1 Έλεγε δε και προς τους μαθητάς αυτού· Ήτο άνθρωπός τις πλούσιος, όστις είχεν οικονόμον, και ούτος κατηγορήθη προς αυτόν ως διασκορπίζων τα υπάρχοντα αυτού. 2 Και κράξας αυτόν, είπε προς αυτόν· Τι είναι τούτο το οποίον ακούω περί σου; δος τον λογαριασμόν της οικονομίας σου· διότι δεν θέλεις δυνηθή πλέον να ήσαι οικονόμος. 3 Είπε δε καθ' εαυτόν ο οικονόμος· Τι να κάμω, επειδή ο κύριός μου αφαιρεί απ' εμού την οικονομίαν; να σκάπτω δεν δύναμαι, να ζητώ εντρέπομαι· 4 ενόησα τι πρέπει να κάμω, διά να με δεχθώσιν εις τους οίκους αυτών, όταν αποβληθώ της οικονομίας. 5 Και προσκαλέσας ένα έκαστον των χρεωφειλετών του κυρίου αυτού, είπε προς τον πρώτον· Πόσον χρεωστείς εις τον κύριόν μου; 6 Ο δε είπεν· Εκατόν μέτρα ελαίου. Και είπε προς αυτόν· Λάβε το έγγραφόν σου και καθήσας ταχέως γράψον πεντήκοντα. 7 Έπειτα είπε προς άλλον· Συ δε πόσον χρεωστείς; Ο δε είπεν· Εκατόν μόδια σίτου. Και λέγει προς αυτόν· Λάβε το έγγραφόν σου και γράψον ογδοήκοντα. 8 Και επήνεσεν ο κύριος τον άδικον οικονόμον, ότι φρονίμως έπραξε· διότι οι υιοί του αιώνος τούτου είναι φρονιμώτεροι εις την εαυτών γενεάν παρά τους υιούς του φωτός. 9 Και εγώ σας λέγω· Κάμετε εις εαυτούς φίλους εκ του μαμωνά της αδικίας, διά να σας δεχθώσιν εις τας αιωνίους σκηνάς, όταν εκλείψητε. 10 Ο εν τω ελαχίστω πιστός και εν τω πολλώ πιστός είναι, και ο εν τω ελαχίστω άδικος και εν τω πολλώ άδικος είναι. 11 Εάν λοιπόν εις τον άδικον μαμωνά δεν εφάνητε πιστοί, τον αληθινόν πλούτον τις θέλει σας εμπιστευθή; 12 Και εάν εις το ξένον δεν εφάνητε πιστοί, τις θέλει σας δώσει το ιδικόν σας; 13 Ουδείς δούλος δύναται να δουλεύη δύο κυρίους διότι ή τον ένα θέλει μισήσει και τον άλλον θέλει αγαπήσει· ή εις τον ένα θέλει προσκολληθή και τον άλλον θέλει καταφρονήσει. Δεν δύνασθε να δουλεύητε Θεόν και μαμωνά. 14 Ήκουον δε ταύτα πάντα και οι Φαρισαίοι, φιλάργυροι όντες, και περιεγέλων αυτόν. 15 Και είπε προς αυτούς· Σεις είσθε οι δικαιόνοντες εαυτούς ενώπιον των ανθρώπων, ο Θεός όμως γνωρίζει τας καρδίας σας· διότι εκείνο, το οποίον μεταξύ των ανθρώπων είναι υψηλόν, βδέλυγμα είναι ενώπιον του Θεού. 16 Ο νόμος και οι προφήται έως Ιωάννου υπήρχον· από τότε η βασιλεία του Θεού ευαγγελίζεται, και πας τις βιάζεται να εισέλθη εις αυτήν. 17 Ευκολώτερον δε είναι ο ουρανός και η γη να παρέλθωσι παρά μία κεραία του νόμου να πέση. 18 Πας όστις χωρίζεται την γυναίκα αυτού και νυμφεύεται άλλην, μοιχεύει, και πας όστις νυμφεύεται κεχωρισμένην από ανδρός, μοιχεύει. 19 Ήτο δε άνθρωπός τις πλούσιος και ενεδύετο πορφύραν και στολήν βυσσίνην, ευφραινόμενος καθ' ημέραν μεγαλοπρεπώς. 20 Ήτο δε πτωχός τις ονομαζόμενος Λάζαρος, όστις έκειτο πεπληγωμένος πλησίον της πύλης αυτού 21 και επεθύμει να χορτασθή από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης του πλουσίου· αλλά και οι κύνες ερχόμενοι έγλειφον τας πληγάς αυτού. 22 Απέθανε δε ο πτωχός και εφέρθη υπό των αγγέλων εις τον κόλπον του Αβραάμ· απέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη. 23 Και εν τω άδη υψώσας τους οφθαλμούς αυτού, ενώ ήτο εν βασάνοις, βλέπει τον Αβραάμ από μακρόθεν και τον Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού. 24 Και αυτός φωνάξας είπε· Πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον τον Λάζαρον, διά να βάψη το άκρον του δακτύλου αυτού εις ύδωρ και να καταδροσίση την γλώσσαν μου, διότι βασανίζομαι εν τη φλογί ταύτη· 25 είπε δε ο Αβραάμ· Τέκνον, ενθυμήθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου, και ο Λάζαρος ομοίως τα κακά· τώρα ούτος μεν παρηγορείται, συ δε βασανίζεσαι· 26 και εκτός τούτων πάντων, μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα είναι εστηριγμένον, ώστε οι θέλοντες να διαβώσιν εντεύθεν προς εσάς να μη δύνανται, μηδέ οι εκείθεν να διαπερώσι προς υμάς. 27 Είπε δέ· παρακαλώ σε λοιπόν, πάτερ, να πέμψης αυτόν εις τον οίκον του πατρός μου· 28 διότι έχω πέντε αδελφούς· διά να μαρτυρήση εις αυτούς, ώστε να μη έλθωσι και αυτοί εις τον τόπον τούτον της βασάνου. 29 Λέγει προς αυτόν ο Αβραάμ, Έχουσι τον Μωϋσήν και τους προφήτας· ας ακούσωσιν αυτούς. 30 Ο δε είπεν· Ουχί, πάτερ Αβραάμ, αλλ' εάν τις από νεκρών υπάγη προς αυτούς, θέλουσι μετανοήσει. 31 Είπε δε προς αυτόν· Εάν τον Μωϋσήν και τους προφήτας δεν ακούωσιν, ουδέ εάν τις αναστηθή εκ νεκρών θέλουσι πεισθή.
Luke · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)
Luke 16 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)
Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings
Notes on this text (2)
- The Old Testament is translated from the Hebrew, not from the Septuagint read in the Orthodox Church; there are no deuterocanonical books.
- Katharevousa (learned 19th-century Greek), as in the CrossWire module (text from theword.gr).
People & places in this chapter
From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.
People
Lazarus
The poor man covered with sores at the rich man's gate in a parable of Jesus, carried by angels to Abraham's side.
Cited in the guide: Luke 16:20
Cross references (30)
Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.
- 1 1 Peter 4:10; Matthew 25:14–30; 1 Corinthians 4:1–2; Luke 12:42; James 4:3
- 2 1 Samuel 2:23–24; Ecclesiastes 11:9–10; Revelation 20:12; 1 Peter 4:5; 2 Corinthians 5:10
- 3 Proverbs 27:23–27; Jeremiah 5:31; Luke 18:4; 2 Thessalonians 3:11; Proverbs 21:25–26
- 4 James 3:15; Jeremiah 4:22; Proverbs 30:9
- 5 Luke 7:41–42; Matthew 18:24
- 6 Titus 2:10; Luke 16:12; Luke 16:9
- 7 Luke 20:9; Luke 20:12; Song of Songs 8:11–12
- 8 1 Thessalonians 5:5; Ephesians 5:8; John 12:36; Proverbs 6:6–8; Luke 16:10
- 9 Matthew 19:21; 1 Timothy 6:17–19; Daniel 4:27; Matthew 6:24; Proverbs 19:17
- 10 Luke 16:11–12; Matthew 25:21; Luke 19:17; Matthew 25:23; Hebrews 3:2
- 11 Luke 12:33; Proverbs 8:18–19; James 2:5; Ephesians 3:8; Luke 18:22
- 12 Luke 19:13–26; Job 1:21; Matthew 25:14–29; 1 Chronicles 29:14–16; 1 Peter 1:4–5
- 13 1 John 2:15–16; Matthew 6:24; James 4:4; Romans 8:5–8; Luke 14:26
- 14 Luke 23:35; Luke 12:15; Luke 20:47; Isaiah 56:11; Matthew 23:13
- 15 Proverbs 21:2; 1 Samuel 16:7; 1 Corinthians 4:5; Jeremiah 17:10; Proverbs 16:5
- 16 Matthew 11:9–14; Matthew 21:32; Acts 3:24–25; Matthew 3:2; John 1:45
- 17 Matthew 5:18; Luke 21:33; 1 Peter 1:25; Isaiah 40:8; Romans 3:31
- 18 Matthew 19:9; Mark 10:11–12; Matthew 5:31–32; 1 Corinthians 7:10–12; 1 Corinthians 7:4
- 19 Ezekiel 16:49; Luke 18:24–25; Amos 6:4–6; James 5:1–5; Ezekiel 27:7
- 20 Acts 3:2; James 2:5; Job 2:7; 1 Samuel 2:8; Psalm 34:19
- 21 Matthew 15:27; Mark 7:28; John 6:12; 1 Corinthians 4:11; 2 Corinthians 11:27
- 22 1 Peter 2:24; Psalm 49:16–19; Revelation 14:13; James 1:11; Matthew 18:10
- 23 2 Peter 2:4; Luke 16:28; Matthew 23:33; Matthew 18:9; Revelation 14:10–11
- 24 Revelation 22:1; John 4:10; John 4:14; Revelation 7:16–17; Matthew 25:41
- 25 Luke 6:24; 1 John 2:15; Psalm 17:14; Mark 9:45; Philippians 3:19
- 26 John 3:36; Psalm 49:14; Psalm 50:22; Malachi 3:18; 2 Thessalonians 1:4–10
- 28 Acts 2:40; Psalm 49:12–13; 1 Thessalonians 4:6; Acts 20:23
- 29 Acts 15:21; Luke 16:16; Luke 24:27; 2 Timothy 3:15–17; 2 Peter 1:19–21
- 30 Revelation 16:9–11; Luke 16:24; Luke 3:8; Luke 13:5; Luke 13:3
- 31 2 Corinthians 4:3; Acts 28:23; John 11:43–53; Acts 19:8; John 12:10–11
Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences
What the Fathers said
Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).
How these were chosen
“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).
Our duty is to give to others the admonitions we have received ourselves. The recent lesson of the Gospel has admonished us to make friends of the mammon of iniquity, that they too may "receive" those who do so "into everlasting habitations." But who are they that shall have everlasting habitations, but the Saints of God?
Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)
… exhibits Abraham as having said to the rich man, with reference to all those who were still alive: "If they do not obey Moses and the prophets, neither, if any one were to rise from the dead and go to them, will they believe him."
These are little things, but "He that is faithful in that which is least, is faithful also in much." Nor can that possibly be void which proceedeth out of the mouth of Thy Truth.
Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 1 (1886)
And this I say, not that we may omit supplicating the saints, but to hinder our being careless, and entrusting our concerns to others only, while we fall back and slumber ourselves. For so when He said, "make to yourselves friends," he did not stop at this only, but He added, "of the unrighteous mammon;" that so again the good …
Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)
For how can a man become the one servant of two masters, when our Lord says in the Gospels, No man can serve two masters?
Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)