Skip to the text

2 Samuel · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

2 Samuel 19 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και ανηγγέλθη προς τον Ιωάβ, Ιδού, ο βασιλεύς κλαίει και πενθεί διά τον Αβεσσαλώμ. 2 Και εν τη ημέρα εκείνη η σωτηρία μετεβλήθη εις πένθος εν παντί τω λαώ· διότι ήκουσεν ο λαός να λέγωσιν εν τη ημέρα εκείνη, Ο βασιλεύς είναι περίλυπος διά τον υιόν αυτού. 3 Και εισήρχετο ο λαός εν τη ημέρα εκείνη κρυφίως εις την πόλιν, ως λαός όστις κρύπτεται αισχυνόμενος, όταν εν τη μάχη τραπή εις φυγήν. 4 Ο δε βασιλεύς εκάλυψε το πρόσωπον αυτού, και εβόα ο βασιλεύς εν φωνή μεγάλη, Υιέ μου Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ, υιέ μου, υιέ μου. 5 Και εισελθών ο Ιωάβ εις τον οίκον προς τον βασιλέα, είπε, Κατήσχυνας σήμερον τα πρόσωπα πάντων των δούλων σου, οίτινες έσωσαν σήμερον την ζωήν σου και την ζωήν των υιών σου και των θυγατέρων σου και την ζωήν των γυναικών σου και την ζωήν των παλλακών σου· 6 επειδή αγαπάς τους μισούντάς σε και μισείς τους αγαπώντάς σε· διότι έδειξας σήμερον, ότι δεν είναι παρά σοι ουδέν οι άρχοντές σου και οι δούλοί σου· διότι σήμερον εγνώρισα, ότι εάν ο Αβεσσαλώμ έζη και ημείς πάντες απεθνήσκομεν σήμερον, τότε ήθελεν είσθαι αρεστόν εις σέ· 7 τώρα λοιπόν σηκώθητι, έξελθε και λάλησον κατά την καρδίαν των δούλων σου· διότι ομνύω εις τον Κύριον, εάν δεν εξέλθης, δεν θέλει μείνει μετά σου την νύκτα ταύτην ουδέ είς· και τούτο θέλει είσθαι εις σε χειρότεραν υπέρ πάντα τα κακά, όσα ήλθον επί σε εκ νεότητός σου μέχρι του νυν. 8 Τότε εσηκώθη ο βασιλεύς και εκάθησεν εν τη πύλη. Και ανήγγειλαν προς πάντα τον λαόν, λέγοντες, Ιδού, ο βασιλεύς κάθηται εν τη πύλη. Και ήλθε πας ο λαός έμπροσθεν του βασιλέως. Ο δε Ισραήλ έφυγεν έκαστος εις την σκηνήν αυτού. 9 Και ήτο πας ο λαός εις έριδα κατά πάσας τας φυλάς του Ισραήλ, λέγοντες, Ο βασιλεύς έσωσεν ημάς εκ χειρός των εχθρών ημών· και αυτός ηλευθέρωσεν ημάς εκ χειρός των Φιλισταίων· και τώρα έφυγεν εκ του τόπου εξ αιτίας του Αβεσσαλώμ· 10 ο δε Αβεσσαλώμ, τον οποίον εχρίσαμεν βασιλέα εφ' ημάς, απέθανεν εν τη μάχη· τώρα λοιπόν διά τι δεν λαλείτε να επιστρέψωμεν τον βασιλέα; 11 Και απέστειλεν ο βασιλεύς Δαβίδ προς τον Σαδώκ και προς τον Αβιάθαρ, τους ιερείς, λέγων, Λαλήσατε προς τους πρεσβυτέρους του Ιούδα, λέγοντες, Διά τι είσθε οι έσχατοι εις το να επιστρέψητε τον βασιλέα εις τον οίκον αυτού; διότι οι λόγοι παντός του Ισραήλ έφθασαν προς τον βασιλέα εις τον οίκον αυτού· 12 σεις είσθε αδελφοί μου, σεις οστά μου και σαρξ μου· διά τι λοιπόν είσθε οι έσχατοι εις το να επιστρέψητε τον βασιλέα; 13 προς τον Αμασά μάλιστα είπατε, Δεν είσαι συ οστούν μου και σαρξ μου; ούτω να κάμη ο Θεός εις εμέ και ούτω να προσθέση, εάν δεν γείνης αρχιστράτηγος πάντοτε έμπροσθέν μου αντί του Ιωάβ. 14 Και έκλινε την καρδίαν πάντων των ανδρών Ιούδα ως ενός ανθρώπου· και απέστειλαν προς τον βασιλέα, λέγοντες, Επίστρεψον συ και πάντες οι δούλοί σου. 15 Επέστρεψε λοιπόν ο βασιλεύς και ήλθεν έως του Ιορδάνου. Και ο Ιούδας ήλθεν εις Γάλγαλα, διά να υπάγη εις συνάντησιν του βασιλέως, να διαβιβάση τον βασιλέα διά του Ιορδάνου. 16 Έσπευσε δε Σιμεΐ ο υιός του Γηρά, ο Βενιαμίτης, εκ Βαουρείμ, και κατέβη μετά των ανδρών Ιούδα εις συνάντησιν του βασιλέως Δαβίδ. 17 Και ήσαν μετ' αυτού χίλιοι άνδρες εκ του Βενιαμίν, και Σιβά ο δούλος του οίκου του Σαούλ, και οι δεκαπέντε υιοί αυτού και είκοσι δούλοι αυτού μετ' αυτού· και διέβησαν τον Ιορδάνην ενώπιον του βασιλέως. 18 Έπειτα επέρασεν η λέμβος διά να διαβιβάση την οικογένειαν του βασιλέως, και να κάμη ό,τι ήθελε φανή εις αυτόν αρεστόν. Και Σιμεΐ ο υιός του Γηρά έπεσεν ενώπιον του βασιλέως, ενώ διέβαινε τον Ιορδάνην· 19 και είπε προς τον βασιλέα, Ας μη λογαριάση ο κύριός μου ανομίαν εις εμέ, και μη ενθυμηθής την ανομίαν, την οποίαν έπραξεν ο δούλός σου, καθ' ην ημέραν εξήρχετο ο κύριός μου ο βασιλεύς εξ Ιερουσαλήμ, ώστε να βάλη τούτο ο βασιλεύς εν τη καρδία αυτού· 20 διότι ο δούλός σου εγνώρισεν ότι εγώ ήμαρτον· και ιδού εγώ ήλθον σήμερον πρότερος παντός του οίκου Ιωσήφ, διά να καταβώ εις συνάντησιν του κυρίου μου του βασιλέως. 21 Και απεκρίθη ο Αβισαί ο υιός της Σερουΐας, λέγων, Δεν πρέπει ο Σιμεΐ να θανατωθή διά τούτο, διότι κατηράσθη τον κεχρισμένον του Κυρίου; 22 Αλλ' ο Δαβίδ είπε, Τι μεταξύ εμού και υμών, υιοί της Σερουΐας, ώστε γίνεσθε σήμερον επίβουλοι εις εμέ; πρέπει την ημέραν ταύτην να θανατωθή άνθρωπος εν Ισραήλ; διότι δεν γνωρίζω εγώ ότι σήμερον είμαι βασιλεύς επί τον Ισραήλ; 23 Και είπεν ο βασιλεύς προς τον Σιμεΐ, Δεν θέλεις αποθάνει. Και ώμοσε προς αυτόν ο βασιλεύς. 24 Και Μεμφιβοσθέ, ο υιός του Σαούλ, κατέβη εις συνάντησιν του βασιλέως· και ούτε τους πόδας αυτού είχε νίψει ούτε τον πώγωνα αυτού ευπρεπίσει ούτε τα ιμάτια αυτού είχε πλύνει, αφ' ης ημέρας ο βασιλεύς ανεχώρησε μέχρι της ημέρας καθ' ην επέστρεψεν εν ειρήνη. 25 Και ότε ήλθεν εις Ιερουσαλήμ προς συνάντησιν του βασιλέως, ο βασιλεύς είπε προς αυτόν, Διά τι δεν ήλθες μετ' εμού, Μεμφιβοσθέ; 26 Ο δε απεκρίθη, Κύριέ μου βασιλεύ, ο δούλός μου με ηπάτησε· διότι ο δούλός σου είπε, Θέλω στρώσει δι' εμαυτόν τον όνον, και θέλω αναβή επ' αυτόν και υπάγει προς τον βασιλέα· διότι ο δούλός σου είναι χωλός· 27 και εσυκοφάντησε τον δούλον σου προς τον κύριόν μου τον βασιλέα· πλην ο κύριός μου ο βασιλεύς είναι ως άγγελος Θεού· κάμε λοιπόν το αρεστόν εις τους οφθαλμούς σου· 28 διότι πας ο οίκος του πατρός μου δεν ήτο παρά άξιος θανάτου ενώπιον του κυρίου μου του βασιλέως· συ όμως κατέταξας τον δούλον σου μεταξύ εκείνων οίτινες έτρωγον επί της τραπέζης σου· και τι δίκαιον έχω εγώ πλέον, και διά τι να παραπονώμαι έτι προς τον βασιλέα; 29 Και είπε προς αυτόν ο βασιλεύς, Διά τι λαλείς έτι περί των πραγμάτων σου; εγώ είπα, Συ και ο Σιβά διαμοιράσθητε τους αγρούς. 30 Και είπεν ο Μεμφιβοσθέ προς τον βασιλέα, Και τα πάντα ας λάβη, αφού ο κύριός μου ο βασιλεύς επέστρεψεν εις τον οίκον αυτού εν ειρήνη. 31 Και ο Βαρζελλαΐ ο Γαλααδίτης κατέβη από Ρωγελλίμ και διέβη τον Ιορδάνην μετά του βασιλέως, διά να συμπροπέμψη αυτόν έως πέραν του Ιορδάνου. 32 Ήτο δε ο Βαρζελλαΐ άνθρωπος γέρων σφόδρα, ογδοήκοντα ετών ηλικίας· και διέτρεφε τον βασιλέα, ότε εκάθητο εν Μαχαναΐμ· διότι ήτο άνθρωπος μέγας σφόδρα. 33 Και είπεν ο βασιλεύς προς τον Βαρζελλαΐ, Διάβα συ μετ' εμού, και θέλω σε τρέφει μετ' εμού εν Ιερουσαλήμ. 34 Ο δε Βαρζελλαΐ είπε προς τον βασιλέα, Πόσαι είναι αι ημέραι των ετών της ζωής μου, ώστε να αναβώ μετά του βασιλέως εις Ιερουσαλήμ; 35 είμαι σήμερον ογδοήκοντα ετών ηλικίας· δύναμαι να κάμω διάκρισιν μεταξύ καλού και κακού; δύναται ο δούλός σου να αισθανθή τι τρώγω, ή τι πίνω; δύναμαι να ακούσω πλέον την φωνήν των αδόντων ή των αδουσών; διά τι λοιπόν ο δούλός σου να ήναι έτι και φορτίον εις τον κύριόν μου τον βασιλέα; 36 ο δούλός σου θέλει διαβή τον Ιορδάνην μετά του βασιλέως μέχρις ολίγου διαστήματος· και διά τι ο βασιλεύς ήθελε κάμει εις εμέ την ανταπόδοσιν ταύτην; 37 ας επιστρέψη ο δούλός σου, παρακαλώ, διά να αποθάνω εν τη πόλει μου και να ενταφιασθώ πλησίον του τάφου του πατρός μου και της μητρός μου· πλην ιδού, ο δούλός σου Χιμάμ· ας διαβή μετά του κυρίου μου του βασιλέως· και κάμε εις αυτόν ό,τι φανή αρεστόν εις τους οφθαλμούς σου. 38 Και είπεν ο βασιλεύς, Μετ' εμού θέλει διαβή ο Χιμάμ, και εγώ θέλω κάμει εις αυτόν ό,τι φαίνεται αρεστόν εις τους οφθαλμούς σου· και εις σε θέλω κάμει παν ό,τι ζητήσης παρ' εμού. 39 Και διέβη πας ο λαός τον Ιορδάνην. Και ότε διέβη ο βασιλεύς, κατεφίλησεν ο βασιλεύς τον Βαρζελλαΐ και ευλόγησεν αυτόν· ο δε επέστρεψεν εις τον τόπον αυτού. 40 Τότε διέβη ο βασιλεύς εις Γάλγαλα, και ο Χιμάμ διέβη μετ' αυτού· και πας ο λαός του Ιούδα και έτι το ήμισυ του λαού Ισραήλ διεβίβασαν τον βασιλέα. 41 Και ιδού, πάντες οι άνδρες Ισραήλ ήλθον προς τον βασιλέα και είπον προς τον βασιλέα, Διά τι σε έκλεψαν οι αδελφοί ημών, οι άνδρες Ιούδα, και διεβίβασαν τον βασιλέα και την οικογένειαν αυτού, διά του Ιορδάνου, και πάντας τους άνδρας του Δαβίδ μετ' αυτού; 42 Και απεκρίθησαν πάντες οι άνδρες Ιούδα προς τους άνδρας Ισραήλ, Διότι ο βασιλεύς είναι συγγενής ημών· και τι θυμόνετε διά το πράγμα τούτο; μήπως εφάγομεν τι εκ του βασιλέως; ή έδωκεν εις ημάς δώρον; 43 Και απεκρίθησαν οι άνδρες Ισραήλ προς τους άνδρας Ιούδα και είπον, Ημείς έχομεν δέκα μέρη εις τον βασιλέα, και μάλιστα έχομεν εις τον Δαβίδ πλειότερον παρά σείς· διά τι λοιπόν περιφρονείτε ημάς; και δεν ελαλήσαμεν ημείς πρώτοι μεταξύ ημών περί της επιστροφής του βασιλέως ημών; Και οι λόγοι των ανδρών Ιούδα ήσαν σκληρότεροι παρά τους λόγους των ανδρών Ισραήλ.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Amasa

    Army commander under Absalom

    Son of Ithra and Abigail and a cousin of Joab, whom Absalom made army commander in Joab's place, whom David later offered Joab's command, and whom Joab killed with a dagger.

    Cited in the guide: 2 Samuel 17:25; 2 Samuel 19:13; 2 Samuel 20:4

  • Barzillai

    Aged benefactor of David

    A very wealthy eighty-year-old Gileadite from Rogelim who provided for David at Mahanaim and, declining to go to Jerusalem, asked David to take Chimham in his place. Ezra 2:61 and…

    Cited in the guide: 2 Samuel 17:27; 2 Samuel 19:31; 2 Samuel 19:32

  • Chimham

    Presented by Barzillai to David

    Presented by Barzillai the Gileadite to David as one to receive the king's favor in his place, he crossed the Jordan with David.

    Cited in the guide: 2 Samuel 19:37; 2 Samuel 19:38; 2 Samuel 19:40

  • David

    King of Israel

    The shepherd who became Israel's greatest king and a man after God's own heart.

    Cited in the guide: 1 Sam. 16 - 1 Kings 2; 2 Sam. 7; 1 Chron. 2:15; Matt. 1:6

  • Gera

    Father of Shimei

    Named as the father of Shimei, the Benjamite from Bahurim who cursed David.

    Cited in the guide: 2 Samuel 16:5; 2 Samuel 19:16; 1 Kings 2:8

  • Shimei

    Benjamite who cursed David

    A man of Saul's house from Bahurim, who cursed and threw stones at David as he fled Absalom and then begged forgiveness on David's return, when David swore he would not die.

    Cited in the guide: 2 Samuel 16:5; 2 Samuel 16:7; 2 Samuel 19:16

Cross references (42)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 2 Samuel 18:5; 2 Samuel 18:14; Proverbs 17:25; 2 Samuel 18:33; 2 Samuel 18:12
  2. 2 Proverbs 19:12; Proverbs 16:15
  3. 3 Genesis 31:27; 2 Samuel 17:24; 2 Samuel 19:32
  4. 4 2 Samuel 15:30; 2 Samuel 18:33
  5. 5 Psalm 3:8; Nehemiah 9:27; Psalm 18:47–48
  6. 6 Proverbs 19:9–10; Acts 23:5; 2 Samuel 3:24–25; Job 34:18
  7. 7 Proverbs 14:28; Genesis 34:3; Proverbs 19:15; Hosea 2:14; Psalm 71:18–20
  8. 8 2 Samuel 18:24; 2 Samuel 18:4; 2 Kings 14:12; 2 Samuel 18:6–8; 2 Samuel 15:2
  9. 9 2 Samuel 15:14; Genesis 3:12–13; 2 Samuel 8:1–14; James 3:14–16; 1 Samuel 18:25
  10. 10 2 Samuel 18:14; 2 Samuel 15:12–13; Judges 18:9; Hosea 8:4
  11. 11 2 Samuel 15:29; 2 Corinthians 5:20; 1 Kings 2:25–26; 2 Thessalonians 3:9; 2 Samuel 15:35–36
  12. 12 2 Samuel 5:1; Ephesians 5:30; Judges 9:2; Genesis 2:23
  13. 13 2 Samuel 17:25; Ruth 1:17; 2 Samuel 8:16; 1 Kings 19:2; 2 Samuel 19:5–7
  14. 14 Judges 20:1; Acts 4:32; Psalm 110:2–3
  15. 15 Joshua 5:9; 1 Samuel 11:14–15
  16. 16 1 Kings 2:8; 2 Samuel 16:5–13; Matthew 5:25; 1 Kings 2:36–46; Proverbs 6:4–5
  17. 17 2 Samuel 9:2; 2 Samuel 16:1–4; 2 Samuel 9:10; 2 Samuel 19:26–27
  18. 18 Psalm 66:3; Revelation 3:9; Psalm 81:15
  19. 19 1 Samuel 22:15; Romans 4:6–8; 2 Samuel 13:20; Exodus 10:16–17; 2 Samuel 16:5–14
  20. 20 Hosea 4:15–17; 1 Kings 12:25; Hosea 5:3; Genesis 48:20; 1 Kings 12:20
  21. 21 Exodus 22:28; 1 Samuel 26:9; 1 Kings 21:10–11; 1 Samuel 24:6; 2 Samuel 16:5
  22. 22 1 Samuel 11:13; 2 Samuel 16:10; 2 Samuel 3:39; Matthew 8:29; Luke 9:54–56
  23. 23 1 Kings 2:46; 1 Kings 2:8–9; 1 Kings 2:37; Hebrews 6:16; 1 Samuel 28:10
  24. 24 Isaiah 15:2; Jeremiah 41:5; Romans 12:15; 2 Samuel 9:6–10; 2 Samuel 16:3
  25. 25 2 Samuel 16:17
  26. 26 2 Samuel 16:2–3; 2 Samuel 9:3; 2 Samuel 4:4
  27. 27 2 Samuel 14:17; 2 Samuel 14:20; 1 Samuel 29:9; 2 Samuel 16:3; Jeremiah 9:4
  28. 28 2 Samuel 9:13; 2 Samuel 9:10; 2 Samuel 21:6–9; 1 Samuel 26:16; 2 Kings 8:3
  29. 29 Psalm 101:5; Job 19:16–17; Psalm 82:2; Proverbs 18:13; Acts 18:15
  30. 30 Acts 20:24; Philippians 1:20; 2 Samuel 1:26
  31. 31 1 Kings 2:7; Ezra 2:61; 2 Samuel 17:27–29; Nehemiah 7:63
  32. 32 1 Samuel 25:2; Deuteronomy 34:7; Job 1:3; Genesis 47:28; Proverbs 16:31
  33. 33 2 Thessalonians 1:7; Luke 22:28–30; Matthew 25:34–40; 2 Samuel 9:11
  34. 34 James 4:14; 1 Corinthians 7:29; Genesis 47:8–9; Job 14:14; Psalm 39:5–6
  35. 35 2 Samuel 15:33; Ezra 2:65; Psalm 90:10; Hebrews 5:14; Job 6:30
  36. 36 Luke 6:38
  37. 37 Jeremiah 41:17; 1 Kings 2:7; 2 Samuel 19:40; Genesis 47:30; Joshua 23:14
  38. 39 Genesis 31:55; Ruth 1:14; Genesis 47:7; 1 Thessalonians 5:26; Genesis 14:19
  39. 40 2 Samuel 19:11–15; Genesis 49:10; Matthew 21:9
  40. 41 Judges 8:1; Judges 12:1; 2 Samuel 19:3; Genesis 31:26–27; John 7:5–6
  41. 42 2 Samuel 19:12; 1 Chronicles 2:3–17; 2 Samuel 5:1
  42. 43 Galatians 5:20; 2 Samuel 5:1; 1 Kings 11:30–31; James 4:1–5; James 3:14–16

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences