Saltar al texto

Lucas · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Lucas 16 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Έλεγε δε και προς τους μαθητάς αυτού· Ήτο άνθρωπός τις πλούσιος, όστις είχεν οικονόμον, και ούτος κατηγορήθη προς αυτόν ως διασκορπίζων τα υπάρχοντα αυτού. 2 Και κράξας αυτόν, είπε προς αυτόν· Τι είναι τούτο το οποίον ακούω περί σου; δος τον λογαριασμόν της οικονομίας σου· διότι δεν θέλεις δυνηθή πλέον να ήσαι οικονόμος. 3 Είπε δε καθ' εαυτόν ο οικονόμος· Τι να κάμω, επειδή ο κύριός μου αφαιρεί απ' εμού την οικονομίαν; να σκάπτω δεν δύναμαι, να ζητώ εντρέπομαι· 4 ενόησα τι πρέπει να κάμω, διά να με δεχθώσιν εις τους οίκους αυτών, όταν αποβληθώ της οικονομίας. 5 Και προσκαλέσας ένα έκαστον των χρεωφειλετών του κυρίου αυτού, είπε προς τον πρώτον· Πόσον χρεωστείς εις τον κύριόν μου; 6 Ο δε είπεν· Εκατόν μέτρα ελαίου. Και είπε προς αυτόν· Λάβε το έγγραφόν σου και καθήσας ταχέως γράψον πεντήκοντα. 7 Έπειτα είπε προς άλλον· Συ δε πόσον χρεωστείς; Ο δε είπεν· Εκατόν μόδια σίτου. Και λέγει προς αυτόν· Λάβε το έγγραφόν σου και γράψον ογδοήκοντα. 8 Και επήνεσεν ο κύριος τον άδικον οικονόμον, ότι φρονίμως έπραξε· διότι οι υιοί του αιώνος τούτου είναι φρονιμώτεροι εις την εαυτών γενεάν παρά τους υιούς του φωτός. 9 Και εγώ σας λέγω· Κάμετε εις εαυτούς φίλους εκ του μαμωνά της αδικίας, διά να σας δεχθώσιν εις τας αιωνίους σκηνάς, όταν εκλείψητε. 10 Ο εν τω ελαχίστω πιστός και εν τω πολλώ πιστός είναι, και ο εν τω ελαχίστω άδικος και εν τω πολλώ άδικος είναι. 11 Εάν λοιπόν εις τον άδικον μαμωνά δεν εφάνητε πιστοί, τον αληθινόν πλούτον τις θέλει σας εμπιστευθή; 12 Και εάν εις το ξένον δεν εφάνητε πιστοί, τις θέλει σας δώσει το ιδικόν σας; 13 Ουδείς δούλος δύναται να δουλεύη δύο κυρίους διότι ή τον ένα θέλει μισήσει και τον άλλον θέλει αγαπήσει· ή εις τον ένα θέλει προσκολληθή και τον άλλον θέλει καταφρονήσει. Δεν δύνασθε να δουλεύητε Θεόν και μαμωνά. 14 Ήκουον δε ταύτα πάντα και οι Φαρισαίοι, φιλάργυροι όντες, και περιεγέλων αυτόν. 15 Και είπε προς αυτούς· Σεις είσθε οι δικαιόνοντες εαυτούς ενώπιον των ανθρώπων, ο Θεός όμως γνωρίζει τας καρδίας σας· διότι εκείνο, το οποίον μεταξύ των ανθρώπων είναι υψηλόν, βδέλυγμα είναι ενώπιον του Θεού. 16 Ο νόμος και οι προφήται έως Ιωάννου υπήρχον· από τότε η βασιλεία του Θεού ευαγγελίζεται, και πας τις βιάζεται να εισέλθη εις αυτήν. 17 Ευκολώτερον δε είναι ο ουρανός και η γη να παρέλθωσι παρά μία κεραία του νόμου να πέση. 18 Πας όστις χωρίζεται την γυναίκα αυτού και νυμφεύεται άλλην, μοιχεύει, και πας όστις νυμφεύεται κεχωρισμένην από ανδρός, μοιχεύει. 19 Ήτο δε άνθρωπός τις πλούσιος και ενεδύετο πορφύραν και στολήν βυσσίνην, ευφραινόμενος καθ' ημέραν μεγαλοπρεπώς. 20 Ήτο δε πτωχός τις ονομαζόμενος Λάζαρος, όστις έκειτο πεπληγωμένος πλησίον της πύλης αυτού 21 και επεθύμει να χορτασθή από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης του πλουσίου· αλλά και οι κύνες ερχόμενοι έγλειφον τας πληγάς αυτού. 22 Απέθανε δε ο πτωχός και εφέρθη υπό των αγγέλων εις τον κόλπον του Αβραάμ· απέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη. 23 Και εν τω άδη υψώσας τους οφθαλμούς αυτού, ενώ ήτο εν βασάνοις, βλέπει τον Αβραάμ από μακρόθεν και τον Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού. 24 Και αυτός φωνάξας είπε· Πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον τον Λάζαρον, διά να βάψη το άκρον του δακτύλου αυτού εις ύδωρ και να καταδροσίση την γλώσσαν μου, διότι βασανίζομαι εν τη φλογί ταύτη· 25 είπε δε ο Αβραάμ· Τέκνον, ενθυμήθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου, και ο Λάζαρος ομοίως τα κακά· τώρα ούτος μεν παρηγορείται, συ δε βασανίζεσαι· 26 και εκτός τούτων πάντων, μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα είναι εστηριγμένον, ώστε οι θέλοντες να διαβώσιν εντεύθεν προς εσάς να μη δύνανται, μηδέ οι εκείθεν να διαπερώσι προς υμάς. 27 Είπε δέ· παρακαλώ σε λοιπόν, πάτερ, να πέμψης αυτόν εις τον οίκον του πατρός μου· 28 διότι έχω πέντε αδελφούς· διά να μαρτυρήση εις αυτούς, ώστε να μη έλθωσι και αυτοί εις τον τόπον τούτον της βασάνου. 29 Λέγει προς αυτόν ο Αβραάμ, Έχουσι τον Μωϋσήν και τους προφήτας· ας ακούσωσιν αυτούς. 30 Ο δε είπεν· Ουχί, πάτερ Αβραάμ, αλλ' εάν τις από νεκρών υπάγη προς αυτούς, θέλουσι μετανοήσει. 31 Είπε δε προς αυτόν· Εάν τον Μωϋσήν και τους προφήτας δεν ακούωσιν, ουδέ εάν τις αναστηθή εκ νεκρών θέλουσι πεισθή.

Personas y lugares de este capítulo

Del árbol genealógico y los mapas bíblicos de este sitio (en inglés), solo donde esas guías citan este capítulo.

Personas

  • Lazarus

    Beggar in a parable

    The poor man covered with sores at the rich man's gate in a parable of Jesus, carried by angels to Abraham's side.

    Citado en la guía: Luke 16:20

Referencias cruzadas (30)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 1 Pedro 4:10; Mateo 25:14–30; 1 Corintios 4:1–2; Lucas 12:42; Santiago 4:3
  2. 2 1 Samuel 2:23–24; Eclesiastés 11:9–10; Apocalipsis 20:12; 1 Pedro 4:5; 2 Corintios 5:10
  3. 3 Proverbios 27:23–27; Jeremías 5:31; Lucas 18:4; 2 Tesalonicenses 3:11; Proverbios 21:25–26
  4. 4 Santiago 3:15; Jeremías 4:22; Proverbios 30:9
  5. 5 Lucas 7:41–42; Mateo 18:24
  6. 6 Tito 2:10; Lucas 16:12; Lucas 16:9
  7. 7 Lucas 20:9; Lucas 20:12; Cantar de los Cantares 8:11–12
  8. 8 1 Tesalonicenses 5:5; Efesios 5:8; Juan 12:36; Proverbios 6:6–8; Lucas 16:10
  9. 9 Mateo 19:21; 1 Timoteo 6:17–19; Daniel 4:27; Mateo 6:24; Proverbios 19:17
  10. 10 Lucas 16:11–12; Mateo 25:21; Lucas 19:17; Mateo 25:23; Hebreos 3:2
  11. 11 Lucas 12:33; Proverbios 8:18–19; Santiago 2:5; Efesios 3:8; Lucas 18:22
  12. 12 Lucas 19:13–26; Job 1:21; Mateo 25:14–29; 1 Crónicas 29:14–16; 1 Pedro 1:4–5
  13. 13 1 Juan 2:15–16; Mateo 6:24; Santiago 4:4; Romanos 8:5–8; Lucas 14:26
  14. 14 Lucas 23:35; Lucas 12:15; Lucas 20:47; Isaías 56:11; Mateo 23:13
  15. 15 Proverbios 21:2; 1 Samuel 16:7; 1 Corintios 4:5; Jeremías 17:10; Proverbios 16:5
  16. 16 Mateo 11:9–14; Mateo 21:32; Hechos 3:24–25; Mateo 3:2; Juan 1:45
  17. 17 Mateo 5:18; Lucas 21:33; 1 Pedro 1:25; Isaías 40:8; Romanos 3:31
  18. 18 Mateo 19:9; Marcos 10:11–12; Mateo 5:31–32; 1 Corintios 7:10–12; 1 Corintios 7:4
  19. 19 Ezequiel 16:49; Lucas 18:24–25; Amós 6:4–6; Santiago 5:1–5; Ezequiel 27:7
  20. 20 Hechos 3:2; Santiago 2:5; Job 2:7; 1 Samuel 2:8; Salmo 34:19
  21. 21 Mateo 15:27; Marcos 7:28; Juan 6:12; 1 Corintios 4:11; 2 Corintios 11:27
  22. 22 1 Pedro 2:24; Salmo 49:16–19; Apocalipsis 14:13; Santiago 1:11; Mateo 18:10
  23. 23 2 Pedro 2:4; Lucas 16:28; Mateo 23:33; Mateo 18:9; Apocalipsis 14:10–11
  24. 24 Apocalipsis 22:1; Juan 4:10; Juan 4:14; Apocalipsis 7:16–17; Mateo 25:41
  25. 25 Lucas 6:24; 1 Juan 2:15; Salmo 17:14; Marcos 9:45; Filipenses 3:19
  26. 26 Juan 3:36; Salmo 49:14; Salmo 50:22; Malaquías 3:18; 2 Tesalonicenses 1:4–10
  27. 28 Hechos 2:40; Salmo 49:12–13; 1 Tesalonicenses 4:6; Hechos 20:23
  28. 29 Hechos 15:21; Lucas 16:16; Lucas 24:27; 2 Timoteo 3:15–17; 2 Pedro 1:19–21
  29. 30 Apocalipsis 16:9–11; Lucas 16:24; Lucas 3:8; Lucas 13:5; Lucas 13:3
  30. 31 2 Corintios 4:3; Hechos 28:23; Juan 11:43–53; Hechos 19:8; Juan 12:10–11

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias

Lo que dijeron los Padres

Pasajes de los Padres de la Iglesia que comentan o citan este capítulo, tal como aparecen en la edición de Schaff (traducciones inglesas del siglo XIX, de dominio público). Los textos están en inglés.

Cómo se eligieron

«Comentario» es el comienzo de una homilía o exposición sobre este capítulo (homilías de san Juan Crisóstomo; tratados, sermones y comentarios a los Salmos de san Agustín). «Cita» es una frase en la que las notas de la propia edición identifican la cita de un versículo de este capítulo; solo se conserva si el texto coincide con el versículo. Solo se usan obras de autoría segura. Los Salmos siguen la numeración hebrea (Agustín usa la de los Setenta: su Salmo 50 es aquí el 51).

  1. Comentario 16:9 Augustine of Hippo, Sermons on Selected Lessons of the New Testament (Sermon LXIII)

    Our duty is to give to others the admonitions we have received ourselves. The recent lesson of the Gospel has admonished us to make friends of the mammon of iniquity, that they too may "receive" those who do so "into everlasting habitations." But who are they that shall have everlasting habitations, but the Saints of God?

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)

  2. Cita 16:31 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book IV, Preface)

    … exhibits Abraham as having said to the rich man, with reference to all those who were still alive: "If they do not obey Moses and the prophets, neither, if any one were to rise from the dead and go to them, will they believe him."

    Leer en contexto · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  3. Cita 16:10 Augustine of Hippo, Confessions (Book VI, Chapters X–XI)

    These are little things, but "He that is faithful in that which is least, is faithful also in much." Nor can that possibly be void which proceedeth out of the mouth of Thy Truth.

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 1 (1886)

  4. Cita 16:9 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily V)

    And this I say, not that we may omit supplicating the saints, but to hinder our being careless, and entrusting our concerns to others only, while we fall back and slumber ourselves. For so when He said, "make to yourselves friends," he did not stop at this only, but He added, "of the unrighteous mammon;" that so again the good …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  5. Cita 16:13 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture IV)

    For how can a man become the one servant of two masters, when our Lord says in the Gospels, No man can serve two masters?

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)