Skip to the text

Luke · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Luke 13 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Κατ' εκείνον δε τον καιρόν ήλθον τινές, απαγγέλλοντες προς αυτόν περί των Γαλιλαίων, των οποίων το αίμα ο Πιλάτος έμιξε με τας θυσίας αυτών. 2 Και αποκριθείς ο Ιησούς, είπε προς αυτούς· Νομίζετε ότι οι Γαλιλαίοι ούτοι ήσαν αμαρτωλοί υπέρ πάντας τους Γαλιλαίους, διότι έπαθον τοιαύτα; 3 Ουχί, σας λέγω, αλλ' εάν δεν μετανοήτε, πάντες ομοίως θέλετε απολεσθή. 4 Η εκείνοι οι δεκαοκτώ, επί τους οποίους έπεσεν ο πύργος εν τω Σιλωάμ και εθανάτωσεν αυτούς, νομίζετε ότι ούτοι ήσαν αμαρτωλοί υπέρ πάντας τους ανθρώπους τους κατοικούντας εν Ιερουσαλήμ; 5 Ουχί, σας λέγω, αλλ' εάν δεν μετανοήτε, πάντες ομοίως θέλετε απολεσθή. 6 Έλεγε δε ταύτην την παραβολήν· Είχε τις συκήν πεφυτευμένην εν τω αμπελώνι αυτού, και ήλθε ζητών καρπόν εν αυτή και δεν εύρε. 7 Και είπε προς τον αμπελουργόν· Ιδού, τρία έτη έρχομαι ζητών καρπόν εν τη συκή ταύτη και δεν ευρίσκω· έκκοψον αυτήν· διά τι καταργεί και την γην; 8 Ο δε αποκριθείς λέγει προς αυτόν· Κύριε, άφες αυτήν και τούτο το έτος, έως ότου σκάψω περί αυτήν και βάλω κοπρίαν· 9 και εάν μεν κάμη καρπόν, καλώς· ει δε μη, θέλεις εκκόψει αυτήν μετά ταύτα. 10 Εδίδασκε δε εν μιά των συναγωγών το σάββατον. 11 Και ιδού, γυνή τις είχε πνεύμα ασθενείας δεκαοκτώ έτη και ήτο συγκύπτουσα και δεν ηδύνατο παντελώς να ανακύψη. 12 Ιδών δε αυτήν ο Ιησούς, εφώναξε και είπε προς αυτήν· Γύναι, ηλευθερωμένη είσαι από της ασθενείας σου· 13 και έθεσεν επ' αυτήν τας χείρας· και παρευθύς ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν. 14 Αποκριθείς δε ο αρχισυνάγωγος, αγανακτών ότι εις το σάββατον εθεράπευσεν ο Ιησούς, έλεγε προς τον όχλον· Εξ ημέραι είναι, εις τας οποίας πρέπει να εργάζησθε· εν ταύταις λοιπόν ερχόμενοι θεραπεύεσθε, και μη τη ημέρα του σαββάτου. 15 Απεκρίθη λοιπόν προς αυτόν ο Κύριος και είπεν· Υποκριτά, δεν λύει έκαστος υμών εν τω σαββάτω τον βουν αυτού ή τον όνον από της φάτνης και φέρων ποτίζει; 16 αύτη δε, ούσα θυγάτηρ του Αβραάμ, την οποίαν ο Σατανάς έδεσεν, ιδού, δεκαοκτώ έτη, δεν έπρεπε να λυθή από του δεσμού τούτου τη ημέρα του σαββάτου; 17 Και ενώ, αυτός έλεγε ταύτα, κατησχύνοντο πάντες οι εναντίοι αυτού, και πας ο όχλος έχαιρε δι' όλα τα ένδοξα έργα τα γινόμενα υπ' αυτού. 18 Έλεγε δέ· Με τι είναι ομοία η βασιλεία του Θεού, και με τι να ομοιώσω αυτήν; 19 Είναι ομοία με κόκκον σινάπεως, τον οποίον λαβών άνθρωπος έρριψεν εις τον κήπον αυτού· και ηύξησε και έγεινε δένδρον μέγα, και τα πετεινά του ουρανού κατεσκήνωσαν εν τοις κλάδοις αυτού. 20 Και πάλιν είπε· Με τι να ομοιώσω την βασιλείαν του Θεού; 21 Είναι ομοία με προζύμιον, το οποίον λαβούσα γυνή ενέκρυψεν εις τρία μέτρα αλεύρου, εωσού ανέβη όλον το φύραμα. 22 Και διήρχετο τας πόλεις και κώμας διδάσκων και οδοιπορών εις Ιερουσαλήμ. 23 Είπε δε τις προς αυτόν· Κύριε, ολίγοι άρα είναι οι σωζόμενοι; Ο δε είπε προς αυτούς· 24 Αγωνίζεσθε να εισέλθητε διά της στενής πύλης· διότι πολλοί, σας λέγω, θέλουσι ζητήσει να εισέλθωσι και δεν θέλουσι δυνηθή. 25 Αφού σηκωθή ο οικοδεσπότης και αποκλείση την θύραν, και αρχίσητε να στέκησθε έξω και να κρούητε την θύραν, λέγοντες· Κύριε, Κύριε, άνοιξον εις ημάς· και εκείνος αποκριθείς σας είπη, δεν σας εξεύρω πόθεν είσθε· 26 τότε θέλετε αρχίσει να λέγητε· Εφάγομεν έμπροσθέν σου και επίομεν, και εν ταις πλατείαις ημών εδίδαξας. 27 Και θέλει ειπεί· Σας λέγω, δεν σας εξεύρω πόθεν είσθε· φύγετε απ' εμού πάντες οι εργάται της αδικίας. 28 Εκεί θέλει είσθαι ο κλαυθμός και ο τριγμός των οδόντων, όταν ίδητε τον Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ και πάντας τους προφήτας εν τη βασιλεία του Θεού, εαυτούς δε εκβαλλομένους έξω. 29 Και θέλουσιν ελθεί από ανατολών και δυσμών και από βορρά και νότου και θέλουσι καθήσει εν τη βασιλεία του Θεού. 30 Και ιδού, είναι έσχατοι, οίτινες θέλουσιν είσθαι πρώτοι, και είναι πρώτοι, οίτινες θέλουσιν είσθαι έσχατοι. 31 Κατ' εκείνην την ημέραν προσήλθον τινές Φαρισαίοι, λέγοντες προς αυτόν· Έξελθε και αναχώρησον εντεύθεν, διότι ο Ηρώδης θέλει να σε θανατώση. 32 Και είπε προς αυτούς· Υπάγετε και είπατε προς την αλώπεκα ταύτην· Ιδού, εκβάλλω δαιμόνια και κάμνω θεραπείας σήμερον και αύριον, και την τρίτην ημέραν τελειούμαι. 33 Πλην πρέπει εγώ σήμερον και αύριον και την εφεξής ημέραν να υπάγω· διότι δεν είναι δυνατόν προφήτης να απολεσθή έξω της Ιερουσαλήμ. 34 Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η φονεύουσα τους προφήτας και λιθοβολούσα τους απεσταλμένους προς αυτήν, ποσάκις ηθέλησα να συνάξω τα τέκνα σου καθ' ον τρόπον η όρνις τα ορνίθια εαυτής υπό τας πτέρυγας, και δεν ηθελήσατε. 35 Ιδού, σας αφίνεται ο οίκός σας έρημος· αληθώς δε σας λέγω ότι δεν θέλετε με ιδεί, εωσού έλθη ο καιρός ότε θέλετε ειπεί· Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.

Cross references (34)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 1 Peter 4:17–18; Lamentations 2:20; Acts 5:37; Ezekiel 9:5–7; Matthew 27:2
  2. 2 John 9:2; Acts 28:4; Job 22:5–16; Luke 13:4
  3. 3 Acts 3:19; Matthew 3:2; Acts 2:38–40; Luke 13:5; Revelation 2:21–22
  4. 4 Nehemiah 3:15; Matthew 6:12; Job 1:19; Matthew 18:24
  5. 5 Ezekiel 18:30; Luke 13:3; Isaiah 28:10–13
  6. 6 John 15:16; Isaiah 5:1–4; Galatians 5:22; Matthew 21:19–20; Jeremiah 2:21
  7. 7 Matthew 7:19; Luke 3:9; John 15:6; John 15:2; Romans 2:4–5
  8. 8 Romans 10:1; 2 Peter 3:9; Joel 2:17; Jeremiah 15:1; Joshua 7:7–9
  9. 9 John 15:2; Hebrews 6:8; Psalm 69:22–28; Ezra 9:14–15; Revelation 16:5–7
  10. 10 Matthew 4:23; Luke 4:44; Luke 4:15–16
  11. 11 Luke 8:2; Luke 13:16; Luke 8:27; Luke 8:43; Psalm 6:2
  12. 12 Psalm 107:20; Matthew 8:16; Luke 6:8–10; Luke 13:16; Isaiah 65:1
  13. 13 Psalm 107:20–22; Mark 16:18; Mark 5:23; Mark 6:5; Luke 4:40
  14. 14 Exodus 20:9; Matthew 12:2; John 9:14–16; John 5:15–16; Luke 6:7
  15. 15 Luke 14:5; John 7:21–24; Luke 6:42; Acts 13:9–10; Matthew 7:5
  16. 16 Mark 2:27; Luke 19:9; Luke 3:8; Acts 13:26; John 8:44
  17. 17 1 Peter 3:16; Psalm 132:18; Psalm 109:29; Luke 19:48; Isaiah 45:24
  18. 18 Mark 4:30–34; Luke 17:21; Matthew 13:31–32; Mark 4:26; Luke 13:20
  19. 19 Daniel 4:12; Daniel 2:44–45; Ezekiel 17:22–24; Daniel 4:21; Mark 4:31–32
  20. 21 Matthew 13:33; 1 Corinthians 5:6; Proverbs 4:18; Philippians 1:6; John 4:14
  21. 22 Luke 9:51; Matthew 9:35; Mark 10:32–34; Luke 4:43–44; Acts 10:38
  22. 23 Matthew 7:14; Matthew 22:14; Luke 12:13–15; John 21:21–22; Matthew 20:16
  23. 24 Matthew 7:13–14; 2 Peter 1:10; 1 Corinthians 9:24–27; Hebrews 4:11; Luke 21:36
  24. 25 Luke 13:27; Matthew 25:10–12; Matthew 7:21–23; Luke 6:46; Isaiah 55:6
  25. 26 Titus 1:16; Isaiah 58:2; 2 Timothy 3:5
  26. 27 Psalm 6:8; Matthew 25:41; Psalm 119:115; Matthew 7:22–23; Psalm 1:6
  27. 28 Matthew 8:11–12; Matthew 22:13; Matthew 25:30; Revelation 22:15; Matthew 13:42
  28. 29 Malachi 1:11; Isaiah 66:18–20; Isaiah 49:6; Isaiah 43:6; Isaiah 54:2–3
  29. 30 Matthew 19:30; Matthew 21:28–31; Mark 10:31; Matthew 20:16; Matthew 3:9–10
  30. 31 Nehemiah 6:9–11; Psalm 11:1–2; Matthew 14:1; Amos 7:12–13
  31. 32 Hebrews 2:10; Hebrews 5:9; John 17:4–5; John 11:8–10; Ezekiel 13:4
  32. 33 Luke 9:53; Matthew 21:11; Matthew 20:18; John 4:34; Acts 13:27
  33. 34 Matthew 23:37–39; Deuteronomy 32:11–12; Acts 7:52; Luke 19:41–42; Isaiah 30:15
  34. 35 Psalm 118:26; Mark 11:9–10; John 12:13; Matthew 21:9; John 14:19–23

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Commentary 13:6 Augustine of Hippo, Sermons on Selected Lessons of the New Testament (Sermon LX)

    Touching "the fig-tree" which had its three years' trial, and bare no fruit, and "the woman which was in an infirmity eighteen years," hearken to what the Lord may grant me to say. The fig-tree is the human race. And the three years are the three times; one before the Law, the second under the Law, the third under grace.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)

  2. Quotes verse 13:16 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book II, Chapters XXIII–XXIV)

    another woman was also healed, after suffering in like manner for eighteen years; concerning whom the Lord said, "And ought not this daughter of Abraham, whom Satan has bound during eighteen years, to be set free on the Sabbath-day?" If, then, the former was a type of the twelfth Æon that suffered, the latter should also be a type of …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  3. Quotes verse 13:21 Augustine of Hippo, On Christian Doctrine (Book III, Chapters 22–27)

    … sense, as when He said, "Beware of the leaven of the Pharisees," and in a good sense, as when He said, "The kingdom of heaven is like unto leaven, which a woman took and hid in three measures of meal, till the whole was leavened."

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  4. Quotes verse 13:21 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XLVI)

    "The Kingdom of Heaven is like unto leaven, which a woman took, and hid in three measures of meal, until the whole was leavened." For as this converts the large quantity of meal into its own quality, even so shall ye convert the whole world.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  5. Quotes verse 13:28 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book IV, Preface)

    … and shall recline with Abraham, and Isaac, and Jacob in the kingdom of heaven;" and then again by saying to the Jews, "When ye shall see Abraham, and Isaac, and Jacob, and all the prophets in the kingdom of heaven, but you yourselves cast out." This, then, is a clear point, that those who disallow his salvation, and frame the …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)