Skip to the text

John · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

John 4 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Καθώς λοιπόν έμαθεν ο Κύριος ότι ήκουσαν οι Φαρισαίοι ότι ο Ιησούς πλειοτέρους μαθητάς κάμνει και βαπτίζει παρά ο Ιωάννης- 2 αν και ο Ιησούς αυτός δεν εβάπτιζεν, αλλ' οι μαθηταί αυτού- 3 αφήκε την Ιουδαίαν και απήλθε πάλιν εις την Γαλιλαίαν. 4 Έπρεπε δε να περάση διά της Σαμαρείας. 5 Έρχεται λοιπόν εις πόλιν της Σαμαρείας λεγομένην Σιχάρ, πλησίον του αγρού, τον οποίον έδωκεν ο Ιακώβ εις τον Ιωσήφ τον υιόν αυτού. 6 Ήτο δε εκεί πηγή του Ιακώβ. Ο Ιησούς λοιπόν κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας εκάθητο ούτως εις την πηγήν. Ώρα ήτο περίπου έκτη. 7 Έρχεται γυνή τις εκ της Σαμαρείας, διά να αντλήση ύδωρ. Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς· Δος μοι να πίω. 8 Διότι οι μαθηταί αυτού είχον υπάγει εις την πόλιν, διά να αγοράσωσι τροφάς. 9 Λέγει λοιπόν προς αυτόν η γυνή η Σαμαρείτις· Πως συ, Ιουδαίος ων, ζητείς να πίης παρ' εμού, ήτις είμαι γυνή Σαμαρείτις; Διότι δεν συγκοινωνούσιν οι Ιουδαίοι με τους Σαμαρείτας. 10 Απεκρίθη ο Ιησούς και είπε προς αυτήν· Εάν ήξευρες την δωρεάν του Θεού, και τις είναι ο λέγων σοι, Δος μοι να πίω, συ ήθελες ζητήσει παρ' αυτού, και ήθελε σοι δώσει ύδωρ ζων. 11 Λέγει προς αυτόν η γυνή· Κύριε, ούτε άντλημα έχεις, και το φρέαρ είναι βαθύ· πόθεν λοιπόν έχεις το ύδωρ το ζων; 12 μήπως συ είσαι μεγαλήτερος του πατρός ημών Ιακώβ, όστις έδωκεν εις ημάς το φρέαρ, και αυτός έπιεν εξ αυτού και οι υιοί αυτού και τα θρέμματα αυτού; 13 Απεκρίθη ο Ιησούς και είπε προς αυτήν· Πας όστις πίνει εκ του ύδατος τούτου θέλει διψήσει πάλιν· 14 όστις όμως πίη εκ του ύδατος, το οποίον εγώ θέλω δώσει εις αυτόν, δεν θέλει διψήσει εις τον αιώνα, αλλά το ύδωρ, το οποίον θέλω δώσει εις αυτόν, θέλει γείνει εν αυτώ πηγή ύδατος αναβλύζοντος εις ζωήν αιώνιον. 15 Λέγει προς αυτόν η γυνή· Κύριε, δος μοι τούτο το ύδωρ, διά να μη διψώ μηδέ να έρχωμαι εδώ να αντλώ. 16 Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς· Ύπαγε, κάλεσον τον άνδρα σου και ελθέ εδώ. 17 Απεκρίθη η γυνή και είπε· Δεν έχω άνδρα. Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς· Καλώς είπας ότι δεν έχω άνδρα· 18 διότι πέντε άνδρας έλαβες, και εκείνος, τον οποίον έχεις τώρα, δεν είναι ανήρ σου· τούτο αληθές είπας. 19 Λέγει προς αυτόν η γυνή· Κύριε, βλέπω ότι συ είσαι προφήτης. 20 Οι πατέρες ημών εις τούτο το όρος προσεκύνησαν, και σεις λέγετε ότι εν τοις Ιεροσολύμοις είναι ο τόπος όπου πρέπει να προσκυνώμεν. 21 Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς· Γύναι, πίστευσόν μοι ότι έρχεται ώρα, ότε ούτε εις το όρος τούτο ούτε εις τα Ιεροσόλυμα θέλετε προσκυνήσει τον Πατέρα. 22 Σεις προσκυνείτε εκείνο το οποίον δεν εξεύρετε, ημείς προσκυνούμεν εκείνο το οποίον εξεύρομεν, διότι η σωτηρία είναι εκ των Ιουδαίων. 23 Πλην έρχεται ώρα, και ήδη είναι, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί θέλουσι προσκυνήσει τον Πατέρα εν πνεύματι και αληθεία· διότι ο Πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν. 24 Ο Θεός είναι Πνεύμα, και οι προσκυνούντες αυτόν εν πνεύματι και αληθεία πρέπει να προσκυνώσι. 25 Λέγει προς αυτόν η γυνή· Εξεύρω ότι έρχεται ο Μεσσίας, ο λεγόμενος Χριστός· όταν έλθη εκείνος, θέλει αναγγείλει εις ημάς πάντα. 26 Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς· Εγώ είμαι, ο λαλών σοι. 27 Και επάνω εις τούτο ήλθον οι μαθηταί αυτού και εθαύμασαν ότι ελάλει μετά γυναικός· ουδείς όμως είπε, Τι ζητείς; ή Τι λαλείς μετ' αυτής; 28 Αφήκε λοιπόν η γυνή την υδρίαν αυτής και υπήγεν εις την πόλιν και λέγει προς τους ανθρώπους· 29 Έλθετε να ίδητε άνθρωπον, όστις μοι είπε πάντα όσα έπραξα· μήπως ούτος είναι ο Χριστός; 30 Εξήλθον λοιπόν εκ της πόλεως και ήρχοντο προς αυτόν. 31 Εν δε τω μεταξύ οι μαθηταί παρεκάλουν αυτόν λέγοντες· Ραββί, φάγε. 32 Ο δε είπε προς αυτούς. Εγώ έχω φαγητόν να φάγω, το οποίον σεις δεν εξεύρετε. 33 Έλεγον λοιπόν οι μαθηταί προς αλλήλους· Μήπως τις έφερε προς αυτόν να φάγη; 34 Λέγει προς αυτούς ο Ιησούς· Το εμόν φαγητόν είναι να πράττω το θέλημα του πέμψαντός με και να τελειώσω το έργον αυτού. 35 Δεν λέγετε σεις ότι τέσσαρες μήνες είναι έτι και ο θερισμός έρχεται; Ιδού, σας λέγω, υψώσατε τους οφθαλμούς σας και ίδετε τα χωράφια, ότι είναι ήδη λευκά προς θερισμόν. 36 Και ο θερίζων λαμβάνει μισθόν και συνάγει καρπόν εις ζωήν αιώνιον, διά να χαίρη ομού και ο σπείρων και ο θερίζων. 37 Διότι κατά τούτο αληθεύει ο λόγος, ότι άλλος είναι ο σπείρων και άλλος ο θερίζων. 38 Εγώ σας απέστειλα να θερίζητε εκείνο, εις το οποίον σεις δεν εκοπιάσατε· άλλοι εκοπίασαν, και σεις εισήλθετε εις τον κόπον αυτών. 39 Εξ εκείνης δε της πόλεως πολλοί των Σαμαρειτών επίστευσαν εις αυτόν διά τον λόγον της γυναικός, μαρτυρούσης ότι μοι είπε πάντα όσα έπραξα. 40 Καθώς λοιπόν ήλθον προς αυτόν οι Σαμαρείται, παρεκάλουν αυτόν να μείνη παρ' αυτοίς· και έμεινεν εκεί δύο ημέρας. 41 Και πολύ πλειότεροι επίστευσαν διά τον λόγον αυτού, 42 και προς την γυναίκα έλεγον, ότι δεν πιστεύομεν πλέον διά τον λόγον σου· επειδή ημείς ηκούσαμεν, και γνωρίζομεν ότι ούτος είναι αληθώς ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός. 43 Μετά δε τας δύο ημέρας εξήλθεν εκείθεν και υπήγεν εις την Γαλιλαίαν. 44 Διότι αυτός ο Ιησούς εμαρτύρησεν ότι προφήτης εν τη πατρίδι αυτού δεν έχει τιμήν. 45 Ότε λοιπόν ήλθεν εις την Γαλιλαίαν, εδέχθησαν αυτόν οι Γαλιλαίοι, ιδόντες πάντα όσα έκαμεν εν Ιεροσολύμοις κατά την εορτήν· διότι και αυτοί ήλθον εις την εορτήν. 46 Ήλθε λοιπόν ο Ιησούς πάλιν εις την Κανά της Γαλιλαίας, όπου έκαμε το ύδωρ οίνον. Και ήτο τις βασιλικός άνθρωπος, του οποίου ο υιός ησθένει εν Καπερναούμ· 47 ούτος ακούσας ότι ο Ιησούς ήλθεν εκ της Ιουδαίας εις την Γαλιλαίαν, υπήγε προς αυτόν και παρεκάλει αυτόν να καταβή και να ιατρεύση τον υιόν αυτού· διότι έμελλε να αποθάνη. 48 Είπε λοιπόν ο Ιησούς προς αυτόν· Εάν δεν ίδητε σημεία και τέρατα, δεν θέλετε πιστεύσει. 49 Λέγει προς αυτόν ο βασιλικός· Κύριε, κατάβα πριν αποθάνη το παιδίον μου. 50 Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Ύπαγε, ο υιός σου ζη. Και επίστευσεν ο άνθρωπος εις τον λόγον, τον οποίον είπε προς αυτόν ο Ιησούς, και ανεχώρει. 51 Ενώ δε ούτος ήδη κατέβαινεν, απήντησαν αυτόν οι δούλοι αυτού και απήγγειλαν λέγοντες ότι ο υιός σου ζη. 52 Ηρώτησε λοιπόν αυτούς την ώραν, καθ' ην έγεινε καλήτερα. Και είπον προς αυτόν ότι Χθες την εβδόμην ώραν αφήκεν αυτόν ο πυρετός. 53 Ενόησε λοιπόν ο πατήρ ότι έγεινε τούτο κατ' εκείνην την ώραν, καθ' ην ο Ιησούς είπε προς αυτόν ότι Ο υιός σου ζή· και επίστευσεν αυτός και όλη η οικία αυτού. 54 Τούτο πάλιν δεύτερον θαύμα έκαμεν ο Ιησούς, αφού ήλθεν εκ της Ιουδαίας εις την Γαλιλαίαν.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

Places

  • Cana

    Today: Northern Israel (Galilee)

    Cana's exact site is debated — Kafr Kanna and Khirbet Qana near Nazareth are the leading candidates (approximate location). It is remembered as the place of Jesus' first miracle.

    Cited in the guide: John 2:1-11; John 4:46

  • Shechem

    Today: West Bank (near Nablus)

    Shechem lay between Mount Gerizim and Mount Ebal. Abram built an altar here, Joshua gathered Israel for covenant renewal, and Jacob's well stands nearby.

    Cited in the guide: Genesis 12:6; Joshua 24:1; John 4:5

Cross references (52)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 John 3:26; John 3:22; 2 Corinthians 4:5; Luke 1:76; 1 Corinthians 15:47
  2. 2 1 Corinthians 1:13–17; Acts 10:48
  3. 3 Matthew 10:23; John 11:54; John 3:22; John 10:40; John 2:11
  4. 4 Luke 17:11; Luke 9:51–52; Matthew 10:5–6; Luke 2:49
  5. 5 Joshua 24:32; Genesis 33:19; Genesis 48:22; John 4:12
  6. 6 Hebrews 4:15; Hebrews 2:17; Matthew 8:24; Matthew 4:2; Matthew 27:45
  7. 7 Matthew 10:42; 1 Kings 17:10; John 19:28; Genesis 24:43; 2 Samuel 23:15–17
  8. 8 John 6:5–7; Luke 9:13; John 4:39; John 4:5
  9. 9 Acts 10:28; 2 Kings 17:24–41; Matthew 10:5; John 8:48; Luke 17:16–19
  10. 10 John 4:14; Revelation 7:17; John 7:37–39; Isaiah 44:3; Revelation 21:6
  11. 11 1 Corinthians 2:14; John 3:4
  12. 12 John 8:53; Matthew 12:42; Hebrews 3:3; Isaiah 53:2–3; John 4:6
  13. 13 John 6:27; Isaiah 65:13–14; Luke 16:24
  14. 14 John 7:38–39; John 6:35; Isaiah 49:10; Revelation 7:16; Ephesians 1:13–14
  15. 15 John 6:34; Romans 8:5; Psalm 4:6; James 4:3; John 6:26
  16. 16 Hebrews 4:13; Revelation 2:23; John 21:17; John 2:24–25; John 4:18
  17. 18 Jeremiah 3:20; Romans 7:3; 1 Corinthians 7:10–11; Mark 10:12; Genesis 34:7–8
  18. 19 John 6:14; Luke 7:39; John 9:17; Luke 7:16; John 7:40
  19. 20 Deuteronomy 12:5–11; Genesis 33:18–20; 2 Chronicles 7:12; Genesis 12:6–7; Deuteronomy 11:29
  20. 21 1 Timothy 2:8; Ephesians 2:18; Malachi 1:11; Matthew 18:20; John 4:23
  21. 22 Acts 17:23; Romans 9:4–5; Isaiah 2:3; Luke 24:47; Acts 17:30
  22. 23 Philippians 3:3; Matthew 15:7–9; John 5:25; Galatians 4:6; Romans 8:26
  23. 24 2 Corinthians 3:17; Matthew 15:8–9; Philippians 3:3; Psalm 51:17; Isaiah 57:15
  24. 25 John 1:49; Daniel 9:24–26; John 4:29; John 4:42; Matthew 1:16
  25. 26 John 8:24; Mark 14:61–62; John 9:35–37; Romans 10:20–21; Matthew 26:63–64
  26. 27 Luke 7:39; John 4:8–9
  27. 28 John 4:7; Luke 24:33; Matthew 28:8; Luke 24:9; Mark 16:8–10
  28. 29 Revelation 22:17; 1 Corinthians 14:24–25; John 1:41–49; John 4:25; John 4:17–18
  29. 30 Acts 10:33; Acts 13:42; Matthew 11:20–24; Matthew 2:1–3; Luke 17:16–18
  30. 31 John 1:38; Genesis 24:33
  31. 32 Job 23:12; Psalm 119:103; John 4:34; Proverbs 18:20; Jeremiah 15:16
  32. 33 Luke 9:45; Matthew 16:6–11
  33. 34 John 6:38; John 5:30; Job 23:12; John 17:4; John 19:30
  34. 35 Luke 10:2–3; Matthew 9:37–38
  35. 36 James 5:19–20; 1 Corinthians 3:5–9; Romans 1:13; Proverbs 11:30; 2 Timothy 4:7–8
  36. 37 Micah 6:15; Job 31:8; Judges 6:3; Luke 19:21
  37. 38 John 1:7; Acts 10:42–43; 2 Chronicles 36:15; 1 Peter 1:11–12; Acts 8:14–17
  38. 39 John 4:29; John 4:5; John 10:41–42; John 11:45; John 4:42
  39. 40 Revelation 3:20; Luke 24:29; 2 Corinthians 6:1–2; Acts 16:15; Luke 8:38
  40. 41 Acts 1:8; 1 Corinthians 2:4–5; Acts 8:25; Acts 8:12; Matthew 7:28–29
  41. 42 1 John 4:14; John 1:29; 1 Timothy 4:10; 1 John 5:20; 2 Corinthians 5:19
  42. 43 Mark 7:27–28; Matthew 15:21–24; Matthew 4:13; John 4:40; Romans 15:8
  43. 44 Matthew 13:57; Luke 4:24; Mark 6:4
  44. 45 John 2:23; John 2:13–16; Deuteronomy 16:16; Luke 9:53; John 3:2
  45. 46 John 2:1–11; Psalm 50:15; Hosea 5:15; Matthew 9:18; Luke 8:42
  46. 47 Acts 9:38; John 11:32; Luke 7:6–8; Mark 10:47; Luke 8:41
  47. 48 John 20:29; 1 Corinthians 1:22; Hebrews 2:4; Daniel 4:2; John 12:37
  48. 49 Mark 5:23; Mark 5:35–36; Psalm 88:10–12; Psalm 40:17
  49. 50 Matthew 8:13; Romans 4:20–21; Mark 7:29–30; Luke 17:14; Acts 14:9–10
  50. 51 1 Kings 17:23
  51. 53 Psalm 107:20; Luke 19:9; Psalm 33:9; Acts 16:34; Acts 11:14
  52. 54 John 2:1–11; John 4:45

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Commentary 4:1 Augustine of Hippo, Tractates on the Gospel of John (Chapter IV — 1-42)

    It is nothing new to your ears, beloved, that the Evangelist John, like an eagle, takes a loftier flight, and soars above the dark mist of earth, to gaze with steadier eyes upon the light of truth.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 7 (1888)

  2. Commentary 4:13 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of John (Homily XXXII)

    Scripture calls the grace of the Spirit sometimes "Fire," sometimes "Water," showing that these names are not descriptive of its essence, but of its operation; for the Spirit, being Invisible and Simple, cannot be made up of different substances. Now the one John declares, speaking thus, "He shall baptize you with the Holy Ghost, and with Fire" ( Matt. iii.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 14 (1889)

  3. Quotes verse 4:50 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book II, Chapter XXI)

    Then, again, withdrawing Himself [from Judæa], He is found in Samaria; on which occasion, too, He conversed with the Samaritan woman, and while at a distance, cured the son of the centurion by a word, saying, "Go thy way, thy son liveth." Afterwards He went up, the second time, to observe the festival day of the passover in Jerusalem; on …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  4. Quotes verse 4:14 Augustine of Hippo, Confessions (Book VI)

    … out more frequent prayers and tears, that Thou wouldest hasten Thy aid, and enlighten my darkness; and she hurried all the more assiduously to the church, and hung upon the words of Ambrose, praying for the fountain of water that springeth up into everlasting life. For she loved that man as an angel of God, because she knew that it …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 1 (1886)

  5. Quotes verse 4:49 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XXVI)

    He, for example, who is set down in John, is for dragging Him unto his house, and saith, "Come down, for my child is ready to die." But not so this man; rather he is far superior both to him, and to those who let down the bed through the roof.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)