Skip to the text

Isaiah · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Isaiah 51 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Ακούσατέ μου, σεις οι ακολουθούντες την δικαιοσύνην, οι ζητούντες τον Κύριον· εμβλέψατε εις τον βράχον, εκ του οποίου ελατομήθητε, και εις το στόμιον του λάκκου, εκ του οποίου ανωρύχθητε. 2 Εμβλέψατε εις τον Αβραάμ τον πατέρα σας και εις την Σάρραν, ήτις σας εγέννησε· διότι εκάλεσα αυτόν όντα ένα και ευλόγησα αυτόν και επλήθυνα αυτόν. 3 Ο Κύριος λοιπόν θέλει παρηγορήσει την Σιών· αυτός θέλει παρηγορήσει πάντας τους ηρημωμένους τόπους αυτής· και θέλει κάμει την έρημον αυτής ως την Εδέμ και την ερημίαν αυτής ως παράδεισον του Κυρίου· ευφροσύνη και αγαλλίασις θέλει ευρίσκεσθαι εν αυτή, δοξολογία και φωνή αινέσεως. 4 Ακουσόν μου, λαέ μου· και δος ακρόασιν εις εμέ, έθνος μου· διότι νόμος θέλει εξέλθει παρ' εμού και θέλω στήσει την κρίσιν μου διά φως των λαών. 5 Η δικαιοσύνη μου πλησιάζει· η σωτηρία μου εξήλθε και οι βραχίονές μου θέλουσι κρίνει τους λαούς· αι νήσοι θέλουσι προσμένει εμέ και θέλουσιν ελπίζει επί τον βραχίονά μου. 6 Υψώσατε τους οφθαλμούς σας εις τους ουρανούς και βλέψατε εις την γην κάτω· διότι οι ουρανοί θέλουσι διαλυθή ως καπνός και η γη θέλει παλαιωθή ως ιμάτιον και οι κατοικούντες εν αυτή θέλουσιν αποθάνει εξίσου· αλλ' η σωτηρία μου θέλει είσθαι εις τον αιώνα και η δικαιοσύνη μου δεν θέλει εκλείψει. 7 Ακούσατέ μου, σεις οι γνωρίζοντες δικαιοσύνην· λαέ, εν τη καρδία του οποίου είναι ο νόμος μου· μη φοβείσθε τον ονειδισμόν των ανθρώπων μηδέ ταράττεσθε εις τας ύβρεις αυτών. 8 Διότι ως ιμάτιον θέλει καταφάγει αυτούς ο σκώληξ και ως μαλλίον θέλει καταφάγει αυτούς ο σκώρος· αλλ' η δικαιοσύνη μου θέλει μένει εις τον αιώνα και η σωτηρία μου εις γενεάς γενεών. 9 Εξεγέρθητι, εξεγέρθητι, ενδύθητι δύναμιν, βραχίων Κυρίου· εξεγέρθητι ως εν ταις αρχαίαις ημέραις, εν ταις παλαιαίς γενεαίς. Δεν είσαι συ, ο πατάξας την Ραάβ και τραυματίσας τον δράκοντα; 10 Δεν είσαι συ, ο ξηράνας την θάλασσαν, τα ύδατα της μεγάλης αβύσσου; ο ποιήσας τα βάθη της θαλάσσης οδόν διαβάσεως των λελυτρωμένων; 11 Και οι λελυτρωμένοι του Κυρίου θέλουσιν επιστρέψει και ελθεί εν αλαλαγμώ εις Σιών· και ευφροσύνη αιώνιος θέλει είσθαι επί της κεφαλής αυτών· αγαλλίασιν και ευφροσύνην θέλουσιν απολαύσει· η λύπη και ο στεναγμός θέλουσι φύγει. 12 Εγώ, εγώ είμαι ο παρηγορών υμάς. Συ τις είσαι και φοβείσαι από ανθρώπου θνητού και από υιού ανθρώπου, όστις θέλει γείνει ως χόρτος· 13 και ελησμόνησας Κύριον τον Ποιητήν σου, τον εκτείναντα τους ουρανούς και θεμελιώσαντα την γήν· και εφοβείσο πάντοτε καθ' ημέραν την οργήν του καταθλίβοντός σε, ως εάν ήτο έτοιμος να καταστρέψη; και που είναι τώρα η οργή του καταθλίβοντος; 14 Ο ηχμαλωτισμένος σπεύδει να λυθή και να μη αποθάνη εν τω λάκκω μηδέ να στερηθή τον άρτον αυτού· 15 διότι εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σου, ο ταράττων την θάλασσαν και ηχούσι τα κύματα αυτής· Κύριος των δυνάμεων το όνομα αυτού. 16 Και έθεσα τους λόγους μου εις το στόμα σου και σε εσκέπασα με την σκιάν της χειρός μου, διά να στερεώσω τους ουρανούς και να θεμελιώσω την γήν· και διά να είπω προς την Σιών, Λαός μου είσαι. 17 Εξεγέρθητι, εξεγέρθητι, ανάστηθι, Ιερουσαλήμ, ήτις έπιες εκ της χειρός του Κυρίου το ποτήριον του θυμού αυτού· έπιες, εξεκένωσας και αυτήν την τρυγίαν του ποτηρίου της ζάλης. 18 Εκ πάντων των υιών, τους οποίους εγέννησε, δεν υπάρχει ο οδηγών αυτήν· ουδέ είναι εκ πάντων των υιών, τους οποίους εξέθρεψεν, ο πιάνων αυτήν εκ της χειρός. 19 Τα δύο ταύτα ήλθον επί σέ· τις θέλει σε συλλυπηθή; ερήμωσις και καταστροφή και πείνα και μάχαιρα· διά τίνος να σε παρηγορήσω; 20 Οι υιοί σου απενεκρώθησαν· κοίτονται απ' άκρου πασών των οδών, ως άγριος ταύρος εν δικτύοις· είναι πλήρεις του θυμού του Κυρίου, της επιτιμήσεως του Θεού σου. 21 Όθεν, άκουε τώρα τούτο, τεθλιμμένη και μεθύουσα, πλην ουχί εξ οίνου· 22 ούτω λέγει ο Κύριός σου, ο Κύριος και ο Θεός σου, ο δικολογών υπέρ του λαού αυτού· Ιδού, έλαβον εκ των χειρών σου το ποτήριον της ζάλης, την τρυγίαν του ποτηρίου του θυμού μου· δεν θέλεις πλέον πίει αυτό του λοιπού· 23 και θέλω βάλει αυτό εις την χείρα των καταθλιβόντων σε, οίτινες είπον προς την ψυχήν σου, Κύψον, διά να περάσωμεν· και συ έβαλες το σώμα σου ως γην και ως οδόν εις τους διαβαίνοντας.

Cross references (23)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Isaiah 51:7; Psalm 94:15; Psalm 105:3–4; Hebrews 12:14; Romans 9:30–32
  2. 2 Ezekiel 33:24; Romans 4:1–5; Galatians 3:9–14; Hebrews 11:8–12; Genesis 24:1
  3. 3 Isaiah 49:13; Isaiah 52:9; Joel 2:3; Genesis 13:10; Jeremiah 31:25
  4. 4 1 Peter 2:9; 1 Corinthians 9:21; Isaiah 2:3; Isaiah 49:6; Isaiah 42:6
  5. 5 Romans 10:17–18; Isaiah 46:13; Isaiah 60:9; Isaiah 42:4; Romans 10:6–10
  6. 6 Matthew 24:35; Psalm 102:25–26; Hebrews 1:10–12; Isaiah 34:4; Revelation 6:12–14
  7. 7 Matthew 5:11; Ezekiel 2:6; Psalm 37:31; 1 Peter 4:14; Acts 5:41
  8. 8 Isaiah 51:6; Isaiah 50:9; Isaiah 66:24; Hosea 5:12; Luke 1:50
  9. 9 Psalm 74:13–14; Isaiah 52:1; Psalm 89:10; Isaiah 27:1; Isaiah 30:7
  10. 10 Isaiah 43:16; Isaiah 63:11–12; Isaiah 50:2; Exodus 15:13; Exodus 14:21–22
  11. 11 Isaiah 25:8; Revelation 21:4; Revelation 7:17; Isaiah 35:10; 2 Thessalonians 2:16
  12. 12 Psalm 118:6; Isaiah 2:22; 1 Peter 1:24; John 14:26–27; John 14:18
  13. 13 Isaiah 40:22; Isaiah 45:12; Isaiah 17:10; Psalm 104:2; Daniel 3:19
  14. 14 Isaiah 48:20; Zechariah 9:11; Isaiah 52:2; Acts 12:7–8; Isaiah 49:10
  15. 15 Jeremiah 31:35; Isaiah 54:5; Amos 9:5–6; Psalm 74:13; Isaiah 47:4
  16. 16 Isaiah 59:21; Isaiah 49:2; John 17:8; Deuteronomy 18:18; Jeremiah 31:33
  17. 17 Isaiah 52:1; Revelation 14:10; 1 Corinthians 15:34; Isaiah 51:9; Psalm 60:3
  18. 18 Isaiah 49:21; Psalm 88:18; Isaiah 45:1; Psalm 142:4; Matthew 15:14
  19. 19 Isaiah 47:9; Amos 7:2; Isaiah 22:4; Lamentations 1:9; Job 2:11
  20. 20 Revelation 16:9–11; Lamentations 2:11–12; Lamentations 1:15; Isaiah 51:17; Lamentations 5:13
  21. 21 Isaiah 51:17; Isaiah 29:9; Isaiah 54:11
  22. 22 Proverbs 22:23; Isaiah 62:8; Isaiah 51:17; Jeremiah 50:34; Isaiah 49:25
  23. 23 Joshua 10:24; Zechariah 12:2; Revelation 17:18; Revelation 13:16–17; Proverbs 21:18

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 51:6 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book IV, Preface)

    But my salvation shall be for ever, and my righteousness shall not pass away." Chapter IV.--Answer to another objection, showing that the destruction of Jerusalem, which was the city of the great King, diminished nothing from the supreme majesty and power of God, for that this destruction was put in execution by the most wise counsel of the same God.

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Quotes verse 51:8 Augustine of Hippo, The City of God (Book XXI, Chapters 9–10)

    For it is written they say, "As the moth consumes the garment, and the worm the wood, so does grief consume the heart of a man." But they who make no doubt that in that future punishment both body and soul shall suffer, affirm that the body shall be burned with fire, while the soul shall be, as it were, …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  3. Quotes verse 51:1 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XI)

    This accordingly the prophet also was intimating, when he said, "Look unto the hard rock, whence ye are hewn, and to the hole of the pit, whence ye are digged: look unto Abraham your father, and unto Sarah that bare you." Now of this prophecy, you see, he reminds them, showing that if at the beginning he made him a …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  4. Quotes verse 51:1 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture XIII)

    And they say, Look into the solid rock which ye have hewn.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)

  5. Quotes verse 51:1 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture XIV)

    Moreover we took note of the spot, when we quoted the words, Look unto the rock, which ye have hewn.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)