύθη.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Ebed-melech

    Court official who rescued Jeremiah

    A Cushite court official who interceded with the king and pulled Jeremiah out of the cistern, and whom the LORD promised to deliver.

    Cited in the guide: Jeremiah 38:7; Jeremiah 38:10; Jeremiah 39:16

  • Gedaliah

    Officer who opposed Jeremiah

    Son of Pashhur who heard Jeremiah's words and joined in seeking his death.

    Cited in the guide: Jeremiah 38:1

  • Jehucal

    Envoy of Zedekiah

    Son of Shelemiah whom King Zedekiah sent to Jeremiah to ask for prayer, and who later heard Jeremiah's words and joined in seeking his death.

    Cited in the guide: Jeremiah 37:3; Jeremiah 38:1

  • Malchiah

    King's son, owner of a cistern

    A son of the king whose cistern in the courtyard of the guard Jeremiah was dropped into.

    Cited in the guide: Jeremiah 38:6

  • Malchijah

    Father of Pashhur

    Named as the father of Pashhur, an envoy of Zedekiah.

    Cited in the guide: Jeremiah 21:1; Jeremiah 38:1

  • Mattan

    Father of Shephatiah

    Named as the father of Shephatiah, an official who opposed Jeremiah.

    Cited in the guide: Jeremiah 38:1

  • Pashhur

    Father of Gedaliah

    Named as the father of Gedaliah, an official who opposed Jeremiah.

    Cited in the guide: Jeremiah 38:1

  • Pashhur

    Envoy of Zedekiah

    Son of Malchijah whom King Zedekiah sent to Jeremiah, and who later heard Jeremiah's preaching and sought his death.

    Cited in the guide: Jeremiah 21:1; Jeremiah 38:1

  • Shelemiah

    Father of Jehucal

    Named as the father of Jehucal, an envoy of Zedekiah.

    Cited in the guide: Jeremiah 37:3; Jeremiah 38:1

  • Shephatiah

    Officer who opposed Jeremiah

    Son of Mattan who heard Jeremiah's words and joined in seeking his death.

    Cited in the guide: Jeremiah 38:1

Cross references (25)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 1 Chronicles 9:12; Nehemiah 11:12; Ezra 2:3; Jeremiah 21:1–10; Acts 5:28
  2. 2 Jeremiah 39:18; Jeremiah 45:5; Jeremiah 34:17; Ezekiel 14:21; Jeremiah 42:17
  3. 3 Jeremiah 21:10; Jeremiah 32:3–5
  4. 4 Jeremiah 26:11; Acts 16:20; Jeremiah 29:7; Nehemiah 6:9; Amos 7:10
  5. 5 John 19:12–16; 2 Samuel 3:39; 1 Samuel 15:24; 2 Samuel 19:22; Proverbs 29:25
  6. 6 Jeremiah 37:21; Psalm 69:2; Psalm 69:14–15; Jeremiah 38:22; Jeremiah 37:16
  7. 7 Amos 5:10; Deuteronomy 21:19; Jeremiah 37:13; Jeremiah 29:2; Matthew 20:16
  8. 9 Jeremiah 37:21–38:6; Job 31:34; Esther 7:4–6; Jeremiah 52:6; Proverbs 31:8–9
  9. 10 Psalm 75:10; Esther 8:7; Proverbs 21:1; Esther 5:2
  10. 12 Ephesians 4:32; Romans 12:10; Romans 12:15
  11. 13 Jeremiah 37:21; Acts 23:35; Acts 28:16; Acts 28:30; Jeremiah 39:14–18
  12. 14 Jeremiah 21:1–2; 1 Kings 22:16; Jeremiah 37:17; Jeremiah 42:2–5; 1 Samuel 3:17–18
  13. 15 Luke 22:67–68
  14. 16 Jeremiah 37:17; Jeremiah 38:1–6; John 3:2; Isaiah 57:16; Zechariah 12:1
  15. 17 Jeremiah 27:12; Jeremiah 27:17; Jeremiah 38:2; Jeremiah 21:8–10; Jeremiah 39:3
  16. 18 Jeremiah 24:8–10; Jeremiah 32:3–5; 2 Kings 25:4–10; Jeremiah 38:3; Jeremiah 38:23
  17. 19 John 12:42; Isaiah 51:12–13; Jeremiah 38:22; John 19:12–13; Isaiah 57:11
  18. 20 Jeremiah 26:13; Isaiah 55:3; Daniel 4:27; 2 Chronicles 20:20; Acts 26:29
  19. 21 Ezekiel 2:4–5; Ezekiel 2:7; Exodus 10:3–4; Jeremiah 5:3; Acts 20:26–27
  20. 22 Lamentations 5:11; Lamentations 1:2; Jeremiah 43:6; Lamentations 1:13; Psalm 69:14
  21. 23 Jeremiah 41:10; Jeremiah 38:18; Jeremiah 39:6; 2 Kings 25:7; Jeremiah 27:12–13
  22. 25 Jeremiah 38:27; Jeremiah 38:4–6
  23. 26 Jeremiah 37:20; Jeremiah 37:15; Jeremiah 42:2; Esther 4:8
  24. 27 2 Kings 6:19; 1 Samuel 16:2–5; Acts 23:6; 1 Samuel 10:15–16
  25. 28 Jeremiah 39:14; Jeremiah 37:21; Jeremiah 15:20–21; Psalm 23:4; Jeremiah 38:13

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 38:4 John Chrysostom, Homilies on First Thessalonians (Homily VIII)

    when you slack the hands of the people? It is thou who disbelievest that compellest me to say these things; it is thou that hast drawn me out into these words.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 13 (1889)