Skip to the text

Luke · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Luke 2 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Εν εκείναις δε ταις ημέραις εξήλθε διάταγμα παρά του Καίσαρος Αυγούστου να απογραφή πάσα η οικουμένη. 2 Αύτη η απογραφή έγεινε πρώτη, ότε ηγεμόνευε της Συρίας ο Κυρήνιος. 3 Και ήρχοντο πάντες να απογράφωνται, έκαστος εις την εαυτού πόλιν. 4 Ανέβη δε και Ιωσήφ από της Γαλιλαίας εκ της πόλεως Ναζαρέτ εις την Ιουδαίαν εις την πόλιν του Δαβίδ, ήτις καλείται Βηθλεέμ, επειδή αυτός ήτο εκ του οίκου και της πατριάς του Δαβίδ, 5 διά να απογραφή μετά της Μαριάμ της ηρραβωνισμένης με αυτόν εις γυναίκα, ήτις ήτο έγκυος. 6 Και ενώ ήσαν εκεί, επληρώθησαν αι ημέραι του να γεννήση· 7 και εγέννησε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον, και εσπαργάνωσεν αυτόν και κατέκλινεν αυτόν εν τη φάτνη, διότι δεν ήτο τόπος δι' αυτούς εν τω καταλύματι. 8 Και ποιμένες ήσαν κατά το αυτό μέρος διανυκτερεύοντες εν τοις αγροίς και φυλάττοντες φυλακάς της νυκτός επί το ποίμνιον αυτών. 9 Και ιδού, άγγελος Κυρίου εξαίφνης εφάνη εις αυτούς, και δόξα Κυρίου έλαμψε περί αυτούς, και εφοβήθησαν φόβον μέγαν. 10 Και είπε προς αυτούς ο άγγελος· Μη φοβείσθε· διότι ιδού, ευαγγελίζομαι εις εσάς χαράν μεγάλην, ήτις θέλει είσθαι εις πάντα τον λαόν, 11 διότι σήμερον εγεννήθη εις εσάς εν πόλει Δαβίδ σωτήρ, όστις είναι Χριστός Κύριος. 12 Και τούτο θέλει είσθαι το σημείον εις εσάς· θέλετε ευρεί βρέφος εσπαργανωμένον, κείμενον εν τη φάτνη. 13 Και εξαίφνης μετά του αγγέλου εφάνη πλήθος στρατιάς ουρανίου υμνούντων τον Θεόν και λεγόντων· 14◆ Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία. 15 Και καθώς οι άγγελοι ανεχώρησαν απ' αυτών εις τον ουρανόν, οι άνθρωποι οι ποιμένες είπον προς αλλήλους. Ας υπάγωμεν λοιπόν έως Βηθλεέμ και ας ίδωμεν το πράγμα τούτο το γεγονός, το οποίον ο Κύριος εφανέρωσεν εις ημάς. 16 Και ήλθον μετά σπουδής και εύρον την τε Μαριάμ και τον Ιωσήφ και το βρέφος κείμενον εν τη φάτνη. 17 Και ιδόντες, διεκήρυξαν τον λόγον τον λαληθέντα προς αυτούς περί του παιδίου τούτου· 18 και πάντες οι ακούσαντες εθαύμασαν περί των λαληθέντων υπό των ποιμένων προς αυτούς. 19 Η δε Μαριάμ εφύλαττε πάντας τους λόγους τούτους, διαλογιζομένη περί αυτών εν τη καρδία αυτής. 20 Και υπέστρεψαν οι ποιμένες, δοξάζοντες και υμνούντες τον Θεόν διά πάντα όσα ήκουσαν και είδον, καθώς ελαλήθησαν προς αυτούς. 21 Και ότε επληρώθησαν αι οκτώ ημέραι διά να περιτέμωσι το παιδίον, εκλήθη το όνομα αυτού Ιησούς, το ονομασθέν υπό του αγγέλου πριν συλληφθή εν τη κοιλία. 22 Και ότε επληρώθησαν αι ημέραι του καθαρισμού αυτής κατά τον νόμον του Μωϋσέως, ανεβίβασαν αυτόν εις Ιεροσόλυμα διά να παραστήσωσιν εις τον Κύριον, 23 καθώς είναι γεγραμμένον εν τω νόμω του Κυρίου, ότι παν αρσενικόν διανοίγον μήτραν θέλει κληθή άγιον εις τον Κύριον, 24 και διά να προσφέρωσι θυσίαν κατά το ειρημένον εν τω νόμω του Κυρίου, ζεύγος τρυγόνων ή δύο νεοσσούς περιστερών. 25 Και ιδού, ήτο άνθρωπός τις εν Ιερουσαλήμ, ονομαζόμενος Συμεών, και ο άνθρωπος ούτος ήτο δίκαιος και ευλαβής, προσμένων την παρηγορίαν του Ισραήλ, και Πνεύμα Άγιον ήτο επ' αυτόν· 26 και ήτο εις αυτόν αποκεκαλυμμένον υπό του Πνεύματος του Αγίου ότι δεν θέλει ιδεί θάνατον, πριν ίδη τον Χριστόν του Κυρίου. 27 Και ήλθε διά του Πνεύματος εις το ιερόν· και ότε οι γονείς εισέφεραν το παιδίον Ιησούν διά να κάμωσι περί αυτού κατά την συνήθειαν του νόμου, 28 αυτός εδέχθη αυτό εις τας αγκάλας αυτού και ευλόγησε τον Θεόν και είπε· 29 Νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, κατά το ρήμα σου, εν ειρήνη· 30 διότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, 31 το οποίον ητοίμασας ενώπιον πάντων των λαών, 32 φως εις φωτισμόν των εθνών και δόξαν του λαού σου Ισραήλ. 33 Και ο Ιωσήφ και η μήτηρ αυτού εθαύμαζον διά τα λεγόμενα περί αυτού. 34 Και ευλόγησεν αυτούς ο Συμεών, και είπε προς Μαριάμ την μητέρα αυτού· Ιδού, ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον. 35 Και σου δε αυτής την ψυχήν ρομφαία θέλει διαπεράσει, διά να ανακαλυφθώσιν οι διαλογισμοί πολλών καρδιών. 36 Και υπήρχέ τις Άννα προφήτις, θυγάτηρ Φανουήλ, εκ της φυλής Ασήρ· αύτη ήτο πολύ προβεβηκυία εις ηλικίαν, ήτις έζησε μετά του ανδρός αυτής επτά έτη από της παρθενίας αυτής, 37 και αύτη ήτο χήρα ως ετών ογδοήκοντα τεσσάρων, ήτις δεν απεμακρύνετο από του ιερού, νύκτα και ημέραν λατρεύουσα τον Θεόν εν νηστείαις και προσευχαίς· 38 και αύτη φθάσασα εν αυτή τη ώρα, εδοξολόγει τον Κύριον και ελάλει περί αυτού προς πάντας τους προσμένοντας λύτρωσιν εν Ιερουσαλήμ. 39 Και αφού ετελείωσαν πάντα τα κατά τον νόμον του Κυρίου, υπέστρεψαν εις την Γαλιλαίαν, εις την πόλιν αυτών Ναζαρέτ. 40 Το δε παιδίον ηύξανε και εδυναμούτο κατά το πνεύμα πληρούμενον σοφίας, και χάρις Θεού ήτο επ' αυτό. 41 Επορεύοντο δε οι γονείς αυτού κατ' έτος εις Ιερουσαλήμ εν τη εορτή του πάσχα. 42 Και ότε έγεινεν ετών δώδεκα, αφού ανέβησαν εις Ιεροσόλυμα κατά το έθος της εορτής 43 και ετελείωσαν τας ημέρας, ενώ αυτοί υπέστρεφον, το παιδίον ο Ιησούς έμεινεν οπίσω εν Ιερουσαλήμ, και δεν ενόησεν ο Ιωσήφ και η μήτηρ αυτού. 44 Νομίσαντες δε ότι αυτός ήτο εν τη συνοδία, ήλθον μιας ημέρας οδόν και ανεζήτουν αυτόν μεταξύ των συγγενών και των γνωρίμων. 45 Και μη ευρόντες αυτόν, υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ ζητούντες αυτόν. 46 Και μετά τρεις ημέρας εύρον αυτόν εν τω ιερώ καθήμενον εν μέσω των διδασκάλων και ακούοντα αυτόν και ερωτώντα αυτούς. 47 Εξίσταντο δε πάντες οι ακούοντες αυτόν διά την σύνεσιν και τας αποκρίσεις αυτού. 48 Και ιδόντες αυτόν εξεπλάγησαν, και είπε προς αυτόν η μήτηρ αυτού· Τέκνον, διά τι έπραξας εις ημάς ούτως; ιδού, ο πατήρ σου και εγώ καταλυπούμενοι σε εζητούμεν. 49 Και είπε προς αυτούς· Διά τι με εζητείτε; δεν ηξεύρετε ότι πρέπει να ήμαι εις τα του Πατρός μου; 50 Και αυτοί δεν ενόησαν τον λόγον, τον οποίον ελάλησε προς αυτούς. 51 Και κατέβη μετ' αυτών και ήλθεν εις Ναζαρέτ, και ήτο υποτασσόμενος εις αυτούς. Η δε μήτηρ αυτού εφύλαττε πάντας τους λόγους τούτους εν τη καρδία αυτής. 52 Και ο Ιησούς προέκοπτεν εις σοφίαν και ηλικίαν και χάριν παρά Θεώ και ανθρώποις.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Anna

    Prophetess in the temple

    A prophetess of the tribe of Asher, well along in years, who never left the temple and gave thanks to God and spoke of the child to all who awaited redemption.

    Cited in the guide: Luke 2:36

  • Caesar Augustus

    Roman emperor

    The emperor from whom a decree went out that the whole empire be registered, bringing Joseph and Mary to Bethlehem.

    Cited in the guide: Luke 2:1

  • Joseph

    Legal father of Jesus

    The carpenter of Nazareth, a just man who became Jesus' legal father.

    Cited in the guide: Matt. 1:16-25; 2:13-23; Luke 1:27; 2:1-7

  • Mary

    Mother of Jesus

    The virgin mother of Jesus, a young woman of Nazareth who trusted God's word.

    Cited in the guide: Matthew 1; Luke 1-2

  • Phanuel

    Father of Anna

    Named in Luke 2:36 as the father of the prophetess Anna.

    Cited in the guide: Luke 2:36

  • Quirinius

    Governor of Syria

    The governor of Syria at the time of the first census decreed by Caesar Augustus.

    Cited in the guide: Luke 2:2

  • Simeon

    Righteous man who held the infant Jesus

    A righteous and devout man of Jerusalem, told by the Holy Spirit he would not die before seeing the Lord's Christ, who took the child in his arms and blessed God.

    Cited in the guide: Luke 2:25; Luke 2:34

Places

  • Bethlehem

    Today: West Bank, Palestinian territories

    Bethlehem was the home of Ruth and Boaz and the birthplace of David. Micah named it as the Messiah's birthplace — fulfilled in Jesus' nativity.

    Cited in the guide: Micah 5:2; Ruth 1:19; Luke 2:4-7

  • Nazareth

    Today: Northern Israel (Galilee)

    A small agricultural village never named in the Old Testament. Jesus spent his childhood and early life here before beginning his public ministry.

    Cited in the guide: Luke 2:39-40; Matthew 2:23; John 1:46

Cross references (49)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Luke 3:1; Matthew 24:14; Acts 25:21
  2. 2 Luke 3:1
  3. 4 Micah 5:2; John 7:42; 1 Samuel 16:1; Matthew 2:23; Luke 1:26–27
  4. 5 Matthew 1:18–19; Deuteronomy 22:22–27
  5. 6 Psalm 33:11; Revelation 12:1–5; Micah 5:2; Proverbs 19:21; Luke 1:57
  6. 7 Galatians 4:4; 2 Corinthians 8:9; Isaiah 53:2–3; John 1:14; Luke 2:11–12
  7. 8 Psalm 78:70–71; Genesis 31:39–40; John 10:8–12; 1 Samuel 17:34–35; Ezekiel 34:8
  8. 9 Isaiah 60:1; 2 Corinthians 3:18; Acts 27:23; Revelation 18:1; 1 Kings 8:11
  9. 10 Isaiah 40:9; Isaiah 61:1; Isaiah 52:7; Genesis 12:3; Matthew 28:18
  10. 11 Isaiah 9:6; Matthew 1:21; Titus 3:4–7; Acts 2:36; Matthew 16:16
  11. 12 Isaiah 7:14; Isaiah 53:1–2; Isaiah 7:11; Psalm 22:6; 2 Kings 19:29
  12. 13 Revelation 5:11; Psalm 148:2; Psalm 103:20–21; 1 Kings 22:19; Luke 15:10
  13. 14 Romans 5:1; Luke 19:38; Luke 1:79; Colossians 1:20; Isaiah 9:6–7
  14. 15 1 Peter 3:22; Matthew 2:1–2; Luke 24:51; Exodus 3:3; Matthew 2:9–11
  15. 16 Luke 19:32; Luke 2:12; Luke 2:7; Luke 22:13; Luke 1:39
  16. 17 Psalm 66:16; Luke 8:39; Psalm 71:17–18; Luke 2:38; Psalm 16:9–10
  17. 18 Luke 1:65–66; Luke 4:36; Luke 2:33; Isaiah 8:18; Luke 5:9–10
  18. 19 Luke 2:51; Luke 1:66; Proverbs 4:4; 1 Samuel 21:12; Genesis 37:11
  19. 20 Psalm 106:48; Acts 11:18; 1 Chronicles 29:10–12; Psalm 72:17–19; Matthew 9:8
  20. 21 Leviticus 12:3; Genesis 17:12; Luke 1:31; Luke 1:59; Matthew 1:21
  21. 22 Leviticus 12:1–8
  22. 23 Exodus 13:2; Numbers 3:13; Exodus 22:29; Numbers 18:15; Exodus 34:19
  23. 24 Leviticus 12:6–8; Leviticus 12:2; 2 Corinthians 8:9
  24. 25 Isaiah 25:9; Luke 2:38; Luke 1:6; Titus 2:11–14; Mark 15:43
  25. 26 John 8:51; Hebrews 11:5; Luke 9:27; Acts 10:38; John 20:31
  26. 27 Luke 2:22; Matthew 4:1; Luke 2:48; Luke 2:41; Acts 10:19
  27. 28 Luke 1:64; Luke 2:13–14; Mark 9:36; Luke 2:20; Mark 10:16
  28. 29 Revelation 14:13; Genesis 15:15; Philippians 1:23; Genesis 46:30; Isaiah 57:1–2
  29. 30 Isaiah 49:6; Luke 2:10–11; Genesis 49:18; Isaiah 52:10; Luke 3:6
  30. 31 Isaiah 42:1–4; Isaiah 62:1–2; Psalm 98:2–3; Isaiah 42:10–12; Isaiah 45:21–25
  31. 32 Isaiah 60:1–3; Isaiah 49:6; Acts 26:23; Acts 13:47–48; Isaiah 42:6–7
  32. 33 Isaiah 8:18; Luke 1:65–66; Luke 2:48
  33. 34 1 Corinthians 1:23; 1 Peter 2:7–8; Isaiah 8:14–15; Matthew 21:44; 2 Corinthians 2:15–16
  34. 35 Deuteronomy 8:2; 1 Corinthians 11:19; Matthew 12:24–35; Luke 16:14–15; Acts 8:21–23
  35. 36 Psalm 92:14; Exodus 15:20; Genesis 30:13; Judges 4:4; Acts 2:18
  36. 37 1 Timothy 5:5; Psalm 23:6; Acts 14:23; Psalm 27:4; Acts 13:3
  37. 38 Luke 2:25; 2 Corinthians 9:15; Luke 1:68; Mark 15:43; Luke 24:21
  38. 39 Luke 2:4; Galatians 4:4–5; Matthew 3:15; Deuteronomy 12:32; Luke 2:21–24
  39. 40 Luke 2:52; Luke 1:80; Isaiah 11:1–5; John 1:14; 1 Samuel 2:26
  40. 41 Numbers 28:16; Leviticus 23:5; Exodus 23:14–17; Deuteronomy 16:1–8; Exodus 12:14
  41. 43 2 Chronicles 30:21–23; Exodus 12:15; 2 Chronicles 25:17
  42. 44 Isaiah 2:3; Psalm 122:1–4; Psalm 42:4
  43. 46 Isaiah 49:1–2; Luke 5:17; Isaiah 50:4; Acts 5:34; Matthew 27:63–64
  44. 47 Matthew 7:28; Luke 4:32; Psalm 119:99; John 7:15; Luke 4:22
  45. 48 Luke 2:49; Matthew 12:46; Luke 3:23; Luke 4:22
  46. 49 John 6:38; John 8:29; Malachi 3:1; Psalm 40:8; John 4:34
  47. 50 Luke 18:34; Mark 9:32; Luke 9:45
  48. 51 Luke 2:19; Daniel 7:28; Genesis 37:11; Mark 6:3; Ephesians 5:21
  49. 52 Luke 2:40; Proverbs 3:3–4; 1 Samuel 2:26; Romans 14:18; Luke 1:80

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

Why does my Bible say something different?

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 2:42 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book I, Chapters III–IV)

    The production, again, of the Duodecad of the Æons, is indicated by the fact that the Lord was twelve years of age when He disputed with the teachers of the law, and by the election of the apostles, for of these there were twelve.

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Quotes verse 2:14 Augustine of Hippo, Confessions (Book XIII, Chapters VI–XI)

    In Thy good pleasure lies our peace. The body by its own weight gravitates towards its own place.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 1 (1886)

  3. Quotes verse 2:48 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily III)

    See, for instance, what saith the Virgin even to Himself: "Behold, Thy father and I have sought Thee." For if this suspicion had been entertained, neither would He any longer have been accounted to be a Son of David, and this opinion not being held, many other evils besides would have arisen.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  4. Quotes verse 2:49 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture VII)

    For we shall not tolerate the heretics who sever the Old Testament from the New, but shall believe Christ, who says concerning the temple, Wist ye not that I must be in My Father's house?

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)

  5. Quotes verse 2:14 Basil of Caesarea, On the Holy Spirit (Chapter XVI)

    For how are angels to cry "Glory to God in the highest" without being empowered by the Spirit?

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 8 (1895)